Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

ΠΟΙΟΣ ΑΝΑΒΕΙ ΤΟ ΛΑΘΡΑΙΟ ΤΣΙΓΑΡΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ ΛΕΤΤΑΣ ΚΑΛΑΜΑΡΑ



Τα ποσοστά αύξησης των λαθραίων τσιγάρων στην Ελλάδα λόγω οικονομικής κρίσης δείχνουν την αδυναμία της χώρας να κλείσει τις κερκόπορτες εκείνες που διαχρονικά ανοίγουν το δρόμο για κάθε είδους λεηλασία στο εσωτερικό της. Και αυτό γιατί δεν αρκεί μόνο η έλλειψη χρημάτων για να ανθίσει το κάθε είδους παράνομο εμπόριο, πρέπει να υπάρχουν και οι κατάλληλοι μηχανισμοί που θα το διευκολύνουν και κυρίως η ανεπάρκεια της πολιτείας να το εντοπίσει και να το εξαλείψει. 


Από το 2009 τα νούμερα δείχνουν πως τα παράνομα τσιγάρα στη χώρα μας από τα 970.000 τεμάχια έφτασαν το 2015 τα 4,1 δισεκατομμύρια τεμάχια με τους διαφυγόντες φόρους από την πλευρά του κράτους  να φτάνουν τα 635 εκατ. ευρώ ετησίως και τη νόμιμη αγορά να χάνει το 46% της δυναμικής της με ό,τι αυτό σημαίνει για την οικονομική αλυσίδα, παραγωγή, βιομηχανία-μεταποίηση, λιανεμπόριο. Ο κλάδος του καπνού αφορά 60.000 οικογένειες αγροτών και εργατών στην καπνοπαραγωγή, εργαζομένων στη μεταποίηση και την καπνοβιομηχανία, λιανεμπόρων καπνικών προϊόντων, με συμμετοχή 7% στον τακτικό προϋπολογισμό και κατά 3% στις συνολικές εξαγωγές. Με τεράστια επίσης συμβολή στην ανάπτυξη και την απασχόληση της περιφέρειας και ειδικότερα της Βόρειας και Κεντρικής Ελλάδας. Από τη στιγμή λοιπόν που το ελληνικό κράτος  υπογράφει μνημόνια με δυσβάσταχτους φόρους για τους πολίτες και τις νόμιμες επιχειρήσεις και δεν αναζητεί να βρει άμεσα τους τρόπους για να κερδίσει και το τελευταίο σεντς που λυμαίνονται οι κάθε είδους απατεώνες, τότε γίνεται αυτομάτως συνεργός σε ένα διαρκές εξελισσόμενο οικονομικό έγκλημα εις βάρος της υγιούς οικονομικής σταθερότητας. 


Σύμφωνα με τα στοιχεία της Philip Morris Παπαστράτος η Ελλάδα έχει εξελιχθεί από χώρα μετακίνησης λαθραίων τσιγάρων σε χώρα μαζικής κατανάλωσης τους.  Η υπερφορολόγηση του προϊόντος (84% της μέσης λιανικής τιμής που θα φτάσει στο 90% από τον Ιανουάριο του 2017 μετά τους νέους φόρους) σε συνδυασμό με τη μείωση κατά 26% της αγοραστικής δύναμης του καταναλωτή αλλά και τη χαμηλής μέχρι τώρα  απόδοσης στρατηγική των διωκτικών αρχών, έχουν εκθρέψει μια τεράστια παραοικονομία αγνώστου για τους πολλούς ταυτότητας, στόχων και δυνατοτήτων, με απρόβλεπτες συνέπειες.