Την άνοιξη του 1974, οι σχέσεις Αθήνας - Λευκωσίας οξύνθηκαν υπέρμετρα εξαιτίας της άρνησης του Μακαρίου να εγκρίνει τον κατάλογο των υποψήφιων Εφέδρων Αξιωματικών της Ε. Φ. και της πρόθεσης του να μειώσει την στρατιωτική θητεία με παράλληλη μείωση του αριθμού των αξιωματικών από την Ελλάδα.

Άστοχη ενέργεια με δεδομένη την τουρκική απειλή και τη δράση των παραστρατιωτικών ομάδων των Τ/Κ, διότι κάθε μείωση της αμυντικής ικανότητας της Ε.Φ., «έριχνε νερό στο μύλο των Τούρκων». Είναι σίγουρο ότι ο Μακάριος ήταν ενήμερος για το σχεδιαζόμενο πραξικόπημα και προσπάθησε να κάνει γνωστό το πρόβλημα με επιστολή που έστειλε στις 2 Ιουλίου 1974 στον Πρόεδρο Γκιζίκη, ενημερώνοντας παράλληλα τον αυτοεξόριστο πρώην πρωθυπουργό Κ. Καραμανλή στο Παρίσι και τον τέως Βασιλιά Κωνσταντίνο στο Λονδίνο.

Από την επιστολή προκύπτει ότι ήταν γνώστης όλων των κινήσεων και των σχεδίων της ΕΟΚΑ Β΄ σε συνεργασία με κυβερνητικούς κύκλους των Αθηνών, χαρακτηριστική δε είναι η φράση του: «Η Κρατική Υπόσταση της Κύπρου πρέπει να διαλυθεί μόνο εις περίπτωση Ενώσεως, πράγμα που δεν είναι εφικτό …».
Στις 12 Ιουλίου 1974, ο διοικητής της Ε.Φ. Αντγος Ντενίσης, ο Πρέσβης στη Λευκωσία Λαγάκος και ο διοικητής της ΕΛΔΥΚ, Συνταγματάρχης Νικολαΐδης, αναχώρησαν για την Αθήνα για παραπλάνηση του Μακαρίου. Στις 05.30 της 15ης Ιουλίου εκδηλώνεται το πραξικόπημα με τη συμμετοχή τριών Μοιρών Καταδρομών, της ΕΛΔΥΚ, ενός Μηχανοκινήτου Τάγματος Πεζικού και δύο Επιλαρχιών Αρμάτων.
Ο Μακάριος διέφυγε προς την Πάφο (μερικοί ισχυρίζονται ότι ήταν εκτός προεδρικού μεγάρου στη Μονή Κύκκου) και από εκεί απηύθυνε ραδιοφωνικό διάγγελμα προς τον Κυπριακό λαό με το οποίο τον κάλεσε να αντισταθεί κατά των πραξικοπηματιών. Κατά την αδελφοκτόνα μάχη είχαμε 41 νεκρούς από την Ε.Φ., 41 από τις δυνάμεις του Μακαρίου και 16 πολίτες.
Την εξουσία ανέλαβε ο Νίκος Σαμψών και άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για την τουρκική εισβολή -η αφορμή είχε δοθεί με την κατάλυση του Συντάγματος της Κύπρου και ως εγγυήτρια δύναμις η Τουρκία επικαλέστηκε θέμα ασφάλεια των ομοεθνών της. Επιπρόσθετα η ομιλία του Μακαρίου στα Ηνωμένα Έθνη στις 19 Ιουλίου 1974, όπου καταφέρθηκε κατά της Κυβέρνησης των Αθηνών, την οποία κατηγόρησε ευθέως για εισβολή και κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, έδωσε στην Τουρκία ένα επιπλέον «νομιμοποιητικό στοιχείο».
Το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, επέφερε ένα δυνατό κτύπημα στις σχέσεις Ελλαδιτών και Ε/Κ, κλόνισε την πειθαρχεία στις μονάδες της Ε.Φ. και την εμπιστοσύνη των στρατιωτών προς τους ηγήτορές τους. Τούτο φάνηκε σε πολλές μονάδες κατά την τουρκική εισβολή που ακολούθησε και κυρίως σε αυτές που αδικαιολόγητα δεν εκτέλεσαν καθόλου ή εκτέλεσαν μερικώς την αποστολή τους.
Στην Αθήνα, είχαν αρχίσει οι κινήσεις των παλαιών πολιτικών, οι οποίοι πριν το 1967 με την αμέλεια τους, επέτρεψαν να ανδρωθεί ο Ι.Δ.Ε.Α. και να επιβάλλει την επτάχρονη δικτατορία, για να επανέλθουν στην εξουσία. Παράλληλα στις 19 Ιουλίου 1974, έλαβε χώρα σύσκεψη του πρωθυπουργού Ανδρουτσόπουλου με τους εκπροσώπους των ΗΠΑ, ΥΦΥΠΕΞ Σίσκο, ΥΦΥΠΑΜ Έλσγουορθ, Πρέσβη στην Αθήνα Τάσκα και του Στρατιωτικού Ακολούθου στην Αθήνα. Η ίδια σύσκεψη έγινε την επομένη στο Αρχηγείο των Ενόπλων Δυνάμεων με τον Α/ΓΕΔ Μπονάνο.
Τι ειπώθηκε στις δύο συσκέψεις, είναι άγνωστο, σίγουρα όμως οι ΗΠΑ ενδιαφέρονταν να μην κηρύξει η Χώρα μας τον πόλεμο κατά της Τουρκίας (για τη συνοχή του ΝΑΤΟ), ήταν ευχαριστημένες που απομακρύνθηκε ο Μακάριος, που σκόπευε να μετατρέψει το Νησί σε «Κούβα» της Μεσογείου και φυσικά θα συνέστησαν την επαναφορά της εξουσίας στους Πολιτικούς.
Η Κύπρος ως άλλη Ιφιγένεια, θυσιαζόταν στο βωμό του εκδημοκρατισμού της Ελλάδος και αφηνόταν στην τύχη της. Οι προετοιμασίες των τουρκικών στρατευμάτων είχαν αρχίσει πολύ νωρίς με μετακινήσεις στα παράλια της Μερσίνας και εκπαιδεύσεις στις αποβατικές επιχειρήσεις.
Όλες οι πληροφορίες έφθαναν στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς (Γ.Ε.Ε.Φ.) και στην Αθήνα, ουδείς όμως ασχολιόταν με το θέμα ώστε να γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες για την προπαρασκευή της άμυνας της Νήσου. Η ΕΛ.ΔΥ.Κ. είχε ειδοποιηθεί από την 19η Ιουλίου και είχε μεταβεί στους χώρους διασποράς -μερικές μονάδες με πρωτοβουλία των διοικητών τους, εξήλθαν από τα στρατόπεδα και γλύτωσαν από τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς .
Από τις πρωινές ώρες της 20ης Ιουλίου, άρχισε η προσβολή με Α/Φ των στρατοπέδων και διαφόρων στόχων, ακολούθησε η ρίψη αλεξιπτωτιστών και δημιουργήθηκε το προγεφύρωμα στο χωριό Κιόνελι κοντά στη Λευκωσία. Στο επιτελείο της Ε.Φ. επικράτησε πανικός και η διαταγή για κίνηση δόθηκε μετά την έναρξη της εισβολής, με αποτέλεσμα πολλές μονάδες να κτυπηθούν στο δρόμο και να μην φτάσουν στους χώρους της αποστολής τους. Στην ακτή της Κερύνειας εκδηλώθηκε η αποβατική ενέργεια, αλλά το τάγμα της περιοχής αμύνθηκε και οι Τούρκοι «τα βρήκαν σκούρα».
Οι ενισχύσεις όμως δεν έφτασαν, τα Αντιαρματικά όπλα δεν επάνδρωσαν όλα τις θέσεις, το πυροβολικό πλην μιας Μοίρας δεν εκτέλεσε πυρά και τελικά δημιουργήθηκε μικρό προγεφύρωμα.
Δύο τάγματα της ΕΛ.ΔΥ.Κ. μαζί με δυνάμεις της Ε.Φ. επιτέθηκαν στις 18.30 της 20ης Ιουλίου για εξάλειψη του προγεφυρώματος Κιόνελι μέχρι τις 02.00 της επόμενης ημέρας, χωρίς επιτυχία.
Τελικά λόγω του ότι θα ξημέρωνε και θα ήταν εύκολοι στόχοι για την εχθρική αεροπορία, η οποία δρούσε ανενόχλητη, διατάχθηκε σύμπτυξη.
Πράγματι την επόμενη ημέρα, η τουρκική αεροπορία βομβάρδισε το στρατόπεδο της ΕΛ.ΔΥ.Κ. και έριξε και άλλους αλεξιπτωτιστές στο Κιόνελι.
Στους τομείς της Ε.Φ. παρά τα προβλήματα που προαναφέρθηκαν δόθηκαν σκληρές μάχες στον Άγιο Ιλαρίωνα, στον Άγιο Ερμόλαο, στην Κερύνεια και στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας.
Στην Αθήνα ουδείς ασχολήθηκε σοβαρά με τα τεκταινόμενα στην Κύπρο, είχε κηρυχτεί επιστράτευση, αλλά όχι πόλεμος κατά του εισβολέα. Οι μέχρι τώρα κρατούντες προσπαθούσαν να έλθουν σε συνδιαλλαγή με τους επερχόμενους στην εξουσία.
Όλα τα σχέδια ενίσχυσης της Κύπρου ανεστάλησαν από το Μπονάνο (άραγε από ποιον πολιτικό προϊστάμενο πήρε εντολές;):
- Τάγμα με ίλη αρμάτων φορτώθηκαν για μεταφορά στην Κύπρο και διατάχθηκε να γυρίσουν στη Ρόδο.
- Μοίρα Καταδρομών διατάχθηκε να φορτωθεί σε Α/Φ της «Ολυμπιακής», τα οποία επικαλέστηκαν βλάβη και η μεταφορά στην Κύπρο δεν έγινε.
Διατάχθηκε άλλη Μοίρα Καταδρομών και με 15 Α/Φ τη νύχτα 21 προς 22 Ιουλίου, μεταφέρθηκε στο Α/Δ Λευκωσίας χωρίς να ειδοποιηθούν τα Αντιαεροπορικά όπλα της Ε.Φ.. Αποτέλεσμα ένα Α/Φ βλήθηκε από φίλια πυρά και είχαμε 29 νεκρούς καταδρομείς (ένας γλύτωσε) και όλο το πλήρωμα.
Τα υποβρύχια «Γλαύκος» και «Νηρέας» στις 19 Ιουλίου ήταν ανοικτά της Ρόδου, έτοιμα να πλεύσουν για Κύπρο και διατάχθηκαν να επιστρέψουν.
- Μοίρες Α/Φ F-4Ε μεταστάθμευσαν στην Κρήτη, αλλά ποτέ δεν πήραν διαταγή να πετάξουν για την Κύπρο.
Ήταν τέτοια η σύγχυση των Τούρκων κατά τα πρώτα στάδια της εισβολής και παράδειγμα προς τούτο, αποτελεί η βύθιση του τουρκικού αντιτορπιλικού «Kocatepe» στις 21 Ιουλίου από την τουρκική αεροπορία.
Από τις μαρτυρίες στρατιωτών, που περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Ρόνι Αλασόρ, φαίνεται η σύγχυση, ο φόβος και ο πανικός που διακατείχε τους εισβολείς. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν το μέγεθος της αντίστασης που αντιμετώπιζαν και την παντελή απουσία του ελληνικού πολεμικού ναυτικού και της αεροπορίας.
Στις 22 Ιουλίου και ώρα 16.00, συμφωνήθηκε κατάπαυση του πυρός, την οποία παραβίασε αμέσως η Τουρκία.
Και τη νύχτα επιτέθηκε χωρίς επιτυχία κατά του στρατοπέδου της ΕΛ.ΔΥ.Κ., διότι ήξερε πολύ καλά ότι ήταν το μόνο σοβαρό εμπόδιο για την κατάληψη του Α/Δ της Λευκωσίας και της ίδιας της πρωτεύουσας.

(Σε επόμενο φύλλο το Δ΄ και τελευταίο μέρος: «Αττίλας-2, Επίλογος»).
* Ο κ. Στρατής Χαραλάμπους είναι Αντγός (ΠΒ) ε.α., Πρόεδρος Παραρτήματος Λέσβου της Ε.Α.Α.Σ.