Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2016

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ (ΕΕ) ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ



 
Αντιναύαρχος ε.α. Β. Μαρτζούκος ΠΝ

Επίτιμος Διοικητής Σ.Ν.Δ.
Πρόεδρος ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ.


Στο διεθνές ανταγωνιστικό περιβάλλον το οποίο χαρακτηρίζεται από τάσεις διαμορφώσεως πολυπολισμού, μεγάλες δυνάμεις όπως οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η ΕΕ, καθώς και αναδυόμενες μεγάλες δυνάμεις όπως η Κίνα, η Ινδία κ.λπ. (με τεράστιους πληθυσμούς που εκβιομηχανίζονται, αστικοποιούνται και αυξάνουν εκθετικά τις ανάγκες τους), προσπαθούν να αποκτήσουν δεσπόζουσα ή προνομιακή σχέση στον διεθνή συσχετισμό εθνικής ισχύος,
πρόσβαση στις παγκόσμιες ενεργειακές πηγές, έλεγχο των θαλασσίων και χερσαίων γραμμών διακινήσεως της ενέργειας και του εμπορίου, καθώς και διεθνή επιρροή με κατάλληλο μίγμα ήπιας και σκληρής ισχύος.
Στις δυνάμεις αυτές θα πρέπει να προστεθούν κράτη μεσαίου μεγέθους με περιφερειακές ή και αναθεωρητικές φιλοδοξίες για τις οποίες αναπτύσσονται, εξοπλίζονται και συνασπίζονται κατάλληλα. Τέλος τα μικρότερα κράτη, μη δυνάμενα να επιλύσουν αυτόνομα τα θέματα άμυνας ασφάλειας και ευημερίας τους, επιδιώκουν την ένταξή τους σε συμμαχίες, Διεθνείς Οργανισμούς ή/και προνομιακές σχέσεις με μία ή περισσότερες από τις προαναφερθείσες δυνάμεις.
ΤΡΕΧΟΥΣΑ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΕΕ
Το όραμα των πρωτεργατών της ΕΕ, ουδέποτε υπήρξε ένα απλό άθροισμα οικονομικών ευρωπαϊκών μεγεθών αλλά μία ισχυρή ένωση κρατών (πολιτική, οικονομική, αμυντική, κοινωνική), με κοινό αξιακό σύστημα βασισμένο στην αρχαία Ελλάδα, την Ρώμη και τον Χριστιανισμό (υπό τον σύγχρονο ρόλο του και όπως  διαμορφώθηκε μετά τον μεσαίωνα και τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό).
 Έναντι ενός σκληρού διεθνούς ανταγωνισμού, με τεράστια μεγέθη άλλων μεγάλων δυνάμεων, τα κράτη της ΕΕ όφειλαν να συνενώσουν τις δυνάμεις τους εφαρμόζοντας το ρητό «η ισχύς εν τη ενώσει». Με τον τρόπο αυτό, η ΕΕ επεδίωξε επιπλέον να διασφαλίσει ότι δεν θα συμβεί στο μέλλον διαίρεση των ευρωπαϊκών κρατών σαν και αυτή που προκάλεσε τους δύο Παγκοσμίους Πολέμους του 20ου αιώνος, με τις διεθνών διαστάσεων καταστροφικές τους επιπτώσεις.
Σήμερα τα κράτη που την απαρτίζουν, παρά τις εθνικές υποχρεώσεις που επιβάλλει η ΕΕ, δύνανται να διατηρούν τις διαφορετικές εθνικές τους ταυτότητες και πολιτισμικές τους παραδόσεις, με ελάχιστη όμως απαίτηση την κοινή, ανεπιφύλακτη και πλήρη  αποδοχή του κοσμικού κράτους και του ευρωπαϊκού Δημοκρατικού κεκτημένου.
Οι σχέσεις και δεσμοί μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ παραμένουν ισχυροί, λόγω Ιστορίας, κοινού αξιακού και πολιτικού συστήματος, καθώς και αμοιβαίων Συμφερόντων, με βασικό συνεκτικό κρίκο την συμμαχία του ΝΑΤΟ. Ο βαθμός αυτονομήσεως της ΕΕ από τις ΗΠΑ σε επίπεδο λήψεως αποφάσεων, εξωτερικής πολιτικής και άμυνας/ασφάλειας, παραμένει ζητούμενο και προκαλεί διαφοροποιήσεις μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ.
Πολλά κράτη μέλη της ΕΕ επιχειρηματολογούν προβάλλοντας τους  ακατάλυτους δεσμούς και τους συμπληρωματικούς ρόλους με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, το οποίο λειτουργεί ως ανασχετικό ανάχωμα έναντι της Ρωσίας και ως ομπρέλα προστασίας και συνοχής των κρατών μελών της ΕΕ. Στην προσέγγιση αυτή πρωτοστατεί το Ηνωμένο Βασίλειο αλλά και πρώην κράτη της ΕΣΣΔ. Υπάρχουν παράλληλα και ευρωπαϊκά κράτη τα οποία προσβλέπουν σε μεγαλύτερη αυτονόμηση της ΕΕ από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, ενώ το Γκωλικό όραμα της Ευρώπης «από τον Ατλαντικό έως τα Ουράλια», δεν έχει σβήσει για ορισμένα από αυτά.
Αμφιλεγόμενο παραμένει και το ζήτημα του βαθμού της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (εμβάθυνση). Η πλήρης αυτονομία των κρατών μελών της ΕΕ διαφυλάσσει την εθνική τους κυριαρχία αλλά πρακτικά αναιρεί τον λόγο ιδρύσεως της ΕΕ, αφού με τον τρόπο αυτό αδυνατεί να προασπίζει τα συλλογικά συμφέροντα των κρατών μελών. Εικοσιοκτώ διακριτά κέντρα λήψεως αποφάσεων με αντίστοιχους διακριτούς προϋπολογισμούς και έλλειψη κοινής πολιτικής για σειρά ζωτικών θεμάτων όπως οι στρατηγικοί σκοποί, η εξωτερική πολιτική, η άμυνα, η ασφάλεια, η ενέργεια, η κοινωνική πολιτική, οι πληροφορίες, η αστυνόμευση, η δικαιοσύνη κ.λπ., καθιστούν προφανώς την ΕΕ, δυσλειτουργική, μη ανταγωνιστική και αναποτελεσματική στην έγκαιρη και ορθή λήψη αποφάσεων.
Στον αντίποδα της ανωτέρω εξελίξεως, η πλήρης ολοκλήρωση της ΕΕ, με πανίσχυρο κέντρο τις Βρυξέλλες  και υπόλογα σε αυτές τα εθνικά κοινοβούλια σε σειρά μειζόνων ζητημάτων όπως η εξωτερική πολιτική, η οικονομία, η ανάπτυξη, η άμυνα, ασφάλεια, κοινωνία κ.λπ., προκαλεί εθνικές ανασφάλειες και αμοιβαίες καχυποψίες περί δραστικής μειώσεως της εθνικής κυριαρχίας, καθώς και φόβους για ηγεμονία ολίγων ισχυρών κρατών (ή ενός μόνο ηγεμονικού κράτους) έναντι των υπολοίπων με ότι αυτό συνεπάγεται.
Κάποιες χώρες αναρωτιούνται μήπως παρά την όποια ολοκλήρωση θα αποτελούν πάντοτε μέρος της περιφέρειας και όχι του πυρήνα. Οι θιασώτες της πλήρους ολοκληρώσεως υποστηρίζουν ότι αυτή αποτελεί τον μόνο τρόπο δημιουργίας μία αξιόπιστης και ανταγωνιστικής ΕΕ στο διεθνές περιβάλλον ικανής να προασπίσει τα γενικά, κοινά συμφέροντα των κρατών μελών και ταυτόχρονα την μόνη περίπτωση διασφαλίσεως της άμυνας και ασφάλειας των μικρών κρατών μελών έναντι των απειλών τους.
Επιπρόσθετο σημείο τριβής και προβληματισμού για την ΕΕ, αποτελεί η διεύρυνση αυτής, καθώς και τα κριτήρια της εν λόγω διαδικασίας. Η διεύρυνση γίνεται υπό το επιχείρημα «επιστροφή στην Ευρώπη» ενώ για άλλους αποτελεί «Δυτικό ιμπεριαλισμό». Μέχρι στιγμής η ΕΕ αδυνατεί να προσδιορίσει οριστικά τα ανατολικά της σύνορα και αφήνει παράθυρα ευκαιρίας και ελπίδες εντάξεως ακόμη και σε κράτη τα οποία δεν μοιράζονται την ίδια πολιτισμική παράδοση, αξίες και πολιτικές, θρησκευτικές και κοινωνικές απόψεις.
Η ασάφεια της διαδικασίας διευρύνσεως τόσο της ΕΕ όσο και του ΝΑΤΟ προκαλεί ανησυχία και προβληματισμό στην Ρωσία, η οποία αντιδρά ανάλογα στην σταδιακή προσέγγιση της Δυτικής στρατιωτικής ισχύος στα σύνορά της. Επιπλέον τυχόν μελλοντική περαιτέρω διεύρυνση της ΕΕ προς Ανατολάς, πρόκειται να την φέρει ευθέως αντιμέτωπη με τα προβλήματα ιδιαίτερα ασταθών περιοχών όπως αυτές της ευρύτερηςΜ. Ανατολής και του Καυκάσου.
Τέλος η ΕΕ αντιμετωπίζει στο εσωτερικό της φυγόκεντρες τάσεις, οι οποίες προκαλούνται από την διαφορά αντιλήψεων και πρακτικών μεταξύ κρατών του Βορρά και του Νότου αλλά και της Ανατολής (κράτη πρώην ΕΣΣΔ, με μη δημοκρατικό παρελθόν), επί σειράς σημαντικών θεμάτων, όπως η οικονομία, η κοινωνία, η αλληλεγγύη και κυρίως η μετανάστευση κ.λπ.. Οι διαφορές αυτές πλήττουν την συνοχή των κρατών μελών και προκαλούν την άνοδο ακραίων εθνικιστικών και αριστερών κομμάτων τα οποία εμφορούνται από ευρωσκεπτικισμό που φθάνει ακόμη και στην εισήγηση διαλύσεως της ΕΕ.
Δίχως να παραβλέπει κάποιος την πραγματικότητα των επί μέρους Εθνικών Συμφερόντων των κρατών μελών της ΕΕ, καθώς και τα συναφή προβλήματα συνοχής και αλληλεγγύης σε σειρά ζωτικών τομέων, θα πρέπει να αποτιμώνται με ρεαλισμό οι θετικές επιπτώσεις της ΕΕ στα κράτη και τους λαούς της και κυρίως να καταβληθεί νηφάλια προσπάθεια προβλέψεως των σημαντικών εξελίξεων, μετά από τυχόν μελλοντική διάλυση της ΕΕ, οι οποίες θα μετέβαλαν άρδην τις γεωπολιτικές ισορροπίες. Συμπερασματικά, το όλο ευρωπαϊκό εγχείρημα της ΕΕ, από τα μέσα του 20ου αιώνος έως σήμερα, έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο αλλά απέχει πολύ ακόμη από την υλοποίηση του οράματος των ιδρυτών της, ενώ κατά την τρέχουσα περίοδο διανύει μία από τις πλέον κρίσιμες φάσεις του.
Η ΕΕ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ
Η Ελλάς κατά το παρελθόν, αν και γενέτειρα του ρεαλιστού Θουκυδίδου, προέβη σε στρατηγικές  διεθνείς επιλογές με όρους υποκειμενισμού, συναισθηματισμού, ιδεοληψίας, μεταφυσικής ή/και αποκλειστικά Διεθνούς Δικαίου. Η πρακτική αυτή οδήγησε συχνά σε εσφαλμένες επιλογές και ανακόλουθες πολιτικές, κατά τις οποίες η εγχώρια αντίληψη για σειρά κρατών και διεθνών οργανισμών εναλλάσσετο από «φιλελληνική» σε «ανθελληνική», αναλόγως της ιστορικής συγκυρίας.
Οι πολιτικοί και ο λαός μας οφείλουν να αντιληφθούν ότι η φιλική, η εχθρική ή ουδέτερη στάση κρατών ή και συμμαχιών εξαρτάται πρωτίστως από αντίστοιχα Συμφέροντα. Κατά συνέπεια η στάση του διεθνούς περιβάλλοντος μεταβάλλεται θετικά για την χώρα μας, όσο αυτή διατηρεί ή ενισχύει τα Συμφέροντα «συμμάχων» ή όσο αποτρέπει τις επιβουλές άλλων κρατών, με κατάλληλο μίγμα των παραγόντων εθνικής ισχύος της (π.χ. γεωγραφική θέση, στρατιωτική ισχύς, δημογραφία, οικονομία, τεχνολογία, ενέργεια, εθνική ομοιογένεια, κοινωνική συνοχή, πολιτισμός, συμμαχίες κ.λπ.).
Το ελληνικό πρόβλημα ορθολογικών στρατηγικών επιλογών επιτείνεται λόγω του υπαρκτού διλήμματος εθνικής ταυτότητος και πολιτισμικού δυϊσμού, που χρονολογείται από της συστάσεως του νεοτέρου ελληνικού κράτους και υφίσταται τις επιδράσεις του Βυζαντίου και της τουρκοκρατίας αφ’ ενός και της Δύσεως αφ’ ετέρου. Είμεθα η χώρα που υπερηφανεύεται για τους αρχαίους προγόνους της επιλεκτικά και υπό προϋποθέσεις, διατηρεί «αντιλατινικό μίσος», δαιμονοποιεί τον Διαφωτισμό, τον οποίο η ίδια δεν γνώρισε ουσιαστικά και λησμονεί ότι η ευρωπαϊκή διανόηση δημιούργησε την Φιλική Εταιρεία άνευ της οποίας ίσως να είμεθα σήμερα επαρχία του Ερντογάν.
Διαρκούντος του Ψυχρού Πολέμου, η Ελλάς επέλεξε απολύτως ορθά, ως εκ του αποτελέσματος (σήμερα είναι απολύτως γνωστό το επίπεδο «εθνικής ανεξαρτησίας», «δημοκρατίας» και «ευημερίας» των πρώην κρατών της ΕΣΣΔ, καθώς και η εμμονή και το πάθος με το οποίο επεδίωξαν και επιδιώκουν την ένταξή τους στην Δύση), όπως ενταχθεί στους Δυτικούς θεσμούς του ΝΑΤΟ και της ΕΕ και δι’ αυτών όπως συνάψει και διατηρήσει στρατηγικές συμμαχικές σχέσεις με την Δύση.  Το γεγονός αυτό ασφαλώς δεν την  αποτρέπει από την ανάπτυξη πλουραλιστικής και πολυεπίπεδης εξωτερικής πολιτικής με άλλες Μεγάλες Δυνάμεις όπως η Ρωσία (γεωπολιτικό εξισορροπητικό αντίβαρο στην ευρύτερη περιοχή) και η Κίνα, καθώς και με επιλεγμένα γειτονικά της κράτη στην ευρύτερη περιοχή εθνικού ενδιαφέροντος.
Παρά τα προαναφερθέντα σημαντικά προβλήματα στους κόλπους της ΕΕ, κρίνεται  ότι για το ορατό μέλλον, είναι απολύτως φυσικό και επιβάλλεται όπως η Ελλάς επιδιώκει την παραμονή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και την περαιτέρω βελτίωση της θέσεώς της εντός αυτής, με σειρά ενεργειών οι οποίες θα αποκαταστήσουν την αξιοπιστία της. Οι βασικοί λόγοι που επιτάσσουν στην Ελλάδα την επιλογή της ΕΕ ως μονόδρομο, είναι οι ακόλουθοι:
1.      Ζωτικά Εθνικά Συμφέροντα επιβάλλουν την θέση της Ελλάδος εντός Δυτικών συμμαχιών (ΝΑΤΟ, ΕΕ, ΗΠΑ), δεδομένου ότι αυτές ελέγχουν την θάλασσα της Μεσογείου, από την οποία η χώρα μας εξαρτά την επιβίωση και την ευημερία της. Ιστορικά, η αντιπαράθεση Ελλάδος με Δυτικές Δυνάμεις, έχει επιφέρει μόνο δεινά στην χώρα.
2.      Κράτη μικρού ή/και μεσαίου μεγέθους αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στον διεθνή ανταγωνισμό, και συσχετισμό ισχύος, κατά τρόπο αυτόνομο και δίχως εξωτερική εξισορρόπηση. Με βασικό κριτήριο το Εθνικό Συμφέρον και το πολιτισμικό ιδεώδες, η Ελλάς επιλέγει σαφώς την Ευρώπη, δεδομένου μάλιστα ότι δεν ανήκει στον τρίτο κόσμο ή στην Αφρική ή στα Βαλκάνια.
3.      Θα αποτελούσε ολέθριο στρατηγικό λάθος η έξοδος από την ΕΕ, όταν γειτονικά Βαλκανικά κράτη με αλυτρωτικές επιδιώξεις, θα καταστούν μελλοντικά κράτη μέλη της, ενώ παράλληλα δεν έχει αποκλεισθεί μακροπρόθεσμα και η ένταξη της Τουρκίας.
4.      Το πολιτισμικό και αξιακό υπόβαθρο της ΕΕ (και της Δύσεως γενικότερα) ευρίσκεται πλησιέστερα από κάθε άλλο μέρος στον πλανήτη στις παγκοσμίου αξίας  αρχές και αντιλήψεις των αρχαίων μας προγόνων. Την Ευρώπη η Ελλάς δεν την χαρίζει σε άλλα νεόκοπα και φιλόδοξα κράτη ξένα σε μεγάλο βαθμό προς τις αξίες της. Η Ελλάς δεν ανήκει απλώς στην Δύση αλλά είναι η ίδια η Δύση (αρκεί να το ανακαλύψει και η ίδια).
5.      Η ΕΕ αποτελεί θεσμικό πλαίσιο εδραιώσεως του δημοκρατικού πολιτεύματος και δημοκρατικών θεσμών. Το κοσμικό κράτος και το ευρωπαϊκό κεκτημένο προστατεύουν την Ελλάδα από εσωτερικές πολιτικές ανωμαλίες και ολοκληρωτισμούς πάσης αποχρώσεως, τα αποτελέσματα των οποίων δοκίμασαν σκληρά την χώρα κατά το παρελθόν.
6.      Ενισχύεται η διαπραγματευτική ισχύς της χώρας στο περιφερειακό και διεθνές σύστημα και μειώνεται η μονομερής της εξάρτηση από τις ΗΠΑ.
7.      Η θέση της Ελλάδος στην ΕΕ αποτρέπει σε πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο την Τουρκία από μονομερείς ενέργειες σε βάρος της εθνικής μας κυριαρχίας, ακόμη και αν η ΕΕ δεν εγγυάται στρατιωτικά τα σύνορα της.
8.      Προσδίδει κίνητρο και δύναμη αλλαγής με διαρθρωτικό πολυσχιδή εκσυγχρονισμό στο εσωτερικό της χώρας.
9.      Προσδίδει ευκαιρίες εκμεταλλεύσεως των ευρωπαϊκών διεργασιών και εξελίξεων, καθώς ενεργούς συμμετοχής στην διαμόρφωση αυτών.
Πέραν των ανωτέρω το οικονομικό μέλλον της χώρας αποτελεί σημείο έντονης αντιπαραθέσεως. Οι προτείνοντες ως μόνη λύση από το σημερινό αδιέξοδο την έξοδο από την ΕΕ και την ευρωζώνη, περιγράφουν διαπιστωτικά την τρέχουσα δεινή οικονομική θέση της χώρας αλλά αδυνατούν να προβάλλουν πειστικά και επαρκή επιχειρήματα ως προς τις πολιτικές, στρατιωτικές, κοινωνικές αλλά ακόμη και αυτές τις οικονομικές εξελίξεις, της επομένης ημέρας μετά από τυχόν έξοδο (όπως π.χ. τις συνέπειες μίας χρεοκοπίας ή την διαφορά μίας φτωχής χώρας εντός του ευρώ και μίας χρεοκοπημένης χώρας με δραχμή).
Είναι γνωστό ότι η δημοσιονομική «ασωτία» απορροφούσε επί δεκαετίες το μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ και καθιστούσε την χώρα μη ανταγωνιστική. Τα υψηλά ελλείμματα προκαλούσαν υψηλό κόστος δανεισμού με διαρκή διεύρυνση των ελλειμμάτων (έλλειμμα δημοσιονομικό, τρεχουσών συναλλαγών και αξιοπιστίας). Στις περιπτώσεις αυτές το πρόβλημα είναι δομικό και η ανάκτηση της ανταγωνιστικότητος δεν επιτυγχάνεται απλώς με μία υποτίμηση του εθνικού νομίσματος (περιπτώσεις 1983 και 1985 άνευ μακροπρόθεσμων αποτελεσμάτων αφού δεν συνδυάσθηκαν με διαρθρωτικές αλλαγές και δημοσιονομική προσαρμογή).
Ο έγκριτος οικονομολόγος και τέως Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γ. Προβόπουλος, θεωρεί ότι τυχόν έξοδος από την ΕΕ και την ευρωζώνη θα ενίσχυε το κόστος των εισαγωγών (πληθωρισμός), θα επέφερε έλλειμμα αξιοπιστίας νομισματικής πολιτικής (πληθωρισμός), θα ενίσχυε την πιθανότητα για νέες υποτιμήσεις του νομίσματος (αύξηση ρίσκου),  αύξηση επιτοκίων και συνεπώς αύξηση κόστους χρηματοδοτήσεως του δημοσίου χρέους (πιθανή η απορρόφηση χρηματοδοτήσεων από παραγωγικούς τομείς), αναχαίτιση εμπορίου και επενδύσεων (κόστος μετατροπής νέου νομίσματος σε άλλα νομίσματα και αβεβαιότητα συναλλαγματικής ισοτιμίας με ευρώ), το χρέος σε ευρώ θα μετατρέπετο σε χρέος σε συνάλλαγμα (υποτίμηση νέου νομίσματος θα ενίσχυε το χρέος), αύξηση μεταβλητότητος τιμών (ελλείψει ευρωζώνης) κ.λπ..
Η έξοδος της Ελλάδος μέσω άτακτης χρεοκοπίας, είναι λίαν πιθανόν ότι θα την βαλκανοποιούσε με κύριο χαρακτηριστικό την ακραία φτώχεια, την αδυναμία εισαγωγής απαραιτήτων αγαθών (τρόφιμα, φάρμακα, καύσιμα κ.λπ.), την κατάρρευση του πολιτικού συστήματος και τον κίνδυνο της Δημοκρατίας. Το υποτιθέμενο νέο της νόμισμα δεν θα είχε αξία συναλλαγής και δεν θα υποστηρίζετο, αφού η χώρα δεν εξάγει σημαντικά προϊόντα.
Για όλους τους ανωτέρω γεωπολιτικούς λόγους που επιβάλλουν την παραμονή μας στην ΕΕ, καθώς και λόγω των προαναφερθεισών οικονομικών δυσμενών προοπτικών την επομένη μίας πιθανής εξόδου, η Ελλάδα αφού προβεί σε σοβαρή συνολική αυτοκριτική, οφείλει να εφαρμόσει γενναία αυτονόητα μέτρα τα οποία δεν αποτόλμησε μόνη της επί δεκαετίες και να συνδέσει την οικονομία της με το μέλλον της ευρωζώνης, δημιουργώντας προϋποθέσεις επενδύσεων και αναπτύξεως δίχως ιδεοληψίες και προκαταλήψεις.
Δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι σειρά ξένων επενδύσεων που έχουν γίνει ή θα γίνουν στο μέλλον, δεν θα πραγματοποιούντο εάν η Ελλάς δεν είχε το προνόμιο του κράτους μέλους της ΕΕ. Μόνο δεινά είναι δυνατόν να επιφέρει μία ελληνική αντίληψη που παραμένει κρατικίστικη, ανατολίτικα πελατειακή, δέσμια του πολιτικού κόστους και που αδυνατεί να προσαρμοσθεί στην εξωστρέφεια, στην ελεύθερη οικονομία, τον υγιή καπιταλισμό, τις δυνάμεις της αγοράς, τον κοινωνικό ορθολογισμό, την κοινωνική αλληλεγγύη, το κοσμικό κράτος, την αφοσίωση στους νόμους και τους θεσμούς, την αποτρεπτική στρατιωτική ισχύ και την Δημοκρατία που αυτοπροστατεύεται από κάθε μορφής βία, επιβάλλοντας άμεσα τους νόμους.
Η πολιτική ηγεσία θα πρέπει να αποφασίσει οριστικά στο ερώτημα του «ανήκειν» (δεν είναι δυνατόν να συντηρούνται και διαιωνίζονται σχιζοφρενικά και καταστροφικά διλήμματα περί εθνικής ταυτότητος, χάριν οιονδήποτε εγχωρίων συμφερόντων και ιδεοληψιών), να εγκαταλείψει το βολικό επιχείρημα των «κακών  ξένων που απεργάζονται τον αφανισμό της χώρας» (ασφαλώς οι ξένοι έχουν και δικά τους Εθνικά Συμφέροντα), να χαράξει έστω και τώρα, για πρώτη φορά, διακομματική Εθνική Στρατηγική (βασισμένη στην θέση ότι η Ελλάς ανήκει στους Δυτικούς θεσμούς), η οποία θα πρέπει να τηρηθεί με συνέπεια ανεξαρτήτως εναλλαγής κυβερνήσεων, προκειμένου ο περιορισμός της διεθνούς μας επαιτείας και η σταδιακή ανάκτηση της αυτονομίας μας να προσδώσει την χαμένη μας αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση και τέλος να καταστεί προπομπός υλοποιήσεως του εθνικού στόχου μίας ισχυρής Ελλάδος, σεβαστής από εχθρούς και φίλους.