Σάββατο, 4 Ιουνίου 2016

Η ουτοπία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η πραγματικότητα!


Η δήλωση Τουσκ περί ευρωπαϊκής "ουτοπίας" αποτελεί υπενθύμιση ότι η Ευρώπη είναι θεμελιωδώς μια διχασμένη ήπειρος. Η διαφορά στις κουλτούρες Βορρά-Νότου, οι γεωπολιτικές εξελίξεις και γιατί ο καλύτερος τρόπος για να σωθεί η ΕΕ ίσως είναι η "αποσυναρμολόγησή" της.

Με την εμμονή τους στην ιδέα μιας ομόσπονδης Ευρώπης, οι Ευρωπαίοι ηγέτες χάνουν την επαφή τους με τους ευρωπαϊκούς πληθυσμούς και τροφοδοτούν το εθνικιστικό και ευρωσκεπτικιστικό αίσθημα σε όλη την ΕΕ. Κάπως έτσι συνόψισε ο πρόεδρος του Ευρ. Συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ, την κατάσταση στην Ευρώπη, κατά τη διάρκεια συνεδρίου του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος στις 30 Μαΐου. Σύμφωνα με τον Τουσκ, οι ευρωπαίοι ηγέτες δημιουργούν «διάφορες ουτοπίες –μια ουτοπία μιας Ευρώπης χωρίς κράτη-έθνη, μια ουτοπία μιας Ευρώπης χωρίς αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα και φιλοδοξίες», αν και «οι πολίτες της Ευρώπης δεν μοιράζονται τον ευρω-ενθουσιασμό μας».
Ο Τουσκ δεν είναι ο πρώτος εκπρόσωπος της ΕΕ που αμφισβητεί το μέλλον της Ευρ, ενοποίησης (ο πρόεδρος της Ευρ. Επιτροπής Ζαν-Κλωντ Γιούνκερ πρόσφατα έκανε παρόμοιες δηλώσεις). Όμως η επιλογή των λέξεων από τον Τουσκ είναι αξιοσημείωτη. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση συχνά χαρακτηρίζεται ως στόχος, ως φιλοδοξία ή ακόμα και ως όνειρο – έννοιες που ενέχουν κάποιον βαθμό ελπίδας για επίτευξη μιας πιθανότητας. Όμως εξ ορισμού, μια ουτοπία είναι ένας φανταστικός τόπος που υπάρχει μόνο ως ιδανικό. Ως εκ τούτου, ο Τουσκ παραδέχθηκε πως μια πλήρως ενοποιημένη Ευρώπη, όσο ιδανική και αν είναι, είναι αδύνατη.
Το γεγονός ότι η δήλωση αυτή έγινε από τον επικεφαλής του Ευρ. Συμβουλίου ίσως είναι σοκαριστικό. Άλλωστε, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί σχεδιάστηκαν προκειμένου να προπαγανδίσουν υπέρ της περισσότερης και βαθύτερης ευρωπαϊκής ενοποίησης, και ο Τουσκ είναι από την Πολωνία, μια χώρα που ενστερνίστηκε την συμμετοχή στην ΕΕ πριν από μόλις 12 χρόνια. Ωστόσο, το Ευρ. Συμβούλιο αποτελείται από τους επικεφαλής κυβερνήσεων κρατών-μελών της ΕΕ και σήμερα πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συμμερίζονται την άποψη του Τουσκ.
Η «χλεύη» της ιδέας μιας «Ευρώπης χωρίς κράτη-έθνη» αποτελεί κεντρικό σημείο στην δήλωση του Τουσκ, υπενθυμίζοντας στους ευρωπαίους ηγέτες πως η Ευρώπη είναι θεμελιωδώς μια διχασμένη ήπειρος. Το μεγαλύτερο μέρος της Ευρωπαϊκής γης είναι όρη και χερσόνησοι, ενώ τα ποτάμια της χωρίζουν αντί να ενώνουν. Στα νότια της Ευρώπης, όπου η γεωγραφία από καιρό αποτρέπει την ανάδυση ισχυρών, ενοποιημένων οικονομιών, ο κατακερματισμός είναι ακόμα μεγαλύτερος. Το αποτέλεσμα είναι μια Ήπειρος όπου έχουν σχηματιστεί ισχυρές ταυτότητες, ξεχωριστές και πολλές φορές αντίθετες η μία από την άλλη. Υπάρχουν σαφείς κουλτούρες που εμποδίζουν την όποια προσπάθεια να ενοποιηθεί η Ευρώπη, είτε με τα στρατιωτικά μέσα του Ναπολέοντα ή του Χίτλερ, είτε με τα πολιτικά μέσα της Ευρ. Ένωσης.
Για μια ακόμα φορά, η Ευρ. Ένωση απέτυχε να ξεπεράσει τις διαφορές της Ευρώπης. Τα μέλη στον Νότο φαντάζονται πως είναι μια ένωση μεταφορών, όπου ο πλούτος ρέει από τον βορρά προς τον νότο. Οι χώρες της Βόρειας Ευρώπης, από την άλλη, θέλουν να προστατέψουν τον εθνικό τους πλούτο και είναι καχύποπτοι έναντι μέτρων που θα οδηγούσαν σε επιμερισμό του κόστους και των κινδύνων μιας ευρωπαϊκής ενοποίησης. Οι χώρες της Ανατολής, όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία, στηρίζουν την Ευρ. Ένωση, όμως γίνονται όλο και πιο επιφυλακτικές λόγω της παρέμβασης της ΕΕ στις εσωτερικές τους υποθέσεις. Εν τω μεταξύ, σε όλη την ΕΕ, τα εθνικιστικά κόμματα κερδίζουν δυναμική με υποσχέσεις για προστασία των χωρών τους από τις ξένες απειλές όπως οι μετανάστες, το ελεύθερο εμπόριο ή το ευρώ.
Δεδομένων των σημαντικών αποφάσεων που βρίσκονται σε εκκρεμότητα για αρκετά κράτη-μέλη της ΕΕ, τα σχόλια του Τουσκ έχουν ιδιαίτερη σημασία. Στις 23 Ιουνίου η Βρετανία διενεργεί δημοψήφισμα προκειμένου να αποφασίσει αν θα παραμείνει ή όχι στην Ευρώπη. Από τον Μάρτιο μέχρι τον Οκτώβριο του 2017, διενεργούνται εκλογές σε χώρες του πυρήνα της ευρωζώνης –περιλαμβανομένης της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ολλανδίας- και τα ευρωσκεπτικιστικά κόμματα αναμένεται να έχουν καλές επιδόσεις. Η Ισπανία διενεργεί τις επόμενες εκλογές της στις 26 Ιουνίου ενώ η «ανυπότακτη» (αλλά φιλοευρωπαϊκή) κυβέρνηση της Ιταλίας θα αποφασίσει το πολιτικό της μέλλον σε δημοψήφισμα που θα διενεργηθεί τον Οκτώβριο με θέμα την συνταγματική μεταρρύθμιση. Η αναζωπύρωση της πολιτικής αβεβαιότητας σε Μαδρίτη και Ρώμη θα μπορούσε να υπονομεύσει την εύθραυστη ανάκαμψη της οικονομίας της ευρωζώνης.
Ως αντίδραση, η Γαλλία και η Γερμανία συζητούν τρόπους να αναβιώσουν τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Το πρόβλημα, όμως, είναι πως δεν μπορούν να συμφωνήσουν στο πώς θα γίνει αυτό. Η επιπλέον δημοσιονομική ενοποίηση δεν θα έχει αποτέλεσμα. Τα μέλη το Νότου, όπως η Γαλλία και η Ιταλία, θα πίεζαν για μεγαλύτερο επιμερισμό του ρίσκου στην ευρωζώνη, ενώ οι χώρες του Βορρά, με πρώτη τη Γερμανία, θα επέμεναν στην συγκέντρωση της δημοσιονομικής εξουσίας και στον περιορισμό των δαπανών και της δυνατότητας δανεισμού των νότιων εταίρων τους.
Πρόσφατο δημοσίευμα στους Financial Times αφήνει να εννοηθεί πως ο Φρανσουά Ολάντ και η Άνγκελα Μέρκελ θεωρούν πως η ασφάλεια και η άμυνα μπορεί να είναι η απάντηση. Η μεγαλύτερη ενοποίηση στους τομείς αυτούς, όπως υποστηρίζουν, θα μπορούσε να είναι αποδεκτή για τα περισσότερα κράτη-μέλη, δεδομένης της συνεχιζόμενης μεταναστευτικής κρίσης και των πρόσφατων τρομοκρατικών επιθέσεων σε Γαλλία και Βέλγιο. Όμως ακόμα και αυτή η πρόταση θα είναι αμφιλεγόμενη και ορισμένοι ευρωπαίοι αξιωματούχοι έχουν ήδη προειδοποιήσει πως η εισαγωγή φεντεραλιστικών πρωτοβουλιών απλώς θα κάνει εντονότερα τα υφιστάμενα «ρήγματα» στην Ευρώπη. Άλλωστε, μέχρι τα τέλη του 2017, ο Ολάντ και η Μέρκελ μπορεί να μην βρίσκονται πια στην εξουσία.
Στην προσπάθειά της να ξεπεράσει το έθνος-κράτος, η Ευρ. Ένωση έχει καταφέρει μόνο ένα ημίμετρο. Οι χώρες εκχωρούν την εθνική τους κυριαρχία σε ορισμένα ζητήματα και την διατηρούν σε άλλα. Ως αποτέλεσμα, κανένας δεν είναι ικανοποιημένος. Η Γερμανία και η Γαλλία εξακολουθούν να εξετάζουν τρόπους προκειμένου να διατηρηθεί το Ευρωπαϊκό μπλοκ. Όμως, τα πολιτικά γεγονότα του επόμενου ενάμισι έτους μπορεί να αποδείξουν πως ο καλύτερος τρόπος για να σωθεί η Ευρ. Ένωση, είναι να αποσυναρμολογηθούν ορισμένα κομμάτια της.