Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

Ηνωμένες Πολιτείες Τραγωδία, Προεδρικές Εκλογές, Σύστημα και Κοινωνία

Του Δημήτρη Γ. Απόκη*
Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται εν μέσω μιας πολύ σκληρής, αλλά χαμηλού επιπέδου, προεκλογική εκστρατεία ενόψει της αναμέτρησης του Νοεμβρίου για την εκλογή του διαδόχου του Μπαράκ Ομπάμα στην Προεδρία. Τα δύο παραδοσιακά κόμματα, κατά γενική ομολογία, επέλεξαν μέσω της διαδικασίας των προκριματικών εκλογών για το χρίσμα, ίσως τους χειρότερους
υποψήφιους που θα μπορούσαν να επιλέξουν, τον καθένα βέβαια για συγκεκριμένους λόγους και αιτίες. Το Δημοκρατικό Κόμμα επέλεξε την πρώην Υπουργό Εξωτερικών και Πρώτη Κυρία των ΗΠΑ, σύζυγο του πρώην Προέδρου, Μπίλ Κλίντον, Χίλαρι Κλίντον. Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, επέλεξε ένα πρόσωπο εκτός του πολιτικού συστήματος, αρκετά αμφιλεγόμενο, και συχνά εξαιρετικά προκλητικό στις απόψεις και τοποθετήσεις του, τον πολυεκατομμυριούχο επιχειρηματία, Ντόναλντ Τράμπ.
Το πολιτικό, οικονομικό, και κοινωνικό σκηνικό, μέσα στο οποίο διεξάγεται αυτή η προεκλογική εκστρατεία είναι εκρηκτικό και βρίσκει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια από τις χειρότερες κοινωνικές και πολιτικές κρίσεις που έχει περάσει η χώρα.
Δυστυχώς, οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών, με τα περιστατικά εκτέλεσης δύο ανδρών αφροαμερικανικής καταγωγής, από λευκούς αστυνομικούς στις Πολιτείες της Λουϊζιάνα και της Μινεσότα, αλλά και την εκτέλεση 5 αστυνομικών, από αφροαμερικανικής καταγωγής ελεύθερο σκοπευτή, στο Ντάλας του Τέξας, ήρθαν να επιβαρύνουν ένα ήδη βεβαρημένο σκηνικό, και να βάλλουν φωτιά, στη βαθιά διχασμένη όπως όλα δείχνουν αμερικανική κοινωνία. Από τη μια άκρη της χώρας στην άλλη υπάρχουν διαδηλώσεις αφροαμερικανών, με εμπρηστικές δηλώσεις κατά της αστυνομίας, οι οποίες σε κάποιες περιπτώσεις παίρνουν απάντηση μέσω προκλητικών δηλώσεων, λευκών ακτιβιστών και σκληρών σερίφηδων σε διάφορα σημεία της χώρας.
Είναι λίγο βαρύ να το πει κανείς, αλλά πλησιάζει πολύ κοντά στην αλήθεια, ότι ο διχασμός μεταξύ μαύρων και λευκών στις σημερινές Ηνωμένες Πολιτείες ξεπερνάει την εποχή της κρίσης των πολιτικών δικαιωμάτων και της δολοφονίας του Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ.
- Το γεγονός ότι αυτή η κατάσταση επικρατεί και έχει επιδεινωθεί, μετά από οκτώ χρόνια παραμονής στην Προεδρία του πρώτου αφροαμερικανικής καταγωγής Προέδρου, του Μπαράκ Ομπάμα, έχει από μόνο του τη σημασία του, και δεν πρέπει να το παραβλέπει κανείς με αβασάνιστη ευκολία.
Να μην ξεχνάμε και τα συχνά γεγονότα πυροβολισμών με νεκρούς σε πανεπιστήμια και σχολεία, αλλά και τα φαινόμενα θαυμαστών του Ισλαμικού Κράτους, όπως αυτά στο Σαν Μπερναρντίνο της Καλιφόρνια, και του Ορλάντο στη Φλόριντα.
Η ποιότητα του πολιτικού προσωπικού, και στα δυο πολιτικά κόμματα, με τη σταδιακή αποχώρηση της γενιάς του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, γνωστής και ως “The Great Generation”, έχει επίσης δραματικά επιδεινωθεί με αποτέλεσμα να υπάρχει ουσιαστική απουσία ηγεσίας. Τα ποσοστά δημοτικότητας του Κογκρέσου στην αμερικανική κοινωνία έχουν πιάσει πάτο, και χρόνο με το χρόνο η κατάσταση χειροτερεύει.
Βλέποντας κανείς αυτή την κατάσταση, το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό είναι η ανάγκη μιας ηγεσίας η οποία θα μπορέσει να ενώσει, να ανέλθει πάνω από το διχασμό, αποτελώντας παράδειγμα και δίνοντας όραμα, σε μια βαθιά διχασμένη και μαστιζόμενη από προβλήματα κοινωνία.
Και τι καλύτερη ευκαιρία, θα μπορούσε να πει κανείς, από την επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση για την εκλογή Προέδρου.
Αμέσως όμως, έρχεται η δυσάρεστη απάντηση, μέσω μιας απλής και απαλλαγμένης από συναίσθημα και πολιτικές προτιμήσεις, εξέταση των υποψηφίων για την Προεδρία.
Ξεκινώντας, από το Δημοκρατικό Κόμμα και τη Χίλαρι Κλίντον, η εικόνα είναι τραγική. Μόλις ώρες πριν τις τραγικές εξελίξεις στη Λουϊζιάνα, τη Μινεσότα και το Ντάλας, ο Διευθυντής του FBI, και η Υπουργός Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, είχαν ανακοινώσει ότι δεν πρόκειται να απαγγείλουν κατηγορίες εναντίον της Χίλαρι Κλίντον, για το σκάνδαλο των Email, την εποχή που ήταν Υπουργός Εξωτερικών. Αυτό βέβαια, μετά το γεγονός ότι ο Διευθυντής του FBI, Τζέημς Κόμει, κατά τη διάρκεια της ανακοίνωσης και πριν φτάσει στο συμπέρασμα της μη απονομής κατηγοριών, είχε παραθέσει ένα βαρύ κατηγορητήριο εναντίον της υποψηφίου των Δημοκρατικών. Η κατάσταση μάλιστα επιδεινώθηκε, όταν μετά την ανακοίνωση ο κ. Κόμει, κλήθηκε να καταθέσει και να δικαιολογήσει την απόφασή του ενώπιον Επιτροπής του Κογκρέσου.
Σε αυτή την κατάθεση ο Διευθυντής του FBI, άνοιξε μια ακόμη μεγάλη πληγή για την κ. Κλίντον.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής, ρώτησε τον κ. Κόμει, εάν το FBI διαπίστωσε κατά τη διάρκεια της έρευνας εάν η κ. Κλίντον είπε ψέματα, με δεδομένο ότι όταν είχε καταθέσει στο Κογκρέσο για το θέμα, και μάλιστα υπό όρκο να πει την αλήθεια, είχε πει διαφορετικά πράγματα από αυτά που είπε στο FBI. Και σε αυτό το σημείο ο Διευθυντής του FBI, έριξε τη βόμβα, λέγοντας ότι για να εξετάσει κάτι τέτοιο το FBI, θα πρέπει να υπάρξει αίτημα από το Κογκρέσο και δεν υπήρξε. Άμεση ήταν και η απάντηση από τον Πρόεδρο της Επιτροπής.  Θα το έχετε μέσα στις επόμενες ώρες είπε. Κάτι που έγινε και τώρα βάση του νόμου, το FBI είναι υποχρεωμένο να διεξάγει έρευνα. Και για όσους γνωρίζουν το να πει κάποιος ψέματα ενώπιον του Κογκρέσου, όταν μάλιστα έχει ορκιστεί να πει την αλήθεια, αποτελεί έγκλημα που επισείει ποινή  αρκετών χρόνων φυλάκισης.
Το θέμα όμως πέρα από ποινικό είναι πάνω από όλα ηθικό. Και με βάση αυτά που έχουν παρατεθεί παραπάνω, σήμερα το ηθικό και έντιμο ίσως να είναι πολύ πιο σημαντικό από το οποιοδήποτε ποινικό παράπτωμα.
Μπορεί η Χίλαρι Κλίντον μέσα σε όλο αυτό τον καταιγισμό πιθανών νομικών προβλημάτων και ευθείας αμφισβήτησης της εντιμότητας και της ηθικής της, να αποτελέσει την ηγετική προσωπικότητα που θα βγάλει τη χώρα από τον κοινωνικό διχασμό. Είναι η προσωπικότητα που μπαίνοντας στο Λευκό Οίκο, θα ανεβάσει το πολιτικό επίπεδο και θα αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση για την αμερικανική κοινωνία και για τη νέα γενιά της Αμερικής;
Δυστυχώς η απάντηση είναι ένα βροντερό όχι, εάν ξεπεράσει κανείς τις ανούσιες φανφάρες περί ιστορικού γεγονότος για την πρώτη γυναίκα Πρόεδρο στην ιστορία των ΗΠΑ.
Για αυτό το λόγο δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των νέων του Δημοκρατικού Κόμματος υποστήριξε τον γερουσιαστή Μπέρνι Σάντερς για το χρίσμα και παρά την πρόθεσή του να δημοσιοποιήσει την υποστήριξη του προς την κ. Κλίντον την ερχόμενη Τρίτη, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα την ασπαστούν οι υποστηρικτές του στην κάλπη τον ερχόμενο Νοέμβριο.
Σε πρόσφατη δημοσκόπηση μετά την δήλωση του κ. Σάντερς ότι θα στηρίξει την κ. Κλίντον, μόνο το 24% των Δημοκρατικών δήλωσε ότι θα τη στηρίξει, και το 64% δήλωσε ότι η ανακοίνωση Σάντερς δεν θα έχει καμία επιρροή στην ψήφο τους το Νοέμβριο.
Επίσης, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι συνεχίζει να παραμένει επίκαιρη, αν και δεν είναι καθόλου πιθανό, η συζήτηση να εισέλθει την τελευταία στιγμή κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου στην κούρσα ο Αντιπρόεδρος, Τζό Μπάϊντεν.
Στην άλλη όχθη στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, έχουμε ένα τελείως διαφορετικό πρόβλημα. Την επιλογή ενός καθαρά αντισυμβατικού υποψηφίου, του Ντόναλντ Τράμπ, ο οποίος έχει απέναντι του το παραδοσιακό κατεστημένο των Ρεπουμπλικάνων, αλλά και κάποιες θέσεις οι οποίες πολώνουν το κλίμα.
Βέβαια η κατάκτηση της υποψηφιότητας από τον Ντόναλντ Τράμπ, ο οποίος έφερε στην κάλπη των προκριματικών, δεκάδες χιλιάδες νέους ψηφοφόρους, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αντίθεσή του έναντι του συστήματος του κόμματος, αλλά και του συστήματος γενικότερα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το γεγονός ότι ο κ. Τράμπ δεν είναι πολιτικός. Ίσως αυτό να είναι και το μοναδικό μεγάλο προσόν του, με δεδομένη την απέχθεια που επικρατεί στο εκλογικό σώμα για οτιδήποτε συστημικό.
Παρόλα αυτά οι θέσεις που κατά καιρούς εκφράζει ο κ. Τράμπ, είναι αλλοπρόσαλλες και σε θέματα κοινωνικά προκαλούν ένταση. Για παράδειγμα έχει πιάσει σωστά το σφυγμό της κοινωνίας εναντίον της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης και υπέρ των σφικτών συνόρων. Σε συνδυασμό μάλιστα με την αντίθεσή του σε οικονομικές και εμπορικές συμφωνίες όπως η NAFTA, οι οποίες στοιχίζουν θέσεις εργασία και κλείσιμο εργοστασίων εντός των ΗΠΑ, είναι γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας είναι θετικά διακείμενο απέναντί του. Παρόλα αυτά, μια προσεκτική εξέταση των θέσεων του δείχνει ότι δεν είναι καλά μελετημένες και βασίζονται στην απέχθεια που επικρατεί για το σύστημα, με αποτέλεσμα να αγγίζουν τα όρια του φτηνού λαϊκισμού. Κάτι που επίσης, δεν χρειάζονται οι Ηνωμένες Πολιτείες σε αυτή την κρίσιμη, για τη χώρα και το διεθνές σύστημα, στιγμή.
Και οι δύο προεδρικοί υποψήφιοι για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, έχουν σημαντικά προβλήματα σε θέματα πολιτικής εθνικής ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής. Το σαφώς αποτυχημένο παρελθόν της κ. Κλίντον, ως Υπουργού Εξωτερικών (πολιτική έναντι της Ρωσίας, Βεγγάζη, η έρευνα για τις σχέσεις του Clinton Foundation με ξένες κυβερνήσεις), αλλά και η πλήρης απειρία του κ. Τράμπ, δεν είναι ενθαρρυντικά στοιχεία για αυτόν τον κρίσιμο τομέα, στη μετά-Brexit εποχή, την εποχή της έντασης με τη Μόσχα, και το χειρισμό της ισλαμικής τρομοκρατίας (αν και εδώ ο κ. Τράμπ έχει πιο ισόρροπη προσέγγιση).
Συμπερασματικά λοιπόν, σε μια κομβική στιγμή για το μέλλον του πλανήτη και των Ηνωμένων Πολιτειών, η μεγαλύτερη Δημοκρατία και η μοναδική υπερδύναμη στον κόσμο, στερείται ηγεσίας, αξιοπιστίας πολιτικών και οράματος. Αυτό το γεγονός, είναι τραγικό για τις ΗΠΑ, αλλά και για το διεθνές σύστημα ευρύτερα.

* Ο Δημήτρης Αποκης είναι Διεθνολογος και Δημοσιογράφος.
 www.liberal.gr