Βασίλης Αναστασόπουλος
Για τα περίφημα greek statistics του 2009 και για το πώς μπλέχτηκε η χώρα μας στους μηχανισμούς των Μνημονίων και στα «γρανάζια» του ΔΝΤ έχουν υπάρξει χιλιάδες εκτιμήσεις και έχουν χυθεί τόνοι μελάνι. Επτά χρόνια μετά, θα περίμενε κανείς ότι δεν υπάρχει κάτι άλλο να ειπωθεί. Η παραπομπή για κακούργημα, ωστόσο, του πρώην επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ, Ανδρέα Γεωργίου, με τις κατηγορίες της αλλοίωσης στοιχείων και της ψευδούς βεβαίωσης, δείχνει ότι οι λογαριασμοί με το παρελθόν δεν έχουν κλείσει.

Αν ανατρέξει κανείς στο -όχι και τόσο μακρινό- παρελθόν και αναζητήσει το πώς και το γιατί η Ελλάδα βιώνει τη σημερινή ζοφερή πραγματικότητα των Μνημονίων, θα διαπιστώσει εύκολα, από σχετικές δηλώσεις και δημοσιεύσεις, ότι η πραγματική εικόνα για τα οικονομικά δεδομένα του έτους 2009 και για το «μαγείρεμα» των στοιχείων του ελλείμματος από την ΕΛΣΤΑΤ του κ. Γεωργίου -προκειμένου η κυβέρνηση Παπανδρέου να παρουσιάσει, το 2010, ως αναγκαία και αναπόφευκτη την ένταξη της Ελλάδας στον μηχανισμό του ΔΝΤ- ήταν κάτι περισσότερο από γνωστή στους «παροικούντες την Ιερουσαλήμ». Με το έλλειμμα να «εκτοξεύεται» στο 15,4% του ΑΕΠ, η αξιοπιστία της χώρας καταρρακώθηκε, τα σπρεντ «εκτινάχθηκαν», η πόρτα των αγορών έκλεισε ερμητικά και η… φιλόξενη αγκαλιά του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου άνοιξε, για να υποδεχτεί την Ελλάδα. Η συνέχεια, από τις μέρες εκείνες μέχρι σήμερα, είναι, λίγο ως πολύ, σε όλους μας γνωστή… Η ανακίνηση της υπόθεσης, ωστόσο, από την ελληνική Δικαιοσύνη, μοιάζει να έσπασε την «ομερτά» για τα greek statistics και να… ξύπνησε εφιάλτες όχι μόνο στην εσωτερική πολιτική σκηνή, αλλά ακόμα και στο «ιερατείο» των Βρυξελλών.


Πιο ενδεικτική ως προς αυτό δεν θα μπορούσε, άλλωστε, να είναι η «ωμή» και απροκάλυπτη παρέμβαση της Κομισιόν, με την πλήρη κάλυψη και στήριξη που παρείχε στο πρόσωπο και στο έργο του Ανδρέα Γεωργίου. Σαν να μην έφτανε αυτό, μόλις πριν από λίγες ημέρες -και συγκεκριμένα στις 25 Αυγούστου- η Επίτροπος Απασχόλησης, Μαριάνε Τίσεν, δήλωνε στην εφημερίδα «Τα Νέα»: «Δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία για την αξιοπιστία και την ποιότητα των δεδομένων, πάνω στα οποία βασίζεται το Μνημόνιο».
Αξίζει ίσως να εξετάσουμε προσεκτικά αυτό που θέλησε να καταστήσει σαφές η κοινοτική Επίτροπος. Είναι ξεκάθαρο ότι, κατά την κρίση της -και τη ρήση της- τα οικονομικά δεδομένα, πάνω στα οποία «στήθηκε» όλος αυτός ο μηχανισμός των Μνημονίων και μπήκε «θηλιά στο λαιμό» των Ελλήνων, δεν πρέπει να αμφισβητούνται. Κι επειδή «ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες», έχει ιδιαίτερη σημασία να παρατηρήσουμε πώς χρησιμοποίησε τις λέξεις η Επίτροπος από το Βέλγιο: «Δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία για την αξιοπιστία και την ποιότητα των δεδομένων»… Δεν πρέπει. Όχι δεν μπορεί να υπάρχει ή, ακόμα, όχι ότι… δεν υπάρχει.
Μια χαρά τα είπε η κυρία Τίσεν. Πράγματι, για την Κομισιόν το θέμα αυτό «δεν πρέπει» να ανακινηθεί. Γιατί, μια ενδεχόμενη καταδίκη του κ. Γεωργίου για το «μαγείρεμα» του ελλείμματος του 2009, θα άνοιγε τον «ασκό του Αιόλου». Θα έπρεπε, για παράδειγμα, να αναζητηθούν στη συνέχεια απαντήσεις στο γιατί η Κομισιόν, το ΔΝΤ, η ΕΚΤ -οι θεσμοί, όπως συνηθίσαμε να τους λέμε- αποδέχθηκαν τα πλαστά οικονομικά στοιχεία της Ελλάδας. Ποιοι τα αποδέχθηκαν; Πώς φτάσαμε στα Μνημόνια; Ποιοι ωφελήθηκαν από την ένταξη της Ελλάδας στα Μνημόνια; Ερωτήματα φλέγοντα, όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, τα οποία ωστόσο είναι προφανές ότι ουδείς εκ των εμπλεκομένων στην υπόθεση θέλει να απαντηθούν.
Κι όταν λέμε ουδείς, αυτό περιλαμβάνει και την ελληνική πολιτική σκηνή. Από τη μία, τα κατ” εξοχήν μνημονιακά κόμματα, όπως το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ, έσπευσαν να υπερασπιστούν τον κ. Γεωργίου -διαφορετικά, θα έπρεπε να εξηγήσουν γιατί η μνημονιακή τους πολιτική βασίστηκε ακριβώς σε εκείνες τις αμφιλεγόμενες παραδοχές για το έλλειμμα του 2009. Από την άλλη, ο ΣΥΡΙΖΑ, για καθαρά πολιτικάντικους λόγους, επιχειρεί να ξαναφορέσει την αντιμνημονιακή «λεοντή» του, σε μια εμφανή προσπάθεια να ξανακερδίσει μια μερίδα του παλαιού του ακροατηρίου και να περισώσει ό,τι μπορεί από τη δημοφιλία του, που σταδιακά καταρρέει. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, είναι και η ίδια η κυβέρνηση Τσίπρα που θα έπρεπε, σε μια ενδεχόμενη καταδίκη του πρώην επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ, να εξηγήσει πώς και γιατί βρέθηκε σήμερα να εφαρμόζει το σκληρότερο Μνημόνιο όλων. Και είναι επίσης αυτή η κυβέρνηση, που πέταξε στον κάλαθο των αχρήστων τα πορίσματα της αλήστου μνήμης Επιτροπής Αλήθειας Δημοσίου Χρέους, αρνούμενη να κοιτάξει κατάματα και να φέρει στο φως την όποια αλήθεια αυτά περιείχαν.
Υπάρχει όμως και ένας άλλος, ακόμα πιο σημαντικός λόγος, για τον οποίο κανείς δεν θέλει να ξανανοίξει η υπόθεση των greek statistics και, πολύ περισσότερο, να βρεθεί ένοχος ο κ. Ανδρέας Γεωργίου. Και αυτός δεν είναι άλλος, από το ότι ο δρόμος που άνοιξαν τα περίφημα greek statistics εξελίχθηκε σε ένα… φωτεινό μονοπάτι, στο οποίο σήμερα βαδίζουν και πολλές άλλες χώρες, που θέλουν να δείχνουν ότι διακατέχονται από τιμιότητα. Χαρακτηριστικό και πρόσφατο, άλλωστε, είναι το παράδειγμα με την «εκτίναξη» κατά 26,3% (έναντι αρχικά υπολογισθέντος 7,8%) του ΑΕΠ της Ιρλανδίας, μόνο και μόνο με την εξαιρετικά αμφιλεγόμενη αλλαγή του τρόπου υπολογισμού των στοιχείων παγίου κεφαλαίου.
Κρατήστε επίσης υπόψη σας και αυτό: με απαίτηση των πιστωτών της χώρας μας και βασιζόμενη στους ευρωπαϊκούς κανόνες, η ΕΛΣΤΑΤ συγκαταλέγει, ήδη από το 2015, ορισμένους φορείς στη Γενική Κυβέρνηση, που δεν υπήρχαν τα προηγούμενα χρόνια. Σε αυτούς περιλαμβάνονται το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων, ο Λειτουργός Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΛΑΓΗΕ) κ.ά. Με τον τρόπο αυτό, από την επαναταξινόμηση των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, βελτιώνονται τα αποτελέσματα της οικονομίας και η εικόνα που περνάει προς την εσωτερική κοινή γνώμη είναι ότι… όλα βαίνουν καλώς, ενώ στην πραγματικότητα η ύφεση συνεχίζεται, δίχως ορατό «σημάδι» στον ορίζοντα πως η πορεία αυτή θα ανακοπεί.
Κάπως έτσι, για πολιτικούς κυρίως λόγους και για να μην βρεθεί εκτεθειμένο το «κονκλάβιο» των Βρυξελλών, το «μαγείρεμα» των ελληνικών οικονομικών στοιχείων έγινε πια… καθεστώς. Όπως εύκολα μπορεί να συμπεράνει κανείς, υπάρχουν 1.000 λόγοι, για να μην θέλει η Κομισιόν να φτάσει στα δικαστήρια η υπόθεση του Ανδρέα Γεωργίου και της ΕΛΣΤΑΤ. Γι” αυτό και την φέρνει στο Eurogroup της 9ης Σεπτεμβρίου, ως έναν ακόμα μοχλό πίεσης προς την Ελλάδα.
Και, αν κρίνουμε από τα… συνήθη αποτελέσματα των Eurogroup, στο επίκεντρο των οποίων βρίσκεται η χώρα μας, εσείς τι πραγματικά πιστεύετε; Υπάρχει ποτέ περίπτωση να φτάσει η υπόθεση Γεωργίου σε δίκη ή, ακόμα και αν αυτό συμβεί, ο πρώην επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ να καταδικαστεί; Υπάρχει ποτέ περίπτωση να μάθουμε μια αλήθεια, την οποία κανείς δεν θέλει να μαθευτεί;
ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ