Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

Συμπλοκή σκοπών και στρατηγικών στην Συρία και η Τουρκία


Γράφει ο Σταύρος Λυγερός

Η προς το παρόν μετρημένη τουρκική εισβολή στη βόρεια Συρία εκ των πραγμάτων περιπλέκει και καθιστά ακόμα πιο ασταθείς τις ισορροπίες στην περιοχή. Μέχρι πρότινος, οι δυνάμεις του καθεστώτος Άσσαντ, με τη βοήθεια της Ρωσίας, ανακαταλάμβαναν εδάφη, εκτοπίζοντας αφενός αντικαθεστωτικούς αντάρτες που υποστηρίζουν η Τουρκία και η Δύση, αφετέρου μαχητές του Ισλαμικού Κράτους και άλλους τζιχαντιστές.

Παραλλήλως, οι κουρδικές δυνάμεις, με τη βοήθεια και των Αμερικανών και των Ρώσων, εκτόπιζαν κυρίως το Ισλαμικό Κράτος, παγιώνοντας τον έλεγχό τους σε μεγάλο μέρος της βόρειας Συρίας. Στρατηγικός στόχος των Κούρδων ήταν και παραμένει να ενώσουν εδαφικά το δυτικό κουρδικό καντόνι του Αφρίν με τα δύο άλλα κουρδικά καντόνια που βρίσκονται ανατολικά του Ευφράτη.

Αποφασιστικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση έκαναν στις 12 Αυγούστου, όταν κατέλαβαν τη στρατηγικής σημασίας πόλη Μανμπίτζ που βρίσκεται δυτικά του Ευφράτη. Επειδή στη βόρεια Συρία κατοικούν και άλλες εθνοτικές ομάδες, οι Κούρδοι (πολιτικά ελέγχονται από το κόμμα PYD, το οποίο είναι το παρακλάδι του ΡΚΚ στη Συρία) έχουν συνάψει πολιτική και στρατιωτική συμμαχία με κάποιες αραβικές φυλές, με Ασσύριους, με Γεζίντι, με Αρμένιους και με κάποιους Τουρκομάνους, συγκροτώντας τις Δημοκρατικές Δυνάμεις Συρίας. Στρατιωτικός στόχος της συμμαχίας είναι η συντριβή των τζιχαντιστών και πολιτικός στόχος η ίδρυση του κράτους της Ροζάβα στο πλαίσιο μίας συνομοσπονδιακής Συρίας.

Μέχρι πριν μερικές ημέρες, οι Κούρδοι και το καθεστώς Άσαντ απέφευγαν επιμελώς να συγκρουσθούν μεταξύ τους. Θα ήταν, άλλωστε, απαγορευτική πολυτέλεια, δεδομένου ότι είχαν κοινό εχθρό το Ισλαμικό Κράτος, τις άλλες τζιχαντιστικές οργανώσεις και την Τουρκία που βοηθούσε πολλαπλώς τους αντικαθεστωτικούς αντάρτες.

Υπενθυμίζουμε ότι από την έναρξη σχεδόν του πολέμου στη Συρία, ο Ερντογάν είχε αναλάβει με τις ευλογίες της Δύσης την εργολαβία να υποστηρίξει παντοιοτρόπως τον Ελεύθερο Συριακό Στρατό (άθροισμα αντικαθεστωτικών ανταρτικών ομάδων τζιχαντιστικού κατά κανόνα χαρακτήρα) με σκοπό την ανατροπή του Άσαντ. Θεωρούσε πως με τον τρόπο αυτό θα κατάφερνε να εγκαθιδρύσει ένα σουνιτικό καθεστώς, το οποίο θα μετέτρεπε τη Συρία σε άτυπο προτεκτοράτο της Τουρκίας.

Τα γεγονότα εξελίχθηκαν πολύ διαφορετικά απ’ ότι τα υπολόγιζε η Άγκυρα. Μετά τους τελετουργικούς αποκεφαλισμούς, η Δύση υποχρεώθηκε να στραφεί εναντίον του Ισλαμικού Κράτους, με το οποίο οι νεοοθωμανοί είχαν αναπτύξει άτυπες σχέσεις συνεργασίας. Η πολιορκία της πόλης Κομπάνι ήταν το αντάλλαγμα των τζιχαντιστών προς την Άγκυρα για την έμμεση αλλά πολύπλευρη βοήθειά της. Σ’ εκείνη τη μάχη, όμως, νικητές αναδείχθηκαν οι Κούρδοι, αντιστρέφοντας την πορεία του πολέμου.

Αναγνωρίζοντας ότι ο κουρδικός παράγοντας είναι η πιο αξιόμαχη δύναμη στον πόλεμο εναντίον των τζιχαντιστών, οι Αμερικανοί ποντάρισαν πολιτικά και στρατιωτικά σ’ αυτόν. Η υποστήριξή τους προκάλεσε νευρική κρίση στην Τουρκία, αλλά η Ουάσιγκτον δεν υποχώρησε στις συνεχείς πιέσεις του Ερντογάν.

Μετά την κατάρριψη του ρωσικού Σουχόι τον περασμένο Νοέμβριο από τουρκικό μαχητικό, οι σχέσεις Μόσχας-Άγκυρας έφθασαν στα όρια της ρήξης. Οι Ρώσοι παρενέβησαν ακόμα πιο δυναμικά υπέρ του καθεστώτος Άσαντ, αλλά και υπέρ των Κούρδων. Ταυτοχρόνως, διατηρούσαν ανοικτούς διαύλους συνεννόησης με την Ουάσιγκτον για πολιτική λύση του Συριακού.

Δεν είναι τυχαίο, βεβαίως, ότι ενώ πριν μερικές ημέρες ξεκίνησε η χρήση της ιρανικής βάσης Χαμαντάν από τα βαριά ρωσικά βομβαρδιστικά που επιχειρούν στη Συρία, αυτή σταμάτησε ξαφνικά. Προφανώς, αυτό συνέβη κατόπιν αμερικανικής παρέμβασης και στο πλαίσιο μίας συνεννόησης που εμπεριέχει κάποιου είδους ανταλλάγματα.



Η Άγκυρα είχε εδώ και καιρό προειδοποιήσει ότι δεν θα ανεχθεί οι κουρδικές δυνάμεις να περάσουν προς τα δυτικά τον Ευφράτη. Ο διάδρομος από Βορρά προς Νότο που χωρίζει τα κουρδικά καντόνια ανατολικά του Ευφράτη με το κουρδικό καντόνι του Αφρίν στα δυτικά είναι ζωτικής στρατηγικής σημασίας και για τη δυνατότητα της Τουρκίας να παρεμβαίνει στο Συριακό, αλλά και για την επιβίωση των υποστηριζόμενων από αυτή αντικαθεστωτικών ανταρτών.

Όταν ο Ερντογάν διαπίστωσε ότι οι Αμερικανοί δεν ήταν διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν τους Κούρδους επιχείρησε το εντυπωσιακό διπλωματικό άνοιγμά του για να κλείσει τα μέτωπα αφενός με τη Ρωσία, αφετέρου με το Ισραήλ. Η στροφή του υπαγορεύθηκε πρωτίστως από την προσπάθειά του να αποτρέψει τη διαφαινόμενη στρατιωτική επικράτηση των υπό την ηγεσία των Κούρδων Δημοκρατικών Δυνάμεων Συρίας στα βόρεια της χώρας και κατ’ επέκτασιν την εδραίωση του κρατικού μορφώματος της Ροζάβα.

Η στροφή προς τη Μόσχα ήταν και μία ευρύτερη στροφή όσον αφορά το Συριακό. Ο νεοοθωμανός ηγέτης όχι μόνο εγκατέλειψε τη διακηρυγμένη πολιτική ανατροπής του Άσαντ, αλλά, με τη μεσολάβηση των Ρώσων, έριξε γέφυρα συνεννόησης μαζί του. Για τον σκοπό αυτό επισκέφθηκε τη Δαμασκό ο υποδιοικητής και στη συνέχεια ο διοικητής της τουρκικής μυστικής υπηρεσίας ΜΙΤ.

Η συμφιλίωση με το καθεστώς Άσαντ επιδιώκεται με σκοπό να αναβιώσει μία παλαιότερη συνεννόηση της Άγκυρας με την Τεχεράνη και τη Δαμασκό, η οποία είχε στόχο την αναχαίτιση του κουρδικού αλυτρωτισμού. Μία τέτοια συνεννόηση, ωστόσο, προσκρούει σε εγγενή εμπόδια. Η Τουρκία δύσκολα μπορεί να “πουλήσει” τους αντικαθεστωτικούς αντάρτες που υποστηρίζει και με τις ευλογίες της Δύσης. Από την άλλη πλευρά, ούτε η Μόσχα μπορεί εύκολα να “πουλήσει” τους Κούρδους, υποχρεώνοντάς τους να πέσουν ολοσχερώς στην αγκαλιά των Αμερικανών.

Η εν εξελίξει αναδιάταξη των ισορροπιών, πάντως, έφερε το πρώτο αποτέλεσμά της. Ήταν ο βομβαρδισμός των Κούρδων από αεροσκάφη του Άσαντ στην πόλη Χασάκα, που δεσπόζει στην πλούσια σε πετρέλαια βορειοανατολική Συρία. Αφορμή ήταν το γεγονός ότι οι κουρδικές δυνάμεις, που ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος της πόλης, επιχείρησαν να καταλάβουν και τις γειτονιές που έλεγχαν οι δυνάμεις του Άσαντ.

Ήταν ουσιαστικά η πρώτη φορά που δυνάμεις του καθεστώτος συγκρούσθηκαν με τους Κούρδους. Ο βομβαρδισμός των κουρδικών θέσεων χαιρετίστηκε από την Άγκυρα, η οποία δηλώνει ότι είναι υπέρ της ακεραιότητας της Συρίας και βεβαίως κατηγορηματικά εναντίον της δημιουργίας κουρδικής κρατικής οντότητας.

Οι Αμερικανοί, όμως, αντέδρασαν διαφορετικά. Προειδοποίησαν τη Δαμασκό ότι εάν επαναλάβει τον βομβαρδισμό Κούρδων θα παρέμβουν τα δικά τους πολεμικά αεροσκάφη. Ήταν μία αντίδραση που εκείνες τις ημέρες ερμηνεύθηκε σαν στρατηγική επιλογή της Ουάσιγκτον να παίξει το κουρδικό χαρτί. Τα δυσάρεστα θα έρχονταν λίγες ημέρες αργότερα.

Από την πλευρά τους, οι Ρώσοι παρενέβησαν πυροσβεστικά και επέτυχαν μία εκεχειρία. Το Ισλαμικό Κράτος, άλλωστε, πραγματοποιεί αυτές τις ημέρες μία αντεπίθεση νότια της Χασάκα, υποχρεώνοντας και το καθεστώς Άσαντ και τους Κούρδους να βάλουν προς το παρόν στην άκρη τις αντιθέσεις τους.

Αυτών των εξελίξεων είχε προηγηθεί το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, το οποίο έδωσε μεγαλύτερη ώθηση στη στροφή του Ερντογάν. Μπορεί δημοσίως να κατηγορεί σαν υποκινητή τον Γκιουλέν και το δίκτυό του, αλλά στην πραγματικότητα εμμέσως πλην σαφώς κατηγορεί την Ουάσιγκτον.

Μετά το πραξικόπημα, η αντιαμερικανική ρητορική της νεοοθωμανικής εξουσίας προσέλαβε πρωτοφανείς διαστάσεις. Κατ’ αντιδιαστολή, η ρήξη με τον Πούτιν φάνηκε σε χρόνο ρεκόρ να μεταστρέφεται σε πολιτική συνεννόηση αν όχι άτυπη συμμαχία. Πολλοί έσπευσαν να προεξοφλήσουν πως η Τουρκία απομακρύνεται από τη Δύση και εμμέσως προσδένεται στο ρωσικό άρμα.

Στην Ουάσιγκτον είναι εξαγριωμένοι με τις ρητορικές επιθέσεις και με τη στροφή του Ερντογάν. Θα ήθελαν πολύ με κάποιον τρόπο στο μέλλον να τον ξεφορτωθούν. Το κύριο, όμως, για τους Αμερικανούς είναι να μην χάσουν γεωπολιτικά την Τουρκία. Έχοντας πειστεί πως ο νεοοθωμανός ηγέτης είναι ικανός να φθάσει στα άκρα και μη έχοντας, λόγω των μαζικών εκκαθαρίσεων, εσωτερικά ερείσματα για να τον εκβιάσουν, κατέληξαν σε μία τακτική κατευνασμού του.

Την αποστολή γεφύρωσης του αμερικανοτουρκικού ρήγματος ανέλαβε ο αντιπρόεδρος Μπάιντεν. Μπορεί να παρέπεμψε το ζήτημα της έκδοσης του Γκιουλέν στις νομικές καλένδες, αλλά έδωσε ανταλλάγματα στην Άγκυρα. Το ύφος των δηλώσεών του αρμόζει σε εκπρόσωπο εξαρτημένου κράτους και όχι υπερδύναμης.

Είχε στόχο να κατευνάσει την τουρκική οργή, αλλά στην πραγματικότητα δικαιώνει τον πολιτικό εκβιασμό του Ερντογάν, του προσφέρει νίκη στο πεδίο των πολιτικών εντυπώσεων και τροφοδοτεί την αλαζονεία του. Είναι αξιοσημείωτο ότι η είσοδος τουρκικών δυνάμεων στη Συρία, σε συνδυασμό με τη στάση των Αμερικανών, έχει προκαλέσει εθνικιστικό πυρετό στην Τουρκία.

Πριν ο Μπάιντεν φθάσει στην Άγκυρα, η Ουάσιγκτον είχε ανάψει το πράσινο φως για την πραγματοποίηση της τουρκικής στρατιωτικής επιχείρησης στον κρίσιμο διάδρομο πλάτους 90-100 χλμ που αρχίζει από την παραμεθόριο τουρκική πόλη Κιλίτς και οδηγεί στο Χαλέπι. Είναι η ίδια εδαφική ζώνη που χωρίζει το κουρδικό καντόνι του Αφρίν από τα άλλα δύο κουρδικά καντόνια που είναι ανατολικά του Ευφράτη. Είναι η εδαφική ζώνη, την οποία οι Κούρδοι επιδιώκουν διακαώς να θέσουν υπό τον έλεγχό τους. Και σαν να μην έφθανε αυτό, ο Μπάιντεν δήλωσε απειλητικά πως εάν οι κουρδικές δυνάμεις δεν αποσυρθούν ανατολικά του Ευφράτη θα χάσουν την αμερικανική υποστήριξη.

Η Δαμασκός διαμαρτυρήθηκε για την τουρκική εισβολή στη συριακή επικράτεια και η Μόσχα εξέφρασε την ανησυχία της. Είναι σαφές, ωστόσο, πως οι αντιδράσεις τους είναι πολιτικά χλιαρές, ενισχύοντας την εντύπωση πως υπάρχει κάποιους είδους συνεννόηση, στην οποία εμπλέκονται και οι Αμερικανοί. Αυτός είναι και ο λόγος που τουλάχιστον προς το παρόν η τουρκική επιχείρηση είναι περιορισμένης έκτασης.

Στην πραγματικότητα, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να ισορροπήσει σε τεντωμένο σκοινί. Δεν θέλει να εγκαταλείψει τους Κούρδους, αλλά βάζει εμπράκτως ένα φραγμό στις εθνικές επιδιώξεις τους στη βόρεια Συρία. Ταυτοχρόνως, ικανοποιεί το πάγιο αίτημα της Άγκυρας για δημιουργία μίας υπό τουρκικό έλεγχο ζώνης στο συριακό έδαφος και πιο συγκεκριμένα στον κρίσιμο διάδρομο που αφενός εξασφαλίσει τη στρατηγική πρόσβαση των Τούρκων στη Συρία, αφετέρου χωρίζει στα δύο τα κουρδικά εδάφη. Όλα δείχνουν, ωστόσο, ότι η Ουάσιγκτον έχει θέσει όρια στην Άγκυρα, την τήρηση των οποίων θα επιτηρούν οι Αμερικανοί στρατιωτικοί σύμβουλοι που λαμβάνουν μέρος στην επιχείρηση.

Το πρώτο μέρος της επιχείρησης ήταν η μεταφορά ελεγχόμενων από την Άγκυρα αντικαθεστωτικών ανταρτών κυρίως από την περιοχή του Ιντλίμπ (νοτιοδυτικά του Χαλεπίου) στην τουρκική παραμεθόρια πόλη Καρκαμίς. Από εκεί με τη βοήθεια των τουρκικών ειδικών δυνάμεων και τεθωρακισμένων κατέλαβαν την παραμεθόρια συριακή πόλη Τζαραμπλούς. Για την ακρίβεια, οι εκεί μαχητές του Ισλαμικού Κράτους την εγκατέλειψαν, αποχωρώντας προς τα νότια με κατεύθυνση την πόλη Αλ Μπαμπ.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν οι αντικαθεστωτικοί αντάρτες και οι τουρκικές δυνάμεις που τους υποστηρίζουν θα επιχειρήσουν να καταλάβουν την πόλη Μανμπίζ που βρίσκεται νοτιοανατολικά της Τζαραμπλούς. Οι Κούρδοι δήλωσαν πως θα αποσυρθούν από την πόλη, που με πολλές θυσίες κατέλαβαν πριν δύο εβδομάδες, αλλά όλα δείχνουν πως θα παραμείνουν στην περιοχή με άλλο καπέλο.

Οι Αμερικανοί θέλουν να αποφύγουν μία τέτοια σύγκρουση, που εκ των πραγμάτων θα τινάξει στον αέρα την τωρινή πολιτική σχοινοβασία τους και θα τους θέσει σε δίλημμα “με ποιον θα πάνε και ποιόν θα αφήσουν”. Από την άλλη πλευρά, όμως, τα συμφέροντα των δύο επιτόπιων κύριων αντιπάλων ωθούν σε σύγκρουση.

Κύριος στόχος των Τούρκων δεν είναι το Ισλαμικό Κράτος. Είναι η συντριβή ή τουλάχιστον η εκδίωξη των Κούρδων προς τα ανατολικά του Ευφράτη. Αντιθέτως, επιδίωξη των Κούρδων είναι να εδραιώσουν τον έλεγχό τους στη Μανμπίτζ και στη συνέχεια να προελάσουν προς δυσμάς από τη νότια διαδρομή, καταλαμβάνοντας σε πρώτη φάση την ελεγχόμενη από το Ισλαμικό Κράτος πόλη Αλ Μπαμπ.

Η τουρκική επιχείρηση “Ασπίδα του Ευφράτη” είχε, όμως, και τις επιπτώσεις της στον ακήρυχτο πόλεμο στο τουρκοκρατούμενο Κουρδιστάν. Η πολύνεκρη βομβιστική επίθεση του ΡΚΚ εναντίον της αστυνομικής διεύθυνσης στην κουρδική πόλη Τζίζρε υπενθυμίζει ότι το πρόβλημα για την Τουρκία είναι εντός και όχι μόνο εκτός των συνόρων της.

https://kostasxan.blogspot.gr/2016/08/blog-post_548.html