Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

Όλη η αλήθεια για την διαδικασία εξόδου τού Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ - Δεν δικαιολογείται πανικός

Του Γιάννου Γραμματίδη*
Ο μηχανισμός της εξόδου αναλύεται στο Άρθρο 50 της Συνθήκης της ΕΕ. Αυτό προβλέπει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα πρέπει να γνωστοποιήσει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή την πρόθεση του να εξέλθει της ΕΕ. Θα ακολουθήσει μία μακρά περίοδος διαπραγματεύσεων ανάμεσα στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή πάνω στο σχέδιο της συμφωνίας αποχώρησης σχετικά με τους όρους της αποχώρησης και την μελλοντική σχέση του Ηνωμένου Βασιλείου με την ΕΕ.

Συνεπώς, το Ηνωμένο Βασίλειο θα εξέλθει επίσημα της Ε.Ε. – με την έννοια ότι οι Συνθήκες της Ε.Ε. δεν θα έχουν ισχύ στο Ηνωμένο Βασίλειο-κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της συμφωνίας αποχώρησης ή μετά την πάροδο δύο (2) ετών από την ημερομηνία της αρχικής γνωστοποίησης περί της αποχώρησης, οποιοδήποτε συμβεί ενωρίτερα. Πάρα ταύτα, η περίοδος αυτή μπορεί να επιμηκυνθεί με ομόφωνη απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε συμφωνία και συνεννόηση με την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου.
Η διαδικασία διαπραγμάτευσης πιθανότατα θα διαρκέσει τουλάχιστον δύο χρόνια λόγω των συνθέτων θεμάτων που σχετίζονται με την αποχώρηση και το εύρος των συμφερόντων που πρέπει να ληφθούν υπόψη. Σύμφωνα με πρόσφατα εκφρασθείσα άποψη της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου οι διαπραγματεύσεις αναμένονται να διαρκέσουν περί τα δέκα χρόνια αφού,  σύμφωνα με την εμπειρία των διαπραγματεύσεων άλλων εμπορικών συνθηκών ανάμεσα στην Ε.Ε. και σε μη μέλη της Ε.Ε., τέτοιες διαπραγματεύσεις έχουν κρατήσει ανάμεσα στα τέσσερα και εννέα χρόνια.
Μετά την ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης η συμφωνία αποχώρησης θα πρέπει να επικυρωθεί και από τις δύο πλευρές. Και αυτό μεν για το Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να είναι απλούστερο, σίγουρα όμως για την Ε.Ε. δεν θα είναι εύκολο ή γρήγορο λόγω του ότι η συμφωνία αποχώρησης μπορεί να περιλαμβάνει πεδία εμπίπτοντα στις αρμοδιότητες των 27 υπολοίπων κρατών-μελών, όπως και της ίδιας της Ε.Ε. Στην περίπτωση αυτή τα κράτη-μέλη θα έπρεπε να αναμειχθούν στην διαδικασία επικύρωσης, πράγμα που θα είχε σαν αποτέλεσμα τόσο  την χρονική επιμήκυνση της διαδικασίας και την αύξηση της περιπλοκότητας της – ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου οι εσωτερικές νομοθεσίες κάθε εμπλεκόμενου κράτους-μέλους προβλέπουν τυχόν δημοψήφισμα για την επικύρωση.
Μπορεί όμως να υπάρξει και μεγαλύτερη περιπλοκότητα που εξαρτάται από την ύπαρξη τυχόν άλλων θεμάτων εκ της διαρκούς σχέσης Ηνωμένου Βασιλείου και Ε.Ε., για την επίλυση των οποίων θα χρειαζόταν άλλες επιμέρους συμφωνίες πέραν της συμφωνίας αποχώρησης. Θα αναφερθώ αναλυτικότερα σε αυτό παρακάτω.
Ενόψει των ανωτέρω και παρά την επικράτηση του Brexit χθες σαν αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος, θα περάσουν μερικά χρόνια πριν ουσιαστικά και τελικά το Ηνωμένο Βασίλειο αποχωρήσει από την Ε.Ε., μέσα στα οποία θα υπάρξει μεγάλη πολιτική αλλά όχι και νομοθετική αλλαγή στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Η φύση της διαρκούς σχέσης που το Ηνωμένο Βασίλειο διαπραγματεύεται με την Ε.Ε. θα μορφοποιήσει τον τρόπο με τον οποίο το νομοθετικό πλαίσιο του Ηνωμένου Βασιλείου προφανώς θα αλλάξει όταν η αποχώρηση πραγματοποιηθεί τελικά. Υπάρχει ένας αριθμός πιθανών μοντέλων που το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει σαν βάση διαπραγματεύσεων ανάλογα με τον βαθμό που το Ηνωμένο Βασίλειο επιθυμεί να απομακρυνθεί τελικά από την Ε.Ε. Θα πρέπει να δεχθούμε σαν γενικό κανόνα ότι όσο μεγαλύτερη η απόσταση από την Ε.Ε., τόσο μεγαλύτερη και η πιθανότητα αλλαγών στο νομοθετικό πλαίσιο του Ηνωμένου Βασιλείου.
Το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσε για παράδειγμα να επιλέξει το μοντέλο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (WTO) και των συμφωνιών ελευθέρου εμπορίου. Στην περίπτωση αυτή το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ε.Ε. θα ήταν το καθένα στην ίδια θέση με το άλλο όπως κάθε άλλη χώρα με την οποία δεν είχαν κάποια συγκεκριμένη συμφωνία. Εταιρίες του Ηνωμένου Βασιλείου που θα ήθελαν να εμπορεύονται μέσα στην Ε.Ε. θα πρέπει να πληρώνουν δασμούς – από 0,9% για ξυλεία και χαρτί μέχρι και 42.1% για γαλακτοκομικά προϊόντα. Τα βρετανικά προϊόντα θα πρέπει επίσης να συνεχίζουν να πληρούν τις προδιαγραφές της Ε.Ε.
Άλλο μοντέλο επιλογής θα μπορούσε να είναι αυτό της τελωνειακής ένωσης το Ηνωμένου Βασιλείου με την Ε.Ε. Αυτό θα επέτρεπε στο Ηνωμένο Βασίλειο να έχει πρόσβαση στην Κοινή Αγορά με προϊόντα για τα οποία δεν θα είχε να πληρώνει δασμούς με μόνη τη διαφορά οτι το Ηνωμένο Βασίλειο θα επέβαλε έναν κοινό δασμό με την υπόλοιπη Ε.Ε. σε εισαγωγές από χώρες εκτός της τελωνειακής ένωσης. Και σε αυτήν την περίπτωση το Ηνωμένο Βασίλειο θα πρέπει να συνεχίσει να εφαρμόζει ορισμένους κανόνες της Ε.Ε. σε σχέση με τα εξαγόμενα  στην Ε.Ε. προϊόντα του όπως και κανόνες σχετικούς με την προστασία του ανταγωνισμού, της πνευματικής ιδιοκτησίας και των καταναλωτών.
Τέλος, το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσε να επιλέξει το μοντέλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Ελευθέρου Εμπορίου (EFTA) την οποία αποτελούν οι Ισλανδία, Λιχτενστάιν, Νορβηγία και Ελβετία που έχουν μεταξύ τους έναν αριθμό εμπορικών συμφωνιών ελευθέρου εμπορίου, ή ακόμα να ακολουθήσει το Ελβετικό παράδειγμα που έχει κάποιες διαφοροποιήσεις από το μοντέλο της EFTA.
Είναι νωρίς όμως να βγάλουμε συμπεράσματα. Παρά το ότι μπορεί να υπάρξουν κάποιες βραχυπρόθεσμες οικονομικές επιπτώσεις εξαιτίας του Brexit – όπως η προσωρινή υποχώρηση της ισοτιμίας της στερλίνας, η μείωση των ξένων και άμεσων επενδύσεων και η αύξηση του κόστους δανεισμού – η επίπτωση στο νομοθετικό περιβάλλον του Ηνωμένου Βασιλείου θα εκδηλωθεί μετά από αρκετά χρόνια. Κάθε αλλαγή θα γίνεται μάλλον σταδιακά και ήρεμα σε διαφορετικούς κάθε φορά τομείς με ελεγχόμενη ένταση και σε προσχεδιασμένους χρόνους ανάλογα με τις προτεραιότητες  της κυβερνητικής πολιτικής του Ηνωμένου Βασιλείου. Δεν αναμένεται συνεπώς δριμύτατη επίπτωση στις αγορές αλλά και στις σχέσεις Ηνωμένου Βασιλείου και Ε.Ε., οπότε και η ανησυχία θα πρέπει να είναι ελεγχόμενη. Ο χρόνος που θα διανύσουμε μέχρι την οριστική αποχώρηση εξάλλου θα δώσει την ευκαιρία στην Ε.Ε. να δημιουργήσει μηχανισμούς άμυνας για την τελική έκβαση της αποχώρησης.
* Ο κ. Γραμματίδης είναι Πρόεδρος της Νέας Πορείας Νέας Ελλάδας.

 http://www.liberal.gr/