Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2016

Η διαλεκτική της καταστροφής, Α΄


ImageHandler
Μέρος Α΄: Η μνημονιακή κρίση
του Γιώργου Καραμπελιά
Αφετηρία αυτής της εκτενούς –νέας– αναφοράς μου στη θεματική «μνημόνιο-αντιμνημόνιο», που θα παρατεθεί  σε δύο συνέχειες, αποτέλεσε  το σχόλιο του κ. Παναγιώτη Σταυρουλάκη,  αναγνώστη του άρθρου μου «Ο εκσυγχρονισμός της παράδοσης», σχόλιο που απεστάλη στην ιστοσελίδα του Άρδην στις 07/08/2016. Εξάλλου, προσφάτως αναζωπυρώθηκε η σχετική συζήτηση, με την
ευκαιρία του ελλείμματος της ΕΛΣΤΑΤ το 2009. Γράφει όντως, μεταξύ άλλων ο κ. Σταυρουλάκης:
“Η κρίση, πνευματική και οικονομική, απαιτεί λύσεις επί συγκεκριμένων προβλημάτων. Επί 6 χρόνια, από το 2010 και στο εξής, ο λαός διαιρέθηκε με όρους μνημονίου και αντιμνημονίου και η αντιμνημονιακή μερίδα, υπό το βάρος των ως άνω στρεβλώσεων είδε (και εκεί είναι το λάθος της για μένα) το μνημόνιο όχι ως συνέπεια, αλλά ως γενεσιουργό αιτία μίας κρίσης που είχε ξεκινήσει δεκαετίες πριν. Επίσης αντιμετώπισε τις όποιες, κατά καιρούς και υπό διαφορετικές κυβερνήσεις, μνημονιακές πολιτικές, ως ένα συμπαγές σώμα με τα ίδια κάθε φορά χαρακτηριστικά. Και εδώ έκαναν άλλο ένα μεγάλο λάθος. Σε αυτή τη βάση είδα –εφόσον σας ανέγνωσα σωστά– την κίνηση Άρδην να συντάσσεται με την πλευρά του αντιμνημονίου. Με τους δικούς σας όρους φυσικά, χωρίς τις σταλινίζουσες ή φασίζουσες υστερίες των γνωστών κραχτών (από Σύριζα και Ανέλ μέχρι…ΧΑ και ΕΠΑΜ). Ωστόσο πήρατε αντιμνημονιακή στάση”.
Ο συγγραφέας του σχολίου θεωρεί πως ο διαχωρισμός «μνημόνιο-αντιμνημόνιο» υπήρξε εξ αρχής λανθασμένος. Εν τούτοις, όπως ασφαλώς θυμόμαστε όλοι, κατά τα πρώτα δύο καθοριστικά χρόνια, 2010-2011, το σύνολο του πολιτικού κόσμου αλλά και του ελληνικού λαού, εκτός του ταχέως συρρικνούμενου ΠΑΣΟΚ του ΓΑΠ, είχε ταχθεί κατά των μνημονίων, μεταξύ αυτών και η «Νέα Δημοκρατία» του Αντώνη Σαμαρά. Δηλαδή, η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού και των πολιτικών δυνάμεων είχε τοποθετηθεί «αντιμνημονιακά».
Βέβαια, υπήρχαν τεράστιες διαφορές εκτίμησης ως προς τις αιτίες της έλευσης των μνημονίων. Για άλλους αποτέλεσε την κορύφωση του παρασιτισμού, για άλλους απλώς μια συνέπεια της αβελτηρίας ή ακόμα και της προδοσίας των πολιτικών ελίτ, τέλος, για κάποιους τρίτους, όπως εμείς, συνδυασμός των δύο αυτών φαινομένων. Πάντως, οι περισσότεροι θεωρούσαμε πως η ένταξη της Ελλάδας σε «πρόγραμμα» ήταν προσχεδιασμένη από έναν πρωθυπουργό, που έκανε ό,τι μπορούσε για να εγκλωβίσει τη χώρα στα μνημόνια, εξ ου και παραμένει ένοχος εσχάτης προδοσίας, τουλάχιστον απέναντι στην ιστορία: Διόγκωσε με όλους τους δυνατούς τρόπους το έλλειμμα της χώρας, ακόμα και με παραποίηση των στατιστικών στοιχείων, αρνήθηκε να καταφύγει για δανεισμό στις αγορές τους πρώτους μήνες της διακυβέρνησής του, και υπέγραψε ένα κυριολεκτικά τερατώδες και δρακόντειο μνημόνιο.
Όλα αυτά, λοιπόν, δεν αποτελούσαν απλώς «συνέπεια» της σοβούσας, επί δεκαετίες, κρίσης της χώρας αλλά ενέργειες που την επιτάχυναν και την κορύφωσαν, ενώ μπορούσαν να αποφευχθούν. Προφανώς, η κρίση θα εκδηλωνόταν αλλά σε καμία περίπτωση με τόσο βίαιες και άμεσα καταστροφικές συνέπειες.
Συναντήθηκε κυριολεκτικώς η ετερογονία των σκοπών μια πληθώρας παραγόντων. Το τότε ΠΑΣΟΚ –ο ΓΑΠ, η υπεύθυνη του οικονομικού προγράμματος, Κατσέλη, μαζί με το πλήθος των αμερικανοσπουδαγμένων συμβούλων τους–, για να επιβάλουν μία πολιτική λιτότητας και αναδιάρθρωσης ενός βαθύτατα διεφθαρμένου κράτους που, παρεμπιπτόντως, οι ίδιοι είχαν δημιουργήσει, θεώρησε αναγκαία την έλευση του από μηχανής θεού του Μνημονίου και του ΔΝΤ. Έτσι και τα μέτρα που θεωρούσαν απαραίτητα –σε πλήρη αντίθεση με την προεκλογική ρητορική του «λεφτά υπάρχουν»– θα εφάρμοζαν, και αυτά θα εμφανίζονταν ως επιβληθέντα από τους ξένους δανειστές και εταίρους. Επειδή το πελατειακό σύστημα που είχε οικοδομήσει το ΠΑΣΟΚ –με τη συνέργεια των Καραμανλή-Παυλόπουλου εν συνεχεία– ήταν αδύνατο να αυτο-μεταρρυθμιστεί, προτίμησαν τη βίαιη επιβολή του μνημονίου, ώστε αυτή η μεταρρύθμιση να γίνει από τα πάνω και από τα έξω.
Το μεγάλο κίνημα της πάνδημης διαμαρτυρίας που ξεσήκωσε η υπογραφή και η εφαρμογή του πρώτου μνημονίου εξηγείται ακριβώς από αυτή την αίσθηση που είχαν οι Έλληνες πως επρόκειτο για μια απρόκλητη καταστροφή που απειλούσε να μεταβάλει την Ελλάδα σε αποικία «χρέους», όπως και πράγματι έγινε εν τέλει.
Α. Μια παγκόσμια κρίση μετάβασης
Ωστόσο, ο «Γιώργος» και οι μαθητευόμενοι μάγοι του αγνοούσαν ότι είχαν εμπλακεί σε ένα παιγνίδι παγκοσμίων διαστάσεων που τους ξεπερνούσε, τόσο αυτούς όσο βεβαίως και τη δύστηνη Ελλάδα. Διότι, στην προσπάθεια εφαρμογής των μνημονίων, κατ’ εξοχήν για εσωτερικούς λόγους, «συνάντησαν» την παγκόσμια κρίση μετάβασης από τη δυτική οικονομική πρωτοκαθεδρία στην ασιατική. Μια κρίση μετάβασης η οποία απειλούσε με κατάρρευση ολόκληρο το δυτικό οικονομικό σύστημα και η οποία είχε εισέλθει στη δεύτερη και πλέον επώδυνη φάση της.
Η πρώτη φάση, ήδη από τη δεκαετία του 1990, σημαδεύτηκε από τη μαζική και γενικευμένη μεταφορά της βιομηχανικής παραγωγής από τις δυτικές βιομηχανικές χώρες στην Ανατολή. Ήταν η εποχή της γενικευμένης αποβιομηχανοποίησης των παλιών βιομηχανικών χωρών της Δύσης και της ραγδαίας εκβιομηχάνισης των ασιατικών χωρών, κατ’ εξοχήν της Κίνας. Και όμως, αυτή η μεγάλη, πρωτοφανής ιστορικά, μετακίνηση της παραγωγής σημαδεύεται από μια περίοδο ευημερίας, κυρίως των μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων σε ολόκληρη τη Δύση. Διότι δημιουργήθηκε ένας καταμερισμός εργασίας σύμφωνα με τον οποίο οι χώρες-εργαστήρια της Ανατολής παράγουν φθηνά βιομηχανικά προϊόντα τα οποία ρίχνουν το κόστος της εργατικής δύναμης στη… Δύση, ενώ οι «μητροπόλεις» συγκεντρώνουν τις χρηματο-πιστωτικές υπηρεσίες και τη νέα ηλεκτρονική βιομηχανία, που επεκτείνεται με μεγάλη ταχύτητα. Για είκοσι χρόνια περίπου, αυτό το μοντέλο που εγκαινιάστηκε στη δεκαετία του 1980 από τον Ρέιγκαν και την Θάτσερ –και επεκτάθηκε με θυελλώδεις ρυθμούς μετά την πτώση του σοβιετικού στρατοπέδου– φαινόταν να λειτουργεί. Ήταν η περιβόητη άυλη οικονομία την οποία υμνούσαν οι νεαροί γιάπηδες – οικονομολόγοι και χρηματιστές. Το χρήμα μπορεί να παράγει αφ’ εαυτού χρήμα! Μόνο που βέβαια προϋπέθετε τα εκατό εκατομμύρια των Κινέζων βιομηχανικών εργατών!
 Η ελληνική οικονομία, σε αυτή την περίοδο, ολοκληρώνει την αποβιομηχανοποίησή της και ρίχνεται ως τουριστικό και εφοπλιστικό παράρτημα της Δύσης στις αγκάλες της «παγκοσμιοποίησης». Το πρώτο μεγάλο καμπανάκι θα έρθει με την κολοσσιαία για τα ελληνικά μεγέθη κρίση του χρηματιστηρίου το 1999. Σύμφωνα με τους μετριότερους υπολογισμούς, 100 δισεκατομμύρια ευρώ θα χαθούν, κυρίως από τους μικρομεσαίους επενδυτές, μέσα στην κερδοσκοπική φρενίτιδα εκείνης της χρονιάς. Τότε μπήκαν και οι βάσεις της σημερινής κρίσης. Διότι στην πραγματικότητα υπονομεύτηκε το παραδοσιακό μοντέλο της ελληνικής κοινωνίας. Τα μεσαία στρώματα είχαν απολέσει την παροιμιώδη οικονομική τους αυτοδυναμία και άρχισαν πλέον να καταναλώνουν και να επενδύουν στην οικοδομή, όπως πατροπαράδοτα έκαναν, μέσω τραπεζικού δανεισμού πλέον, διότι το πλεόνασμα το είχε καταβροχθίσει η κρίση του Χρηματιστηρίου. Κάτι ανάλογο –χωρίς να έχει την ίδια βιαιότητα– παρατηρείται σε ολόκληρη τη δυτική οικονομία. Είχαμε μπει στην περίοδο της  «ευημερίας» διά της υπερχρέωσης, ατομικής και κρατικής.
Η δεύτερη φάση: Όμως, πολύ σύντομα, μέσα σε μια δεκαετία, ο λογαριασμός θα πάψει να βγαίνει. Η κινεζική, κορεάτικη κ.λπ. βιομηχανία ανεβαίνει την γκάμα της παραγωγής και κατακτά και τον τομέα των ηλεκτρονικών, ενώ το κινεζικό γιουάν αρχίζει να μεταβάλλεται σε παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, επιτείνοντας την κρίση της δυτικής οικονομίας.
Η μόνη δυτική οικονομία που προσπαθεί να αντιμετωπίσει την μετατόπιση του κέντρου βάρους της παραγωγής και τις νέες παγκόσμιες οικονομικές συνθήκες είναι η γερμανική. Οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες, διά του Σρέντερ, αλλά μαζί τους, το σύνολο των κυρίαρχων ελίτ της Γερμανίας, αντιλαμβάνονται πως το ευρωπαϊκό και δυτικό φορντιστικό μοντέλο δεν είχε πλέον τη δυνατότητα να λειτουργεί απρόσκοπτα.
Το δυτικό κοινωνικό κράτος στηριζόταν πράγματι στην πρωτοκαθεδρία της Δύσης και τη λειτουργία της ως του βιομηχανικού εργαστηρίου του πλανήτη. Από τη στιγμή και πέρα που εξαφανίστηκε αυτή η προϋπόθεση, δεν ήταν δυνατό να αντέξει στον παγκόσμιο ανταγωνισμό και θα έπρεπε να μετασχηματιστεί: είτε προς την κατεύθυνση της υψηλής τεχνολογίας και της ρομποτοποίησης –στρατηγική την οποία ακολουθεί κατ’ εξοχήν η Ιαπωνία– είτε να προσαρμοστεί στο επίπεδο μισθών και κοινωνικής προστασίας που επιβάλλει η παγκοσμιοποίηση της παραγωγής και το επίπεδο των μισθών της Κίνας, με την απαραίτητη συμβολή της μαζικής μετανάστευσης, που επιτρέπει τη σταδιακή μείωση της κοινωνικής προστασίας των εγχώριων εργαζόμενων – όπως κάνει σταδιακά ένα μεγάλο μέρος της Δύσης· είτε, τέλος, να εφαρμόσει έναν συνδυασμό αυτών των δύο στρατηγικών – όπως κάνουν πολλές δυτικές χώρες και κυρίως η Γερμανία.
Στην Ελλάδα, η οποία είχε αποκτήσει ένα σχετικά υψηλό επίπεδο εισοδημάτων δια της οδού της παρασιτικής ενσωμάτωσης, εφαρμόστηκε η πλέον βίαιη εκδοχή του δεύτερου μοντέλου, δηλαδή η κυριολεκτική καταστροφή του κοινωνικού κράτους και των μεσαίων στρωμάτων. Αυτός είναι ο βασικός λόγος, δομικού χαρακτήρα, που στην Ελλάδα –θεωρούμενη εξάλλου πολιτισμικά παρείσακτη στο εσωτερικό της Δύσης– εφαρμόστηκε το πλέον βίαιο ριζικό και «παραδειγματικό» μοντέλο προσαρμογής, που εκφράστηκε με την πολιτική των μνημονίων.
Όποιος λοιπόν, ακόμα και σήμερα, δεν έχει κατανοήσει, έστω δια της ενσυναισθήσεως, αρχικά, το γιατί οι μεγάλες δυνάμεις μας έσπρωξαν στην κρίση μάλλον πάσχει από κάποιο είδους ξενόστροφου στραβισμού.
gap_papand
Β. Αμερικανοί και Γερμανοί
Σε ό,τι αφορά στους συγκυριακούς μηχανισμούς που έδωσαν την ευκαιρία σε αυτό το σχέδιο να εφαρμοστεί, σήμερα, αφού έχουμε παρακολουθήσει όλη την αλληλουχία των γεγονότων, γνωρίζουμε πως λειτούργησαν οι δύο αντιμαχόμενες δυνάμεις που συναντήθηκαν, μέσα από τον ανταγωνισμό τους, στη μεθόδευση της καταστροφής.
Από τη μία πλευρά βρίσκονταν οι Αμερικανοί, με όργανό τους το ΔΝΤ, έχοντας εξασφαλίσει τη συνεισφορά των πρόθυμων ηλίθιων, ΓΑΠ, Κατσέλη, Βαρουφάκη, και τις καλές υπηρεσίες των διαφόρων Γκαλμπραίηθ, Κρούγκμαν κ.λπ. Οι Αμερικανοί, δια μέσου της Ελλάδας και της κρίσης της, ήθελαν να αποσταθεροποιήσουν την ευρωζώνη και το γερμανικό ευρώ. Το ευρώ, πράγματι, στα πλαίσια του χρηματο-τραπεζιτικού προσανατολισμού της δυτικής οικονομίας, έτεινε, με την άνοδό του, να υπονομεύσει την προτεραιότητα του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος. Επί πλέον, στα πλαίσια της ίδιας στρατηγικής, επεδίωκαν να πλήξουν, μέσω του κουρέματος των ελληνικών δανείων, τις ευρωπαϊκές και κατ’ εξοχήν τις γερμανικές τράπεζες. Εκ παραλλήλου, στόχευαν στην εξασθένιση της Ελλάδας και του ελληνισμού, ώστε να γίνουν αποδεκτές οι βασικές στρατηγικές επιλογές τους στην Ανατολική Μεσόγειο. Ήδη, από τη δεκαετία του 1950 –και προφανώς πολύ περισσότερο σήμερα που η Τουρκία έχει ενισχυθεί και το Ισλάμ έχει αναδειχθεί σε αντίπαλο της Δύσης–, μέσω της παραχώρησης της Κύπρου στην τουρκική επιρροή, αποσκοπούσαν στη «δέσμευση» της Τουρκίας στη Δύση. Το Κυπριακό αποτελούσε διαχρονικά για τους Αμερικανούς το αντάλλαγμα και το ενέχυρο για τη διατήρηση του φιλοδυτικού προσανατολισμού της Τουρκίας.
Παράλληλα, οι αντίπαλοι-εταίροι τους, Γερμανοί, με βασικό εκφραστή αυτής της στρατηγικής, τον Σόιμπλε, επιζητούσαν με τη σειρά τους την έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη ή, τουλάχιστον, την καταστροφή του σχετικά ισχυρού σε όλα τα Βαλκάνια τραπεζιτικού τομέα της –και του, συγκριτικά με τα μεγέθη του νησιού, πανίσχυρου κυπριακού τραπεζικού τομέα– και τη μεταβολή της ελληνικής οικονομίας σε αποικιακό προσάρτημα της γερμανικής.
Έτσι, παρότι με αντίπαλες στρατηγικές και επιδιώξεις, οι δύο μεγάλοι παίκτες, της Δύσης συνέπεσαν ως προς τη στρατηγική υπαγωγής της Ελλάδας στα καυδιανά δίκρανα των μνημονίων. Και, στο τέλος του δρόμου, κέρδισαν και οι δύο αυτό που επιζητούσαν.
Οι μεν ΗΠΑ κατόρθωσαν να αποσταθεροποιήσουν τη ζώνη του ευρώ, μια και σε μνημόνια εισήλθαν και άλλες χώρες της ευρωζώνης και το ευρώ κατέρρευσε (από 1,4406 δολάρια ανά ευρώ, στις 31-12-2009, έπεσε στα 1,0887 στις 31-12-2015 και βρισκόταν στα 1,16 την 1η Αυγούστου 2016)[1]. Η γερμανική τραπεζική ναυαρχίδα, η Ντώυτσε Μπανκ εμφάνισε 10 δισ. ζημιές το 2015, παρά τα σχεδόν εκατό δισεκ. ευρώ που κέρδισε συνολικά η Γερμανία από την ελληνική κρίση. Παράλληλα, χρησιμοποιώντας την Ανατολική Ευρώπη και κατ’ εξοχήν την ουκρανική κρίση, απέκοψαν, τουλάχιστον για αρκετά χρόνια, τη Ρωσία από την Ευρώπη και τον βασικό της εταίρο, τη Γερμανία, υποχρεώνοντάς την τελευταία να στραφεί και πάλι προς τον ατλαντισμό και την TTIP. Κατά συνέπεια, από ένα σημείο και μετά, η έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη έπαψε να αποτελεί επιλογή των ΗΠΑ –αν ποτέ αποτελούσε και δεν συνιστούσε απλώς απειλή– μια και η Γερμανία είχε υποχρεωτικά προσαρμοστεί και η ελληνική κρίση είχε μεταβληθεί σε όπλο των ΗΠΑ για τον έλεγχο της ευρωζώνης εκ των έσω.
Όσο για τη Γερμανία, παρότι δεν πραγματοποίησε (ακόμα;) τον στόχο του Σόιμπλε, την έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη, υπήρξε και αυτή κερδισμένη από την κρίση. Πρώτον, διότι όλη η ευρωζώνη προσανατολίστηκε προς τη γερμανική στρατηγική, άρα το μάθημα στην Ελλάδα απέδωσε, χωρίς να χρειαστεί η έξοδός της. Δεύτερον, διότι κατέστρεψε το τραπεζιτικό σύστημα Ελλάδας και Κύπρου, που αποτελούσαν ανταγωνιστή των γερμανικών και αυστριακών τραπεζών. Τρίτον, διότι μετέβαλε την Ελλάδα σε οικονομικό της προσάρτημα – από τον ΟΤΕ έως τα αεροδρόμια και τις τράπεζες. Και, παρεμπιπτόντως, διότι εξαφάνισε, έστω προσωρινά το αίτημα για τις γερμανικές αποζημιώσεις, παρά τους ξαναζεσταμένους πρόσφατους εκλογικίστικους ψευδολεονταρισμούς του μικροαπατεώνα!
[1] Για τις ΗΠΑ, κυρίαρχη χρηματοπιστωτική δύναμη του πλανήτη και φθίνουσα βιομηχανική, η διατήρηση του σκληρού δολαρίου ως του παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από τη διευκόλυνση των εξαγωγών μέσω του φθηνού δολαρίου. Οι αμερικανικές ελίτ προτιμούν να αγοράζουν φθηνά κινεζικά βιομηχανικά προϊόντα με ένα δολάριο υψηλής αγοραστικής ισχύος και παρεμπιπτόντως να μεταβάλλουν σε πετροδολάρια τα πετρελαϊκά εισοδήματα, παρά να πριμοδοτούν τις αμερικανικές εξαγωγές. Γι’ αυτό και προτίμησαν την αποβιομηχανοποίηση των κεντρικών πολιτειών των ΗΠΑ από μια μεγάλη πτώση του δολαρίου. Βεβαίως, θα προτιμούσαν και τα δύο ταυτόχρονα, αλλά αυτό είναι ανέφικτο και έτσι θα επιλέξουν το σκληρό δολάριο. Εξάλλου, και η Γερμανία τα τελευταία χρόνια είχε επιλέξει τη στρατηγική της χρηματοπιστωτικής ενίσχυσης και του ισχυρού ευρώ, δεδομένου μάλιστα ότι η ίδια, επιτυγχάνοντας μια τεχνολογική αναβάθμιση και τη συγκράτηση του εργατικού κόστους μετά το 2000, είχε κατορθώσει και τις εξαγωγές της να αυξάνει και να συσσωρεύει τεράστια κεφάλαια στις τράπεζές της. Αδιαφορώντας, προφανώς, για το ότι οι υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης, προπαντός η Ιταλία και η Γαλλία, είχαν πληγεί καίρια από την πολιτική του σκληρού ευρώ.

 http://ardin-rixi.gr/archives/199851