Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2016

Να τον έχει ο Αλλάχ καλά – Γιατί η Ελλάδα πρέπει να εύχεται μακροημέρευση Ερντογάν

Παντελής Σαββίδης

Δεν συμπαθώ καθόλου τις συνωμοσιολογίες, αλλά στην περίπτωση του Ερντογάν και της καταγωγής του υπάρχει το εξής πραγματικό στοιχείο. Κατάγεται από το χωριό Ποταμιά του Νομού Ριζούντας, του νομού που βρίσκεται ακριβώς μετά την Τραπεζούντα. Στο χωριό του, το 98% του πληθυσμού ήταν ελληνικής καταγωγής. Σταματάω εδώ και αφήνω στον αναγνώστη να κρίνει την πιθανότητα ελληνικής προέλευσής του. Μαθηματικά, δεν αποκλείεται.
Από αυτής και μόνον της απόψεως, η ευχή του τίτλου είναι δικαιολογημένη.
Αλλά με τον Ερντογάν συντρέχουν πολλά άλλα για να ευχόμαστε την μακροημέρευσή του στην εξουσία και τη ζωή. Ευτυχώς που σώθηκε από το πραξικόπημα και ευτυχώς που το πραξικόπημα απέτυχε.
Με ένα πετυχημένο πραξικόπημα κεμαλιστών, μάλλον, στρατηγών που στην πορεία του ανέκρουσαν πρύμναν, η Τουρκία αυτήν τη στιγμή θα βρισκόταν στο υποκριτικό στόχαστρο της Δύσης αλλά, στην ουσία, θα ετύγχανε της υποστήριξής της.
Η κεμαλική πολιτική στα ελληνοτουρκικά είναι γνωστή από τα πολλά χρόνια που κεμαλικά κόμματα βρισκόταν στην εξουσία της γειτονικής χώρας. Ανυποχώρητη παντού, με περιοδικές προκλήσεις θερμών επεισοδίων. Κατά πάσα πιθανότητα οι κεμαλιστές θα ικανοποιούσαν τη Δυτική επιθυμία για έλεγχο των προσφυγικών ροών, αλλά δεν θα μπορούσαν να συναινέσουν στην αλλαγή πολιτικής στη Μέση Ανατολή και δη στο Συριακό, όπου εξελίσσεται ο κουρδικός εφιάλτης της Τουρκίας.

Συνάντηση Πούτιν-Ερντογάν στην Αγία Πετρούπολη (φωτ.: EPA / Anatoly Maltsev)
Ο λεγόμενος «Κουρδικός Διάδρομος», η εδαφική ένωση, δηλαδή, των κουρδικών καντονιών στη Συρία, δεν είναι πιθανότητα που μπορεί να αποτρέψει η Τουρκία, ούτε με πολιτικά ούτε με στρατιωτικά μέσα. Ρωσία και ΗΠΑ έχουν συμφωνήσει στην ανάδυση κουρδικής οντότητας στο έδαφος της Συρίας με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για την Τουρκία. Θα είχαμε, δηλαδή, με την επιτυχία του πραξικοπήματος, ένα καθεστώς στην Τουρκία με στρατιωτικά χαρακτηριστικά το οποίο θα αναγκαζόταν να αποδεχθεί τη μεσανατολική πραγματικότητα και θα απολάμβανε της υποστήριξης ΗΠΑ και Ευρώπης.
Αντιλαμβάνεστε τι θα σήμαινε αυτό για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Η αποτυχία του πραξικοπήματος αίρει, έστω και προσωρινά, αυτήν τη σχέση Δύσης-Τουρκίας. Η επιβίωση του Ερντογάν διατηρεί στην εξουσία έναν μονομανή, και επίμονο στην υλοποίηση της ισλαμικής του ατζέντας, πολιτικό που διχάζει βαθιά την τουρκική κοινωνία και προωθεί στο στράτευμα στοιχεία που δεν πρόσκεινται μόνο προσωπικά στον Τούρκο πρόεδρο, αλλά και ιδεολογικά.
Αυτός ο διχασμός της τουρκικής κοινωνίας και των θεσμών της γειτονικής χώρας δύσκολα καλύπτεται διότι συνοδεύεται και με αίμα. Τηρουμένων των αναλογιών, είναι κάτι σαν τον ελληνικό Εμφύλιο. Δεν είναι ορατό, ακόμη, ούτε πόσο θα διατηρηθεί χρονικά, ούτε τι επιπτώσεις θα υπάρξουν ως αντίδραση από τις δυνάμεις που υφίστανται δίωξη, μόλις ανασυγκροτηθούν. Αυτή η τουρκική εσωστρέφεια είναι επίτευγμα του Ερντογάν.
Η επιβίωση του Ερντογάν, η αποτυχία του πραξικοπήματος και η απόδοση κύριας ευθύνης στη Δύση εκ μέρους του ίδιου του Τούρκου προέδρου οδηγούν την τουρκική πολιτική στα δύσβατα ρωσικά μονοπάτια.
Είναι μια πολιτική που δεν μπορεί να έχει ούτε προοπτική ούτε επιτυχία. Οι τουρκορωσικές σχέσεις δεν μπορεί να γίνουν στρατηγικές.
Αν και η Δύση γνωρίζει καλύτερα από όλους ότι τα τουρκικά καπρίτσια δεν θα έχουν αποτέλεσμα, ούτε θα αμφισβητηθεί η τουρκική παρουσία στη Δυτική συμμαχία, η συμπεριφορά του Ερντογάν απαξιώνει τη χώρα του ως ΝΑΤΟϊκή σύμμαχο, έστω και αν η Συμμαχία εξέδωσε ανακοίνωση υποστήριξης της Άγκυρας τονίζοντας πως δεν τίθεται σε αμφισβήτηση η συμμετοχή της χώρας στο ΝΑΤΟ. Όπως είναι αφέλεια να πιστεύει κανείς ότι μπορεί να υπάρξει στρατηγική συνεργασία Ελλάδας-Τουρκίας, δύο χωρών των οποίων οι σχέσεις επιβαρύνονται από την ιστορία και την αντιπαράθεση στο ίδιο γεωπολιτικό πεδίο, το ίδιο αδύνατον είναι να υπάρξει μακρόχρονη συνεργασία Ρωσίας-Τουρκίας.
Θα ήταν ευχής έργον η όξυνση των τουρκοαμερικανικών και τουρκοευρωπαϊκών σχέσεων, αλλά αυτό δεν θα συμβεί πέραν ενός ελεγχόμενου σημείου. Διότι η όξυνση αυτή θα επιδρούσε στη Δυτική συμπεριφορά στο θέμα της ισορροπίας Ελλάδας-Τουρκίας.
Όπως όλα δείχνουν, η Τουρκία και η Ρωσία θα συνεργαστούν στο οικονομικό και ενεργειακό πεδίο, όπου τα συμφέροντά τους συμπίπτουν, αλλά θα αποκλίνουν μόλις τεθούν ζητήματα γεωπολιτικής.
Η αναγραφόμενη σε αρκετές αναλύσεις συνεργασία Τουρκίας-Ρωσίας-Ιράν (και Συρίας του Άσαντ) δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί, διότι ακόμη και αν εξαιρεθεί ως παράμετρος η Ρωσία, η Τουρκία δεν είναι, απλώς, ανταγωνιστική γεωπολιτική δύναμη του Ιράν, αλλά και δογματική. Μπορεί να παραβλεφθεί η σύγκρουση στην περιοχή του σουνιτικού (Τουρκία) με το σιιτικό (Ιράν) Ισλάμ;

Συρία (φωτ.: EPA / SANA)
Το αμερικανικό ινστιτούτο αναλύσεων Stratfor, του οποίου οι πηγές στα υψηλά κλιμάκια της πολιτικής των ΗΠΑ δεν αμφισβητούνται, αφήνει να εννοηθεί ότι η προσέγγιση Τουρκίας-Ρωσίας έγινε υπό τις ευλογίες της Ουάσινγκτον. Νά τι γράφει χαρακτηριστικά: «Σε αυτήν τη συγκεκριμένη κρίσιμη γεωπολιτικά στιγμή, η Μέση Ανατολή ήταν η περιοχή στην οποία συγκρούστηκαν Τουρκία και Ρωσία. Και, όσο και αν ωφελήθηκαν οι ΗΠΑ από την αντιπαράθεση που είχε η Τουρκία με τη Ρωσία, που καθιστούσε την Άγκυρα πιο προσηλωμένη στο ΝΑΤΟ, ο Λευκός Οίκος αποφάσισε πως θα ήταν καλύτερα να διευκολύνει την επαναπροσέγγιση Μόσχας-Άγκυρας, αν αυτό θα σήμαινε την μείωση του κινδύνου μιας ακόμα σημαντικής σύγκρουσης από ατύχημα στο μέτωπο της Συρίας, που θα μπορούσε να συμπαρασύρει και τις ΗΠΑ».
Η Ρωσία κρατά αιχμάλωτη την Τουρκία στο Συριακό, και για τον επιπλέον λόγο ότι την έχει καθηλωμένη στο συριακό τέλμα και περιορίζει τις δυνατότητές της να αναπτύξει πολιτική στην κεντρική Ασία, τον Καύκασο και τη Μαύρη Θάλασσα.
Αλλά στο Συριακό Μόσχα και Άγκυρα έχουν αντιτιθέμενες πολιτικές που δεν μπορεί να συγκλίνουν.
Με τον μεγαλομανή Ερντογάν στο τιμόνι της Τουρκίας, η γειτονική χώρα ανοίγει το ένα μέτωπο μετά το άλλο και αυτό αφήνει σε κάποια ησυχία τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Οι οποίες, ωστόσο, θα δοκιμαστούν σε περίπτωση που η Ελλάδα δεν εκδώσει τους οκτώ Τούρκους στρατιωτικούς. Και υπάρχει ιστορικό προηγούμενο που δεν πρέπει να τους εκδώσει, πέραν της ανθρωπιστικής διάστασης.