Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2016

Καταπληκτική διάλεξη του Παν. Κανελλόπουλου το 1966: Το ιστορικό νόημα του Ελληνικού Έθνους !!! ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ!!!!!!


Mια υπέροχη, και ιστορική, διάλεξη τού μεγάλου φιλοσόφου, ακαδημαϊκού και πολιτικού μας Παναγιώτη Κανελλόπουλου*, στο Παγκύπριο Γυμνάσιο Κύπρου, τον Σεπτέμβριο του 1966. Προσκεκλημένος στήν ηρωική Μεγαλόνησο ο Έλλην ακαδημαϊκός μιλά με γνώση και σοφία στους νέους μαθητές και ενώπιον της πολιτικής και πνευματικής ηγεσίας της Κύπρου, με θέμα «Το ιστορικό νόημα του Ελληνικού Έθνους». Ένας λόγος παρακαταθήκη για τις γενιές των Ελλήνων.
Ακολουθεί ολόκληρη η καταπληκτική διάλεξη:

Το ιστορικό νόημα του Ελληνικού Έθνους

Πολλές φορές είχα σκεφθεί ότι θά “πρεπε να αναζητήσω το νόημα που έχει το «Ελληνικόν». Μέσα μου το αναζητώ ή μάλλον το ζω αδιάκοπα, όπως το ζουν όλοι οι Έλληνες, χωρίς καν να το αναζητούν. Υπάρχει αυτονόητο μέσα μας, όπως υπάρχουν στους καρπούς ενός δένδρου – και στους χυμούς των καρπών – οι ρίζες του. Το σιωπηλό, όμως, τούτο βίωμα πρέπει να παίρνει κάθε τόσο και τη μορφή του Λόγου. Αισθάνομαι την ανάγκη να αναζητήσω και με το Λόγο, σε προφορική επικοινωνία με άλλους, το νόημα που έχει το «Ελληνικόν». Όχι η Ελλάς ως κράτος ή ο Ελληνικός Λαός ως φυσική ομαδική παρουσία, αλλά το «Ελληνικόν», όπως έλεγε ο Ηρόδοτος, το «Γένος» όπως είπαν πολύ αργότερα, ύστερ” από πολλές δοκιμασίες και βαρύτατες εμπειρίες, οι πρόγονοί μας, εκείνοι που, όταν δεν υπήρχε πια ούτε γωνιά ελεύθερης γης, είχαν την ηθική δύναμη να ιδρύσουν ακριβώς τότε τη Μεγάλη του Γένους Σχολή.

Ο Ηρόδοτος (485 - 421/415 π.Χ.) 

Ενώπιόν σας, Έλληνες της Κύπρου, ενόμισα ότι θά “πρεπε να πράξω ό,τι δεν έχω πράξει ως τώρα. Θα επιχειρήσω να προσεγγίσω με το Λόγο το μέγα νόημα που ζει μέσα σας, εκείνο που τουλάχιστον τρεις χιλιάδες χρόνια δεν νικήθηκε από κανένα θάνατο, από κανένα κατακλυσμό, από κανένα νόμο και καμμιάν οργή της ιστορίας.

Πανάρχαιοι είναι και άλλοι λαοί στον κόσμο. Όλοι, βέβαια, έχουν πανάρχαιες ρίζες. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην κατάγεται από τον Αδάμ. Αλλά πόσοι είναι σήμερα οι λαοί που η μνήμη τους βυθίζεται σε περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια; Δεν είναι πολλοί, αλλά υπάρχουν. Είναι οι Κινέζοι και οι Ινδοί. Είναι και ο Ισραήλ.

Οι Κινέζοι και οι Ινδοί είναι ωκεανοί λαών. Κατέχουν, εδώ και χιλιάδες χρόνια, τεράστιες εκτάσεις της γης. Δεν είχαν πάντοτε το αίσθημα της ενότητας. Είχαν, όμως, και έχουν λίγο ή πολύ ενιαία μνήμη. Και η μνήμη τους φθάνει πολύ βαθιά στο παρελθόν. Μόνο τότε μπορούμε να πούμε ότι η μνήμη ενός λαού φθάνει βαθιά, όταν διαπιστώνεται με τον Λόγο το ιστορικό βάθος της μνήμης. 

Υπάρχουν τραγούδια των Κινέζων που ανάγονται στην εποχή των Ομηρικών επών. Ο Ήλιος και η Σελήνη στην Ανατολή – όχι στο μεσουράνημα ούτε στη Δύση – ήταν ένα από τα πρώτα ποιητικά βιώματα των Κινέζων. Κι έμεινε, λίγο ή πολύ, ως τα σήμερα το ίδιο. Δεν είδαμε μόνον εμείς, από τη δική μας γεωγραφική ή ιστορική σκοπιά, τους Κινέζους στην Ανατολή. Οι ίδιοι έβλεπαν ανέκαθεν τον εαυτό τους συνυφασμένο με τον ανατέλλοντα ήλιο, με τον «Κύριο της Ανατολής». «Ανατέλλω στην Ανατολή σ” όλη μου την απεραντοσύνη», λέει ο πρώτος στίχος ενός ποιητή που έζησε γύρω στο έτος 300 π.Χ. Η «απεραντοσύνη» είναι κι αυτή ένα χαρακτηριστικό βίωμα των Κινέζων. Πώς να μην είναι; Η γη τους είναι απέραντη. Κι έγινε έτσι και η ψυχή τους απέραντη. Χώρεσε μέσα της περισσότερο την αιωνιότητα, το άπειρο, παρά τον χρόνο, την ιστορία. 

Το ίδιο περίπου μπορούμε να πούμε και για τους Ινδούς. Με διαφορετικά σύμβολα – με σύμβολο περισσότερο την αθάνατη Νύχτα, που την υμνεί ένα πανάρχαιο σανσκριτικό τραγούδι, παρά τον Ήλιο – στάθηκαν και οι Ινδοί στα όρια ιστορίας και απείρου, χρόνου και αιωνιότητας. Έτσι κατώρθωσαν – Ινδοί και Κινέζοι – να διατηρηθούν, δηλαδή να διατηρήσουν, τρεις χιλιάδες χρόνια, τη μνήμη τους, αλλά έμειναν σταματημένοι στα όρια ιστορίας και απείρου, ακίνητοι, στατικοί. Το ίδιο ακίνητοι θα έμεναν, ίσως και επηρεασμένοι από την απεραντοσύνη της ερήμου, οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, που ο Λόγος τους – όπως διατηρήθηκε σε επιγραφές των Πυραμίδων ή στο Βιβλίο των Νεκρών – μας γυρίζει πολλές χιλιάδες χρόνια πίσω, αν δεν έπαυαν κάποτε να υπάρχουν. Κάποτε σημειώθηκε στη μνήμη τους το μοιραίο και τελεσίδικο ρήγμα. Η μνήμη – όχι το αίμα – είναι ο μέγας κρίκος που εξασφαλίζει την ενότητα και τη συνέχεια. Από τους λαούς της Μέσης Ανατολής μόνον ο Ισραήλ δεν έπαθε κανένα ρήγμα στη μνήμη του.

Να συγκρίνουμε τους Έλληνας με τους Ινδούς ή τους Κινέζους, είναι κάτι το αδιανόητο. Εκείνοι είναι ωκεανοί λαών. Έμειναν στατικοί και ακίνητοι μέσα σε όρια που δεν μοιάζουν καν με όρια ιστορικά και που άρχισαν να γίνονται ιστορικά (στην αρχή μόνο για τα μάτια των Ελλήνων και όχι των ίδιων των κατοίκων της Ανατολής) από τον καιρό που ο Μέγας Αλέξανδρος έφθασε στις Ινδίες. Για τους ίδιους μάλιστα τους Κινέζους και τους Ινδούς, τα όρια της επίγειας ζωής τους δεν έγιναν, μπορούμε να πούμε, ιστορικά παρά μόνον όταν η χριστιανική Ευρώπη μετέφερε εκεί, στους τελευταίους αιώνες, την έννοια και τη δυναμική διαλεκτική της ιστορίας.

Ο Μέγας Αλέξανδρος  (356 π.Χ - 323 π.Χ.)

Με τον Ισραήλ η σύγκριση του «Ελληνικού» είναι όχι μόνο νοητή, αλλά και αναγκαία. 

Με τη σύγκριση αυτή θ' αρχίσω μάλιστα να διευκρινίζω το ειδικό – μοναδικό – νόημα του «Ελληνικού». Ο Ισραήλ κράτησε τη συνοχή του (για ειδικούς λόγους, και την βιολογική ακεραιότητα του που, όπως είπαμε, δεν είναι απαραίτητο στοιχείο της συνοχής και συνέχειας) από τον καιρό που βρήκε τη λεκτική της αποκρυστάλλωση η «Γένεσις», το πρώτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης. 

Ειδικώτερα, όμως η «Έξοδος» είναι για τους Ιουδαίους ό,τι είναι για το γένος των Ελλήνων η «Ιλιάς». Εδώ – στην «Έξοδο» – γίνεται η συνειδητοποίηση της αποστολής του Ισραήλ επί της γης με αντίστροφα, σε σύγκριση με την Ιλιάδα, τα βασικά σημεία και στοιχεία. Οι Ιουδαίοι ελευθερώνονται και επιστρέφουν στη γη τους. Οι Αχαιοί – η μνήμη του Ομήρου μάς γυρίζει σε μιαν εποχή προγενέστερη από την κάθοδο των Δωριέων – ξεκινούν από τη γη τους για να τιμωρήσουν και να υποδουλώσουν έναν άλλο λαό. Αλλά εμφανίζουν τον εχθρό τους υπό την προστασία μιας μερίδας των δικών τους Ολυμπίων θεών. 

Ο Όμηρος 8ος αιώνας π.Χ.

Μολονότι η πρόθεση των Αχαιών προβάλλει – όχι, όμως, απρόκλητα – ως πρόθεση κατακτητική, δείχνουν μια πρωτότυπη ιδεολογική ανεκτικότητα. Δεν τη δείχνουν, βέβαια, στην πράξη. Το Ίλιον το αφάνισαν. Αλλά χάρισαν στους Τρώες – η δωρεά αυτή ήταν πολύ πλούσια – τον Άρη, τη Λητώ, την Αφροδίτη, την Αρτέμιδα, τον Απόλλωνα, κρατώντας για τον εαυτό τους την Ήρα, την Αθηνά, τον Ποσειδώνα, τον Ερμή, τον Ήφαιστο. Το περιστατικό τούτο δεν είναι διόλου ασήμαντο. Τον Δία, μάλιστα, τον αφήκαν νά “ναι λίγο ή πολύ αμέτοχος. Έτσι γεννήθηκε στον κόσμο – αδιάφορο αν μόνο συμβολικά και όχι στην πράξη – η αμεροληψία, εκείνη που πολύ αργότερα, μιλώντας για Έλληνες, Ιουδαίους και βαρβάρους, καθιέρωσε οριστικά ο Απόστολος των Εθνών (στην προς Ρωμαίους επιστολή του) με την περίφημη ρήση του: «ου γαρ έστι προσωποληψία παρά τω Θεώ». Ο Ισραήλ, αντίθετα, ήθελε τον Θεό δικό του. Την αποστολή του την εσυνειδητοποίησε βάζοντας τον Θεό να μιλάει αδιάκοπα για τον «λαό του», τον εκλεκτό του λαό.

Το ξεκίνημα, λοιπόν, του Ισραήλ ήταν βασικά διαφορετικό από το ξεκίνημα των Ελλήνων. Κι ήταν, ως ένα σημείο, ευκολώτερο να διατηρήσει τη συνοχή του μες στους αιώνες ο κλειστός λαός των Ιουδαίων παρά το γένος των Ελλήνων, που είχε ανοικτές τις θύρες της ζωής και τις πύλες του πνεύματος. Αλλά ήταν κι ανάγκη για τον Ισραήλ να μείνει κλειστός. Αιχμαλωσίες, μετοικεσίες, διασπορά, κατατρεγμοί σε ξένες χώρες, όλ” αυτά θα οδηγούσαν στον αφανισμό του, αν δεν έμενε πολύ κλειστός και αν δεν πίστευε ότι ο Θεός είναι μόνο δικός του.

Υπάρχουν, τάχα, αναλογίες μεταξύ της διασποράς των Ιουδαίων και της διασποράς των Ελλήνων; Κάποιες ναι, όχι όμως πολλές. Οι δύο λαοί είναι, χωρίς άλλο, οι μόνοι που έδειξαν χιλιάδων ετών αντοχή, ζώντας σε ξένες χώρες, σε άξενους τόπους. Και ήταν – και είναι – λαοί αριθμητικά μικροί. Στο σημείο τούτο συγγενεύει, επίσης, η μοίρα τους.

Ποτέ δεν πρόβαλαν με την βουή μεγάλων ποταμών που ανοίγουν πλατιές κοίτες, όπως άνοιξαν οι Γερμανικοί λαοί από τον καιρό του Ιουλίου Καίσαρος ή οι Άραβες, με τη ρομφαία του Ισλάμ από τον Ζ” αιώνα και πέρα. Κι αυτή ακόμα η θριαμβευτική πορεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου προς Ανατολάς ήταν πορεία ολίγων Ελλήνων μέσα στο ασιατικό χάος τεράστιων χωρών. Ένα είδος διασποράς ήταν και η «ανάβασις» του Αλεξάνδρου. Αλλά δεν ήταν, βέβαια, η πιο χαρακτηριστική ενέργεια του Ελληνικού Γένους. Χαρακτηριστικές – τυπικές για τον Έλληνα – ήταν οι δύο μορφές διασποράς. Πρώτη η οργανωμένη, με ορμητήριο τη μητρόπολη των αποίκων. Δεύτερη η ατομική που έκαμε τον Έλληνα να ξενιτεύεται μόνος, είτε να περιοδεύει χώρες βαρβάρων, όπως ο Σόλων ή ο Εκαταίος ή και ο Ηρόδοτος (ο τελευταίος μπήκε στο τέλος και σε οργανωμένη ομάδα αποίκων), είτε και να μεταθέτει οριστικά την έδρα του και να επιβάλλει την παρουσία του στο περιβάλλον των Μεγάλων Βασιλέων ή σε ένδοξους οίκους Ρωμαίων ή στη Φλωρεντία των Μεδίκων ή στο Βατικανό ή πλάι σε Ισπανούς καρδιναλίους ή στην αυλή των Τσάρων. Στις περιπτώσεις αυτές δεν επέβαλε τον εαυτό του ο Έλλην ως έμπορο ή τραπεζίτη, αλλά ως σοφό διδάσκαλο ή ως πολιτικό νου ή και ως γενναίο στρατιώτη.

Στη διασπορά των Ιουδαίων – στο μέγα αυτό δράμα που έχει το δικό του μεγαλείο, τον δικό του πόνο, αλλά και τα δικά του σκοτεινά χαρακτηριστικά – δεν βρίσκει αντίστοιχα φαινόμενα ούτε η αποικιακή ούτε η ατομική διασπορά των Ελλήνων.

Στο φαινόμενο της αποικιακής διασποράς υπάρχουν αναλογίες μεταξύ Ελλήνων και Φοινίκων ή και νεώτερων ευρωπαϊκών λαών, των Άγγλων, των Ισπανών, των Ολλανδών, των Πορτογάλων. Οι λαοί αυτοί ίδρυσαν, όπως οι Έλληνες, πόλεις, κέντρα πολιτισμού, μακριά από τις βάσεις και τον λαϊκό κορμό τους, ίδρυσαν θαυμάσιες, γερές σκάλες που έκαμαν τις θάλασσες και τις ηπείρους (στην αρχαιότητα τις τρεις, στην νεώτερη εποχή όλες) να υπαχθούν στην αριστοτεχνική κλιμάκωση που επήγασε από τη σκέψη και την τόλμη των γενναίων ποντοπόρων. Οι Φοίνικες, βέβαια, έσβησαν, χάθηκαν. Οι Έλληνες, ιδρύοντας πόλεις, όπως η Νεάπολις, οι Συρακούσες, η Μασσαλία, το Βυζάντιο, η Αλικαρνασσός, η Έφεσος, η Σμύρνη, η Μίλητος, η Σαλαμίς και η Πάφος της Κύπρου, η Αλεξάνδρεια, η Κυρήνη, η Πτολεμαΐς της Κυρηναϊκής αφήκαν οριστικά τη σφραγίδα τους στην πρώτη ιστορική οικουμένη που εγνώρισε ο άνθρωπος, και δεν έπαψαν – λίγοι, αλλά άκαμπτοι και άφθαρτοι, να διεκδικούν την παγκόσμια παρουσία τους. Και πρέπει να παρατηρήσω ότι, αν τους Φοίνικες τους ξεπέρασαν σε ιστορική αντοχή, ξεπέρασαν και όλους τους νεώτερους λαούς στην καθαρότητα του νοήματος της αποικιακής διασποράς. 

H Eλλάδα με τις αποικίες της κατά τον 6ο αι. π.X. [Iστορία της Aρχαίας Eλλάδας (του Πανεπιστημίου Kαίμπριτζ), τ. 2ος, σ. 177.]


Η εγκατάσταση των Ελλήνων στις εκβολές του Ροδανού ή στη Μαύρη Θάλασσα δεν είχε καμμιά σχέση με ό,τι ονομάζουμε ιμπεριαλισμό. Μπορεί νά ‘ταν ιμπεριαλιστική η πολιτική των Αθηναίων απέναντι άλλων Ελλήνων, των Σαμίων ή των Συρακούσιων, αλλά η κίνηση των Ελλήνων γενικά προς τα άκρα του τότε προσιτού κόσμου δεν είχε, ούτε πήρε ποτέ, χαρακτήρα ιμπεριαλιστικό. Των νεώτερων λαών η αποικιακή εξάπλωση στον κόσμο, είχε, αντίθετα, ή πήρε με τον καιρό, το ύφος του ιμπεριαλισμού. Έτσι, στην περίπτωση των Ισπανών ή των Άγγλων διαπιστώνουμε τη διασταύρωση των μεθόδων των Ελλήνων και των Ρωμαίων. Το καθαρό ελληνικό νόημα της αποικιακής διασποράς το ενόθευσε λίγο ή πολύ η παράδοση του ρωμαϊκού ιμπεριαλισμού, με τα αγαθά της Pax Romana, αλλά και με τις μοιραίες σκιές της.

Η αποικιακή διασπορά των Ελλήνων είχε κάτι το επικό. 

Ο Luigi Pareti – στο έργο του «Storia di Roma e del Mondo Romano» – λέει ωραιότατα ότι τον πρώτο κύκλο των αποικιακών εξαπλώσεων των Ελλήνων στα νησιά του Αιγαίου και στις ακτές της Μικράς Ασίας τον έχουν, κατά κάποιον τρόπο, απαθανατίσει οι ωδές της Ιλιάδος, ενώ ο δεύτερος κύκλος της αποικιακής διασποράς – σε πιο μακρινούς τόπους, στον Εύξεινο Πόντο, στη Μαρεώτιδα και στην Κύπρο, στην Ιταλική και Σικελική Δύση, στην Κυρηναϊκή και στη Μασσαλία – βρήκε την ποιητική του έκφραση στην Οδύσσεια. Και ο A. Zarde – στο βιβλίο του «La Formation du peuple Grec» – λέει ότι «ο περίπλους του Οδυσσέως» δίνει την εικόνα των πρώτων μεγάλων ταξιδιών των Ελλήνων. Η παρατήρηση του Γάλλου σοφού καλύπτει και την περίπτωση ίων ατομικών περιπλανήσεων των Ελλήνων. Η περίπτωση αυτή έχει – εκτός από το επικό νόημα της ομηρικής Οδύσσειας που εμπνέεται από την παλιννόστηση, από την ιδέα της επιστροφής στην Ιθάκη – και κάτι από την «Οδύσσεια» του Νίκου Καζαντζάκη, κάτι από τη δραματική ιδέα του νέου και τελεσίδικου ξενιτεμού.

Από τους αρχαίους χρόνους, ως τα σήμερα, οι Έλληνες φεύγουν μόνοι, όχι μόνο για να περιοδεύσουν, να γνωρίσουν τον κόσμο, να μελετήσουν τα ήθη ξένων λαών και να γυρίσουν πίσω, όπως ο Εκαταίος ή ο Ηρόδοτος ή ο Πυθέας ο Μασσαλιώτης που έφθασε ως τη Θούλη, αλλά και για να εγκατασταθούν και να επιβληθούν ως άτομα σε ξένες χώρες. Μέμνων ο Ρόδιος, «διαβεβοημένος επί συνέσει στρατηγική», αντιμετωπίζει, ως αρχιστράτηγος των Περσών, και φέρνει σε δύσκολη θέση τον Μέγα Αλέξανδρο. Από τη δύσκολη αυτή θέση έβγαλε τον «αήττητον παίδα» μόνον η τύχη. Ο Μέμνων αρρώστησε και πέθανε «και τη τούτου τελευτή συνετρίβη και τα του Δαρείου πράγματα». Λίγο πριν πεθάνει ο Μέμνων, ο Αθηναίος Εφιάλτης υπερασπίζεται την Αλικαρνασσό κατά του Μακεδόνος και τα τείχη της πόλεως πέφτουν μόνον αφού έπεσε προηγουμένως ο ίδιος. 

Την ίδιαν ώρα ένας άλλος Αθηναίος – ο Χαρίδημος, «ανήρ θαυμαζόμενος επ” ανδρεία και δεινότητι στρατηγίας» – ήταν στην αυλή του Μεγάλου Βασιλέως. Τέτοια ήταν η δύναμή του – αλλά και τόσο πολύ το πήρε απάνω του – που, «παροργισθείς», μίλησε άσχημα στον Δαρείο· κι αυτός οργίσθηκε ακόμα περισσότερο και τον εθανάτωσε, αλλ’ «ευθύς μετενόησε και κατεμέμψατο εαυτόν ως τα μέγιστα ημαρτηκότα». Τα παραδείγματα Ελλήνων που ανήκουν, ως άνδρες πολιτικοί ή στρατηγοί, στην Ιστορία ξένων κρατών δεν είναι λίγα και φθάνουν ως τον Ιωάννη Καποδίστρια και τονΑλέξανδρο Υψηλάντη. Ποιος άλλος λαός έχει να παρουσιάσει, μέσα σε διάστημα χρόνου που υπερβαίνει τους είκοσι αιώνες, τέτοια επίμονη προβολή και επιβολή τέκνων του έξω από τη γη τους, τέκνων ριζωμένων στις παραδόσεις και στην πατρίδα;

Τα παραδείγματα, μάλιστα, Ελλήνων που, ως σοφοί διδάσκαλοι, άνοιξαν δρόμους στη ζωή ξένων λαών, είναι πολύ περισσότερα. Είναι αμέτρητα. Την άνοιξη του 146 π.Χ. ο Πόπλιος Κορνήλιος Σκιπίων Αιμιλιανός, κοιτάζοντας μελαγχολικά την Καρχηδόνα που είχε παραδοθεί στο πυρ και στο θάνατο, δεν άνοιξε την καρδιά του παρά μόνο στον Έλληνα Πολύβιο, τον δάσκαλο και φίλο του. Και θυμήθηκε, τότε, ο Αφρικανός ο νεώτερος τους βαρυσήμαντους στίχους του Ομήρου: «έσσεται ήμαρ ότ” αν πότ” ολώλει Ίλιος ιρή…».

Τους θυμήθηκε, γιατί – όπως εξήγησε ο ίδιος στον Πολύβιο – φοβήθηκε ότι και η Ρώμη δεν θα μπορούσε να αποφύγει κάποτε την τύχη της Τροίας και της Καρχηδόνος. Την ώρα που, σφίγγοντας το δεξί χέρι του Πολυβίου, μιλούσε έτσι ο γυιος του νικητή της Πύδνας, ποιος από τους δυο είχε προσφέρει περισσότερα στον άλλον; Στο ωραίο του δοκίμιο «Polybius at Rome» λέει ο T.R. Glover ότι «είναι δύσκολο να πει κανείς ποιος κέρδισε περισσότερο» ο Σκιπίων Αιμιλιανός ή ο Πολύβιος, από τη μεγάλη αυτή φιλία που έδεσε τον έναν πλάι στον άλλον. Βέβαιο είναι, πάντως, ότι ο χθεσινός «ιππάρχης» των Αχαιών που, μετά την ήττα του Περσέως, είχε μεταφερθεί στη Ρώμη ως όμηρος, απεκάλυψε όχι μόνο στον Σκιπίωνα Αιμιλιανό, αλλά και στους Ρωμαίους γενικά, το μέγα νόημα που είχαν οι νίκες τους, εσυνειδητοποίησε μέσα τους τη σχέση της ρωμαϊκής ισχύος με το «μικτό» πολίτευμα της urbs, άνοιξε – με όργανο τη γλώσσα του ηττημένου λαού, την ελληνική – το δρόμο για τη λατινική ιστοριογραφία, ειδικώτερα για τον Τίτο Λίβιο. Και παράλληλα με τον Πολύβιο, ένας άλλος σύντροφος του Σκιπίωνος Αιμιλιανού, ο Παναίτιος, έκαμε τους Ρωμαίους να φιλοσοφούν και άνοιξε το δρόμο για τον Κικέρωνα. Πρώτη φορά στην ιστορία του κόσμου, τέκνα ενός ηττημένου λαού προβάλλουν και επιβάλλονται ως προσωπικότητες, ως πνευματικοί νομοθέτες, στην ίδια τη χώρα των νικητών ή γενικά σε ξένες χώρες. Έτσι ακριβώς άρχισε, ως μοναδικό στην ιστορία φαινόμενο, η διασπορά των Ελλήνων ως ατόμων ταγμένων να επιβληθούν ως διδάσκαλοι και φορείς πανανθρώπινης Παιδείας.

Ο Γεώργιος Γεμιστός (1355 – 1452), που επέλεξε για τον εαυτό του το παρώνυμο Πλήθων, ώστε να θυμίζει το όνομα Πλάτων, ήταν Έλληνας φιλόσοφος.

Όταν – στις 26 Ιουνίου του 1452, έναν περίπου χρόνο πριν από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως – πέθανε στο Μυστρά ο Πλήθων, ένας από τους πιστούς του κύκλου του έγραψε, στη «μονωδία» που αφιέρωσε στο νεκρό φιλόσοφο, τα βαρυσήμαντα λόγια: «Διασπαρησόμεθα τε οι των λόγων ερασταί επί την της οικουμένης εσχατιάν». Ναι, «διασπαρησόμεθα». Η λέξη που εχρησιμοποίησε ο Ιερώνυμος (ή Ερμώνυμος) Χαριτώνυμος – ο «Σπαρτιάτης», όπως ονόμαζε τον εαυτό του – συμπυκνώνει μέσα της το βαθύτερο νόημα του Γένους, ενός ολιγάριθμου Γένους που δεν εξαπλώνεται, αλλά διασπείρεται, δεν κατακτά αλλά ανακτά αδιάκοπα τον εαυτό του μες στη συνείδηση μεμονωμένων ατόμων. Το Γένος μας είναι Γένος Ατόμων. Δεν είναι μάζα ή στίφος. 

Ακόμα και οι εστίες του Γένους αυτού – και δεν έλειψαν ποτέ οι εστίες, ελεύθερες ή υπόδουλες, όπου έμεινε συγκεντρωμένο – ήταν και είναι εστίες μικρές, με στενό «χίντερλαντ», χωρίς πλούσιες πεδιάδες ή στέππες. Οι πιο χαρακτηριστικές εστίες του γένους μας είναι βραχάκια και μικρές εκκλησιές. Ονομάζουμε «μεγαλονήσους» την Κύπρο ή την Κρήτη που μπροστά στις βρετανικές νήσους ή στη Μαγαδασκάρη ή στη Νέα Γουινέα ή στη Σουμάτρα ή στη Φορμόζα είναι μικρά νησάκια. Ονομάζουμε ποταμό τον Ιλισσό που μπροστά στον Μισσισιπή ή τον Δούναβη ή τον Βόλγα δεν είναι ούτε καν ρυάκια. Και όμως, οι φτωχές πηγές του Υμηττού, που στάλα-στάλα μας χαρίζουν το νεράκι τους, επότισαν κι έκαμαν γόνιμο το έδαφος της οικουμένης όσο καμμιά από τις πλούσιες πηγές των μεγάλων ποταμών της γης. Και όταν σκύβεις και κοιτάζεις τα νερά του Αλφειού στην Ολυμπία, η διαύγεια είναι τέτοια που καθρεφτίζονται μέσα τους το πρόσωπο και η ψυχή σου και βλέπεις και τα ολοκάθαρα λιθαράκια στο βάθος. Η φύση γίνεται εδώ πνεύμα. Η διαύγεια των υδάτων είναι η διαύγεια του πνεύματος. Τι μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα νερά του Αλφειού και στη μαυρίλα του Βόλγα ή του Νείλου ή του Μισσισιπή!

Από αυτές τις πηγές και αυτές τις εστίες ξεκίνησαν και ξεκινούν αδιάκοπα, εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια, οι ακούραστοι εκείνοι και τολμηροί που, ως άτομα, επραγματοποίησαν και πραγματοποιούν το μοναδικό ιστορικό φαινόμενο της ελληνικής διασποράς!

Ίσια τραβάει η γραμμή από τον Πολύβιο στον Αδαμάντιο Κοραή. Χίλια πεντακόσια χρόνια μετά το θάνατο του Πολυβίου, Έλληνες του αυτού ύφους, του αυτού τύπου, ξεκινούν – άλλοι από την Κρήτη, άλλοι από τηΘεσσαλονίκη ή τον Μυστρά, άλλοι από την Κωνσταντινούπολη ή την Τραπεζούντα – και επιβάλλονται ως προσωπικότητες στη Φλωρεντία των Μεδίκων, στη Ρώμη των Παπών, στη Βενετία του σοφού τυπογράφου Άλδου Μινουτίου, στο Παρίσι του Guillaume Bude”, στην Ισπανία του καρδιναλίου Francisco Ximenes de Cisneros. Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος, που έλαμψε με τη σοφία του στη Φλωρεντία των Μεδίκων, ανεφώνησε κάποτε (η φράση έχει διατηρηθεί μόνο λατινικά: «Ecce, Graecia nosto exsilio transvolavit Alpes»). Εκατό χρόνια αργότερα, πραγματοποιεί στο Τολέδο ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος – γνωστός ως «ο Έλλην», «El Greco» – θαύματα που τον ανεβάζουν στο ύψος των μεγίστων καλλιτεχνικών δημιουργών του κόσμου. Δεν υπάρχει δεύτερος λαός επί της γης, που στο ένα άκρο του ιστορικού διαστήματος δυο χιλιάδων ετών να γνωστοποιεί την παρουσία του μ” ένα Φειδία και στο άλλο άκρο μ” έναν Γκρέκο. Ο ένας ύψωσε το ανάστημα του, μαζί με τον Παρθενώνα, στην καρδιά της Ελλάδος, με τον Περικλή εμπνευστή και φίλο, ενώ ο άλλος, προσφυγόπουλο στη Βενετία του Τισιανού, ύψωσε το ανάστημά του πλάι στις στήλες του Ηρακλέους, στη χώρα Φιλίππου του Β”.

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος (1541 – 7 Απριλίου 1614)

Στάθηκα ιδιαίτερα στο φαινόμενο της διασποράς των Ελλήνων ως πνευματικών δημιουργών, ως διδασκάλων, ως ξεχωριστών ατόμων, σε ξένες χώρες, μακριά από τις εστίες τους, μακριά κι από τις οργανωμένες παροικίες ομογενών. Στάθηκα στο φαινόμενο αυτό, γιατί είναι καταπληκτικό και μοναδικό στην ιστορία. Αποκαλύπτει το ιστορικό νόημα του Γένους μας περισσότερο από κάθε τι άλλο. Στους τελευταίους αιώνες, πρόβαλαν βέβαια και τα τέκνα του Ισραήλ στη διασπορά τους ως άτομα, ως μεγάλοι καλλιτέχνες ή μεγάλοι επιστήμονες, αλλά στη ζωή του λαού αυτού το φαινόμενο τούτο εμφανίζεται ως δευτερογενές. Αφού έμειναν οι Ισραηλίτες της διασποράς, πολλούς αιώνες κλεισμένοι στον εαυτό τους, άρχισαν μόλις μετά τον ΙΗ” αιώνα, μετά τον αιώνα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, να ανοίγουν λίγο-λίγο – στις χώρες ειδικά που έδειξαν απέναντι τους ανεκτικότητα – τα παράθυρά τους και να αφομοιώνουν την Παιδεία που δεν είχε καμιά σχέση με τη δική τους παράδοση. Στην αφομοίωση – και πρωτότυπη αξιοποίηση – ξένων πνευματικών αγαθών έδειξαν από τότε θαυμαστή δεξιοτεχνία, αλλά η περίπτωση αυτή δεν έχει ούτε μακρινή ομοιότητα με την περίπτωση των Ελλήνων. Πρέπει μάλιστα να προσέξουμε και κάτι που είναι πολύ χαρακτηριστικό. 

Και στις εξαιρετικές και ελάχιστες εκείνες περιπτώσεις που, πριν από τους δύο τελευταίους αιώνες, πρόβαλαν Ιουδαίοι ως καθολικώτερες πνευματικές προσωπικότητες, το φαινόμενο ήταν άρρηκτα συνυφασμένο με την Ελληνική Παιδεία. Η αρχή έγινε ήδη στον Α” μ.Χ. αιώνα. Μια αρχή που άργησε, ύστερα, να “χει συνέχεια, αλλά που ήταν πολύ χαρακτηριστική. Οι απώτατοι προπάτορες των καθηγητών ιουδαϊκής καταγωγής στα πανεπιστήμια της Ευρώπης και της Αμερικής δεν είναι οι προφήτες του Ισραήλ, αλλά ο Φίλων και ο Ιώσηπος που έγραψαν ελληνικά στον Α” μ.Χ. αιώνα και ανήκουν στην, ελληνική γραμματεία. Χίλια εκατό χρόνια αργότερα, ο περίφημος Μαϊμονίδης (Μωϋσής μπεν Μαϊμόν) πήρε από τον Αριστοτέλη – όπως ακριβώς και ο αραβικής καταγωγής σύγχρονός του φιλόσοφος και συμπολίτης του (γεννήθηκαν και οι δύο στην Κορδούη της Ανδαλουσίας) Αβερρόης – τα πνευματικά μέσα που ήταν απαραίτητα για να διαμορφώσει την προσωπικότητα του.

Δεν υπάρχει, λοιπόν, αναλογία μεταξύ των δύο φαινομένων. Το φαινόμενο της διασποράς των Ελλήνων ως πνευματικών ατόμων, από τον καιρό του Πολυβίου ως τα σήμερα, είναι αυτόνομο, συνδέεται με την ίδια την ουσία του ελληνικού πνεύματος. Δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για τα τέκνα του Ισραήλ. Ο Mendessohn ή ο Heine ή ο Marx ή ο Einstein έζησαν και αξιοποίησαν μέσα τους χωρίς άλλο τον μεγάλο ηθικό πλούτο των ιουδαϊκών παραδόσεων, αλλά ως δημιουργικά πνεύματα είναι τέκνα όχι του Ισραήλ, αλλά της Ευρώπης. Γενεαλογικά, πρέπει να αναχθούν στην Ελλάδα, όπου για πρώτη φορά στην ιστορία του κόσμου, λόγος και τέχνη και γνώση έγιναν Παιδεία.

Έτσι ερχόμαστε στο βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του Ελληνικού Γένους. 

Πρώτος το επεσήμανε, στο 380 π.Χ., ο Ισοκράτης, ο φίλος και θαυμαστής του μεγάλου βασιλέως της Κυπριακής Σαλαμίνος και επιτίμου πολίτου των Αθηνών Ευαγόρου του Α”. Στον περίφημο «Πανηγυρικό» του διατυπώνει την υπερήφανη σκέψη ότι «Έλληνας» θά “πρεπε να αποκαλούμε «μάλλον… τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας». Για πρώτη φορά τοποθετήθηκε το κοινό γνώρισμα της Παιδείας παραπάνω από την κοινότητα του αίματος, η συνείδηση παραπάνω από τη φυλή, η ιστορία παραπάνω από τη φύση. 

Ο λαός που έφθασε στη σύλληψη αυτής της μεγάλης αλήθειας – μιας αλήθεια που, όπως παρατηρεί πολύ σωστά ο Werner Jager στο μέγα έργο του «Παιδεία», έκαμε ακριβώς και τους άλλους λαούς να μπουν στην ιστορία – ήταν αδύνατο να σβήσει, να χαθεί. Αφού ανακάλυψε, με την Παιδεία, το όργανο της αφθαρσίας, ήταν αδύνατο να φθαρεί. Και πριν από τους Έλληνες, υπήρχε στον κόσμο σοφία. Αλλά φιλοσοφία δεν υπήρχε. Υπήρχαν γνώσεις. Αλλά επιστήμη δεν υπήρχε. Υπήρχε τέχνη. Αλλά αισθητική συνείδηση δεν υπήρχε. Μ” άλλα λόγια, δεν υπήρχε Παιδεία. Οι μαθηματικές γνώσεις των Ασσυρίων δεν θα οδηγούσαν ποτέ στη γεωμετρία του Ευκλείδη ή στη γεωμετρία του Einstein. 

Προϋπόθεση για την εξέλιξη αυτή ήταν ο συνδυασμός εμπειρίας και θεωρίας που είναι καθαρά ελληνικό έργο. Η Παιδεία στηρίχθηκε στην αυτοσυνείδηση του πνεύματος. Και η αυτοσυνείδηση αυτή εκδηλώθηκε ταυτόχρονα και αυτόματα, στην αρχαία Ελλάδα, σ” όλες τις σφαίρες της ζωής. Εκδηλώθηκε στις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους – έτσι γεννήθηκαν η «Πόλις», ο «Πολίτης», το «πολίτευμα» – εκδηλώθηκε στη σχέση του ανθρώπου προς τη φύση και του ανθρώπου προς τον εαυτό του – έτσι γεννήθηκε η θεωρητική και η πρακτική (ηθική) διαλεκτική του νου. Αυτή η τελευταία, η διαλεκτική του νου, ήταν η προϋπόθεση για όλα τα άλλα. Αλλά αποκρυσταλλώθηκε συνειδητά και σ” ολόκληρο το βάθος της με τον Πλάτωνα, αφού είχαν όλα τ” άλλα τελειωθεί και όταν, μάλιστα, είχαν αρχίσει να παρακμάζουν.

Ο Πλάτων (427 π.Χ.–347 π.Χ.)

Το γένος των Ελλήνων που είχε τη μεγάλη δύναμη να ανεβάσει το πνεύμα παραπάνω κι από το «γένος» και να πει, με τα χείλη του Ισοκράτους, ότι η Παιδεία «το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους, αλλά της διανοίας δοκείν είναι», το Γένος αυτό ήταν αδύνατο, όπως είπα και προ ολίγου, να χαθεί. Δεν χάθηκε ούτε βιολογικά. Αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Δεν χάθηκε – αυτό είναι το κρίσιμο και σημαντικό – ως γλώσσα και ως πνεύμα, ως συνείδηση και ως παράδοση. Δεν χάθηκε ποτέ ο Έλλην – ποτέ και πουθενά – ως παρουσία πνευματική, ως νομοθέτης αξιών, ως ηθικό παράδειγμα. Ως δύναμη ιστορική – δύναμη ηθική και στις ώρες τις κακές και σημαδιακές – ήταν αδιάκοπα παρόντες οι Έλληνες. Όχι μόνο δεν απουσίασαν ποτέ από την ιστορία, από το προσκήνιο της ιστορίας, αλλά υποχρέωσαν τη βία της ιστορίας να υποκύψει πάντοτε, έμμεσα ή άμεσα, στο πνεύμα τους. 

Η ιστορία του κόσμου θά “ταν μόνο Βία χωρίς τον Έλληνα. Το πνεύμα – ως σοφία ή προφητεία – ζούσε, πριν από τους Έλληνες, αλλά και μετά τους Έλληνες, στους χώρους εκείνους της γης που δεν είχαν επηρεασθεί από την Ελλάδα, έξω από την ιστορία. Με τον Ελληνικό Λόγο, με την Ελληνική Παιδεία, υποχρεώθηκε η βία της ιστορίας να εγκαινιάσει τη μεγάλη διαλεκτική της έριδα με το πνεύμα. Ουσιαστικά, μόνον από τότε υπάρχει αληθινή ιστορία. Όλα τ” άλλα ήταν προϊστορία. Αληθινή ιστορία είναι η άμιλλα μεταξύ Βίας και Πνεύματος. Ύλης και Λόγου. Στο διαλεκτικό αυτό αγώνισμα, οι Έλληνες – ολιγάριθμοι, ασθενέστεροι ως ύλη απέναντι σχεδόν όλων των άλλων λαών – κρατήθηκαν αδιάκοπα στο στίβο ορθοί (ορθοί και ως ηττημένοι) με το πνεύμα τους, με το ήθος τους, με τη δύναμη της ψυχής τους.

Διάφορες φάσεις

Ας ρίξουμε μια ματιά στις διάφορες φάσεις της ζωής του Ελληνικού Γένους μετά τη μεγάλη εποχή που αρχίζει με τα Ομηρικά έπη και κλείνει με την πτώση του ελληνικού χώρου στα χέρια των Ρωμαίων. Τα βήματα που έκαμαν τότε οι Έλληνες, άνοιξαν τον δρόμο για την ανθρωπότητα. Χωρίς τα βήματα εκείνα, θα υπήρχαν λαοί και κράτη, αλλά «Ανθρωπότης» δεν θα υπήρχε.


Όταν έπεσε ο ελληνικός χώρος στην εξουσία των Ρωμαίων, το Ελληνικό Γένος όχι μόνο διατηρήθηκε, αλλά έκαμε τον κατακτητή να υιοθετήσει την Ελληνική Παιδεία. 

Πρώτη φορά σημειώθηκε ένα τέτοιο γεγονός στην ιστορία. Έπρεπε να υπάρχουν οι Έλληνες για να σημειωθεί. Θύμωνε ο Κάτων ο πρεσβύτερος όταν έβλεπε ότι όχι μόνον οι νεαροί Ρωμαίοι αλλά και πολλοί συγκλητικοί κρέμονταν από τα χείλη Ελλήνων φιλοσόφων. Δεν ήταν όμως και ο ίδιος λίγο ή πολύ, Έλλην; Θα μπορούσε, τάχα, να εκφωνεί τους λόγους που εκφωνούσε, αν δεν είχαν προηγηθεί η Ελληνική Πόλις και η Ελληνική Παιδεία; 

Όταν θέλησε ένας συγκλητικός να βρίσει τον Κικέρωνα, τον ονόμασε «Γραίκουλο». Χωρίς να το θέλει, τον εκολάκευσε. Ο Κικέρων – όπως και τόσοι άλλοι, ο Οβίδιος, ο Οράτιος, ο Βεργίλιος – επισκέφθηκε τις σχολές των Αθηνών και θέλησε ο ίδιος να θεωρείται Έλλην στο πνεύμα του. Έδειξε ιδιαίτερη στοργή και απέναντι των Ελλήνων της Κύπρου. Τέτοια ήταν η επιβολή του Ελληνικού πνεύματος στη Ρώμη, ώστε βρέθηκαν Ρωμαίοι που προτίμησαν να γράψουν ελληνικά παρά λατινικά. Όχι μόνον ο Αιλιανός, αλλά και ο αυτοκράτωρ Μάρκος Αυρήλιος.

Αφομοίωση του Χριστιανισμού

Αν δεν νικήθηκε το ελληνικό πνεύμα από τον κατακτητή Ρωμαίο, μπορούσε να νικηθή από τον Χριστιανισμό. Η «Αποκάλυψις» μπορούσε νά “ναι κίνδυνος για την γνώση, την παιδεία, τον φιλοσοφικό λόγο. Εδώ έδειξε το Ελληνικό γένος την πιο μεγάλη του δύναμη. Κατόρθωσε να αφομοιώσει τον Χριστιανισμό, τον πρόβαλε με την ελληνική γλώσσα, και τις ίδιες περίπου ημέρες που ο Ιουλιανός ενόμιζε ότι, για να διασωθεί η Ελλάς έπρεπε να εγκαταλειφθεί ο Χριστιανισμός και να κτυπηθούν οι «Γαλιλαίοι» (όπως ονόμαζε τους Χριστιανούς), ο παλαιός συμφοιτητής του Μέγας Βασίλειος έγραφε την περίφημη πραγματεία του «Προς τους νέους», όπου παραλληλίζει και διασταυρώνει τη διδασκαλία του Ιησού με τους «ελληνικούς λόγους», καθώς και με το ήθος του Σωκράτους, του Ευκλείδου, ακόμα και του Περικλέους.

Η βυζαντινή αυτοκρατορία

Η βυζαντινή αυτοκρατορία εγκαινιάσθηκε ως ρωμαϊκό πολιτειακό σύστημα και ως λατινικό γλωσσικό καθεστώς. Μέσα σε ελάχιστο διάστημα χρόνου, το Ελληνικό Γένος, υπόδουλο στους Ρωμαίους επί πεντακόσια περίπου χρόνια, πραγματοποιεί έναν ιστορικό άθλο που δεν συγκρίνεται με τίποτε ανάλογο στον κόσμο. Χωρίς να εξεγερθεί και να επαναστατήσει, με μοναδικά όπλα το πνεύμα και τη γλώσσα, μετατρέπει ομαλά και αβίαστα το ρωμαϊκό κράτος, που δεν έπαψε να ονομάζεται «ρωμαϊκό» και ως την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, σε κράτος ελληνικό. Τα χίλια χρόνια της βυζαντινής αυτοκρατορίας είναι χίλια χρόνια νέας εντονώτατης ελληνικής ιστορίας, νέων θαυμαστών επιτευγμάτων της ελληνικής ψυχής. Εκτός από όλα τ” άλλα επιτεύγματα του ελληνικού Βυζαντίου, ολόκληρος κόσμος λαών – των σλαυικών λαών – εισάγεται με την καθοδήγηση Ελλήνων Χριστιανών, στο χώρο της ιστορίας.


Η δουλεία

Φθάνει η κακή ώρα και το Ελληνικό Γένος υποδουλώνεται στους Τούρκους. Επεσήμανα ήδη τη δράση των Ελλήνων εκείνων, που, ως άτομα, ως φορείς Παιδείας, έφυγαν (άρχισαν να φεύγουν και πριν από την άλωση) και σκόρπισαν στη Δύση. Ας δούμε όμως και τι έγινε στις υπόδουλες εστίες του Γένους. Δεν έπαψε ούτε μια στιγμή να ανασαίνει έντονα η Ελληνική Ψυχή. 

Οι υπόδουλοι Έλληνες, άλλοτε συνδυάζοντας τη δράση τους με τους Δυτικούς ή τους Ρώσους, άλλοτε όμως και αυτόνομα, καταφεύγοντας στα βουνά τους, προκαλούν σχεδόν αδιάκοπα, σε διάστημα χρόνου που άλλους λαούς θα τους είχε κάμει να ξεχάσουν την ιστορική τους ύπαρξη, την προσοχή ολόκληρης της Ευρώπης. Ο Friedrich Holderlin, στα τέλη του ΙΗ” αιώνα, πλάθει με την ωραία φαντασία του ένα Νεοέλληνα ήρωα -τον Υπερίονα – και, συνδυάζοντας τον με τα γεγονότα του 1768, τον εμφανίζει ν” απελευθερώνει αυτός το Ναυαρίνο και να προχωρεί προς το Μυστρά μ” ένα ελληνικό κράνος στην κεφαλή του. Με πολλούς πρωτότυπους τρόπους σημειώνει την παρουσία του το Ελληνικό Γένος μέσ” στο χώρο της δουλείας του. Τα καράβια των Ελλήνων γίνονται αρμάδα ελευθερίας. Το «κρυφό σχολειό» – μια θαυμαστή επινόηση του αδούλωτου πνεύματος του δουλωμένου Γένους – μεταβάλλει την τρεμουλιαστή φλόγα του κεριού ή του κανδηλιού σε πυρσό Παιδείας. Τα μοναστήρια γίνονται οχυρά της ελληνικής ψυχής. 

Το εμπόριο θραύει τα δεσμά της δουλείας και καταργεί τα σύνορα του υπόδουλου Γένους με τους άλλους λαούς και τις άλλες χώρες. Να επιβληθεί το ελληνικό πνεύμα στον κατακτητή, όπως είχε επιβληθεί στους Ρωμαίους, αυτό δε μπορούσε, βέβαια, να γίνει. Οι Τούρκοι δεν είχαν την προδιάθεση να υιοθετήσουν την ελληνική Παιδεία, που τώρα πια ήταν και χριστιανική. Ο πορθητής Μωάμεθ, που ήξερε καλά ελληνικά, ήταν πρόθυμος – φιλοδοξώντας να εμφανισθεί στην ιστορία ως φυσικός διάδοχος των Ελλήνων αυτοκρατόρων – να προχωρήσει και ως εκεί. Και τον βοήθησε ο πατριάρχης Γενάδιος, ο πρώτος εθνάρχης των υπόδουλων Ελλήνων. Του έκαμε ακόμη και χριστιανική κατήχηση σε άπταιστα ελληνικά. Αλλά το πείραμα δεν μπορούσε να ευοδωθεί. Οι Έλληνες, όμως, κατόρθωσαν κάτι άλλο. Έγιναν ως άτομα, ως προσωπικότητες, απαραίτητοι στον κατακτητή. Έλληνες γίνονται σύμβουλοι των Σουλτάνων και παίρνουν τον υψηλό τίτλο του Μεγάλου Διερμηνέως. 

Λίγο αργότερα, γίνονται ηγεμόνες των παραδουνάβιων περιοχών μέσ” στην οθωμανική αυτοκρατορία άνδρες που η καταγωγή τους ήταν από το Αιγαίο. Ας θυμηθούμε επίσης ότι έπαρχος σε παραδουνάβια ηγεμονία ήταν σε μια περίοδο του ΙΗ” αιώνα ο Θεσσαλός Ρήγας ο Βελεστινλής. Τα Βαλκάνια είχαν σε μεγάλο βαθμό εξελληνισθεί, δηλαδή προσαρμοσθεί λίγο ή πολύ στον πνευματικό νόμο του ενός από τους πολλούς υπόδουλους λαούς, του λαού ακριβώς εκείνου που αριθμητικά και βιολογικά μειονεκτούσε. Η Ελληνική γλώσσα και Έλληνες λειτουργοί της Εκκλησίας έκαμαν τους Βουλγάρους να διατηρήσουν τη συνοχή τους. Αλβανοί έγιναν Έλληνες, αφομοιώθηκαν ως μεγάλες συμπαγείς κοινότητες από το Ελληνικό στοιχείο, ενώ το αντίστροφο φαινόμενο είναι άγνωστο.

Η Εθνεγερσία

Έτσι δεν μπορούσε παρά να σημάνει και η ώρα του ’21, είτε είχε προηγηθεί η Γαλλική Επανάσταση, είτε όχι. Είναι δείγμα δουλικής υπακοής σε ξένα – στο βάθος ανθελληνικά – θεωρητικά κατασκευάσματα η προσπάθεια αναγωγής του ’21 σε κοινωνικά αίτια, στην αστική τάξη και σε υλιστικές νομοτέλειες. Το ’21 ήταν καθαρά ελληνικό γεγονός, όπως και ο Μαραθών. Τριακόσια χρόνια συνέχεια πριν από την Γαλλική επανάσταση, που μόνο περιστασιακά επηρέασε τον Ρήγα, όπως τον επηρέασε και η μορφή του Βοναπάρτη, δεν είχαν πάψει οι Έλληνες ούτε στιγμή να προετοιμάζονται για τη μεγάλη ημέρα, να εξεγείρονται ή να υπονομεύουν τον κατακτητή. Όση σχέση είχε αργότερα το Αρκάδι με κοινωνικά αίτια, άλλη τόση είχε το Μεσολόγγι. Το ’21 ήταν το πλήρωμα Ελληνικού χρόνου. Αλλά το ελληνικώτατο αυτό γεγονός έγινε – κι” αυτό είναι επίσης θαυμαστό – γεγονός πανευρωπαϊκό. Το ’21 ήταν η πρώτη μεγάλη ρωγμή στην Ιερά Συμμαχία. Και με την Ελληνική Επανάσταση εγκαινιάσθηκε, σ” ολόκληρη την Ευρώπη, ο αιώνας των εθνοτήτων. Δεν υπάρχει στην ιστορία των Ελλήνων μεγάλη ώρα που να μην είχε ταυτόχρονα πολύ ελληνικό χαρακτήρα και μεγάλη παγκόσμια σημασία.

Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί τη σημαία της Επανάστασης.

Ο 20ός αιώνας

Θα σταθώ τώρα λίγο περισσότερο στον αιώνα μας. Είναι ο αιώνας που έκαμε την ιστορία κυριολεκτικά παγκόσμια, πανοικουμενική σε σχέση με τον πλανήτη μας. Πάει μάλιστα να την κάνει – αλλά κάποιο απρόβλεπτο όριο θα σταματήσει κάποτε και κάπου την ανέγερση του νέου πύργου της Βαβέλ – υπερπαγκόσμια, διαστημική. Τ

ο φυσικότερο θά “ταν, σ” έναν τέτοιον αιώνα, οι μικροί λαοί νά “χουν γίνει μικρότεροι. Οι διαστάσεις άλλαξαν ριζικά. Άλλες δυνατότητες θά “πρεπε νά “χει σε σχέση με τη Μεσόγειο το ολιγάριθμο ελληνικό Γένος, άλλες σε σχέση με την Ευρώπη, και άλλες σε σχέση με ολόκληρη την υδρόγειο σφαίρα. Και όμως, το Ελληνικό Γένος αγνόησε το νόμο των ποσοτικών αναλογιών. Οι ηγέτες της σημερινής Κίνας – με τη νεοπλουτική νοοτροπία ανθρώπων που, περιφρονώντας την προαιώνια σοφία της Ασίας, υιοθέτησαν μηχανικά την υλιστική επιστήμη της Ευρώπης, χωρίς να μπορούν και να την ελέγξουν με τα ευρωπαϊκά (δηλαδή, ελληνικά) κριτήρια του πνεύματος – απειλούν τον κόσμο με την προειδοποίηση ότι σε λίγα χρόνια ο λαός τους θά “χει φθάσει στο ένα δισεκατομμύριο κορμιά. Ας την προσέξουν την προειδοποίηση αυτή η Σοβιετική Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Εμείς οι Έλληνες δεν έχουμε το δικαίωμα να την προσέξουμε. 

Αν πρόσεχαν οι Έλληνες τα υλικά κριτήρια των αριθμών, όχι μόνο στον αιώνα μας θα είχαν παραιτηθεί από κάθε αυτόνομη ιστορική αποστολή, αλλά και σ” αυτόν ήδη τον Ε” π.Χ. αιώνα θά ‘πρεπε να είχαν θεωρήσει μάταιο ν” αντισταθούν στα αναρίθμητα ασιατικά στίφη των Περσών. Και δεν έλειψαν ποτέ – ούτε τότε, ούτε ως τα σήμερα – Έλληνες που νόμισαν ότι ήταν προτιμότερο να προσκολληθεί το ολιγάριθμο Γένος μας σε μεγάλες μάζες λαών, να υπηρετήσει τη δική τους ιστορική αποστολή και να χαθεί, έτσι, μέσα τους. Θα ‘ταν κι αυτό – δηλαδή, το νά ‘ρθουν οι «βάρβαροι» του Καβάφη και να δοθούμε εκούσια σ” αυτούς, ανοίγοντας μόνοι μας τις πύλες – «μια κάποια λύση». Θά “ταν μια λύση άνετη, αλλά μικρή. Και το Γένος μας δεν διάλεξε, στην κρίσιμη ώρα, ποτέ την άνετη λύση, τη μικρή, έστω κι αν όσοι την προτείνουν εκάστοτε έχουν αρκετή δόση λογικής στα επιχειρήματα τους.

Στον αιώνα μας βρεθήκαμε συχνά – και βρισκόμαστε – μπροστά στο δίλημμα. Και προτιμήσαμε, τουλάχιστον ως την ώρα αυτή, τη δυσκολότερη λύση, όχι την άνετη και τη μικρή. Δεν εννοώ τους Βαλκανικούς πολέμους ή τη στάση μας στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο ή την ένδοξη, αλλά στο τέλος φοβερή, δοκιμασία μας στην Μικράν Ασία. Η δεκαετία εκείνη – 1912-1922 – έδωσε στο Γένος μας την ευκαιρία να αξιοποιήσει, σε υψηλό βαθμό, τις αρετές του, να δείξει (ειδικώτερα, από το 1915 ως το 1922) και τις εξίσου έμφυτες αδυναμίες του, αλλά κρίσιμα ιστορικά διλήμματα δεν παρουσίασε. 

Δραματικές πολιτικές εμπλοκές, που είχαν ποικίλες αιτιολογίες, έδωσαν, μετά το 1915, την εντύπωση ότι υπήρχαν βασικά ιστορικά διλήμματα, αλλά στο βάθος δεν υπήρχαν. Απόδειξη παρέχει το γεγονός ότι, μετά το 1920, συνεχίσθηκε η πολιτική που είχε προηγηθεί, συνεχίσθηκε – με μεγαλύτερη μάλιστα ένταση – η μικρασιατική εκστρατεία. Κάτι άλλο, λοιπόν, έφταιξε. Δίλημμα δεν είχε παρουσιάσει τότε η ίδια η ιστορία. Δεν θα επιμείνω περισσότερο στο κεφάλαιο αυτό της ζωής του Γένους μας, που έκλεισε με τη φοβερή εκρίζωση του μικρασιατικού Ελληνισμού και με άλλα τραγικά γεγονότα. Δεν έπαυσε η μνήμη όλων μας να είναι ευπαθής – ή και εμπαθής – και σέβομαι το πάθος και τον πόνο ή ακόμα και το πείσμα της μιας και της άλλης πλευράς.


Το 1940

Δίλημμα μπορούσε ιστορικά να γεννηθεί στις 28 Οκτωβρίου του 1940. Στην Ευρώπη δεν υπήρχε κανένα πια ηπειρωτικό μέτωπο πολέμου. Η ενδοξότερη ηπειρωτική αντίπαλος της Γερμανίας, η Γαλλία, είχε πέσει. Η Σοβιετική Ένωση εξακολουθούσε νά ‘ναι σύμμαχος της Γερμανίας. Η εκκένωση της Δουνκέρκης ήταν κατόρθωμα, αλλά κι ένα προηγούμενο που έδειχνε καθαρά ότι ούτε δύο βήματα από τις μητροπολιτικές ακτές της δεν μπορούσε η Μεγάλη Βρετανία να κρατήσει ένα προγεφύρωμα. Η περίπτωση της Δανίας, μιας χώρας υψηλού ηθικού πολιτισμού που βρέθηκε μπροστά σε ιδιότυπες περιστάσεις και δεν πρόλαβε καν να διαλέξει τη μια ή την άλλη στάση, μπορούσε να παραπλανήσει τους Έλληνες και να τους κάμει να νομίσουν ότι με κάποιον ανάλογο τρόπο θά ‘ταν δυνατόν να παρακαμφθεί το δίλημμα μεταξύ θυσίας και υποταγής. 

Και όμως, η Ελλάς – η μικρή, η αδύνατη – δεν επηρεάσθηκε από κανένα αντικειμενικό περιστατικό. Όλα τα αντικειμενικά περιστατικά έπρεπε να την είχαν κάμει να συμβιβασθεί. Αλλά σκέφθηκε ότι, εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια, έχει αυτόνομη ιστορική αποστολή. Και έγινε το Θαύμα. Όταν παραμερίζει ο Έλλην τα αντικειμενικά περιστατικά που του λεν ότι δεν μπορεί να γίνει τίποτε, γίνεται και το αδύνατο. Οι μήνες που κράτησε η Ελλάς ολομόναχη το μοναδικό ηπειρωτικό μέτωπο στην Ευρώπη, ήταν η συγκλονιστική κοσμοϊστορική απόδειξη ότι ποτέ δεν θα γίνουν περιττοί στον κόσμο και οι λίγοι ως αυτοτελής ιστορική μονάς. Κι” αυτό τάχθηκαν να το δείξουν, στον αιώνα της υπερτροφικής τεχνικής και των μεγάλων μαζικών δυνάμεων, μόνον οι Έλληνες. Πέρ” από την παγκόσμια ηθική σημασία του, το γεγονός τούτο είχε, στο έτος 1941, ένα συγκεκριμένο πρακτικό αποτέλεσμα που η αξία του είναι ανυπολόγιστη. Υποχρεώθηκε ο Χίτλερ να αναβάλει την επίθεση κατά της Ρωσίας τόσες εβδομάδες όσες αρκούσαν για να μην πέσει η Μόσχα.


Δεν έπαψαν οι Έλληνες και μετά τον Απρίλιο του 1941 να σημειώνουν, σε πολύ υψηλό ηθικό επίπεδο, την ιστορική παρουσία τους. Αλλά δεν έχω το δικαίωμα να πω ότι αυτό ήταν κάτι το ξεχωριστό. Σ” όλες τις κατεχόμενες χώρες, από τη Γαλλία ως την Πολωνία, και από τη Νορβηγία ως την Ελλάδα, οι λαοί έγραψαν σελίδες ηρωισμού. Το μοναδικό και ξεχωριστό έγινε στις 28 Οκτωβρίου του 1940. Και ό,τι πρέπει να θεωρηθεί πάλι ως κάτι το μοναδικό ήταν, μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, η φοβερή αιματηρή δοκιμασία που έληξε τον Σεπτέμβριο του 1949. Από οποιαδήποτε σκοπιά κι αν εξετάσει κανείς τη δοκιμασία αυτή – και υπάρχουν δυο βασικές, ίσως όμως και άλλες, σκοπιές στον κόσμο -, δε μπορεί παρά να αναγνωρίσει ότι και στην περίπτωση αυτή ήταν το ολιγάριθμο Ελληνικό Γένος ο αμνός που τάχθηκε να άρη τας αμαρτίας του κόσμου. Σταυρώθηκε πάλι. Αλλά και αναστήθηκε πάλι.

Κι ας φθάσουμε τώρα στο 1955. 

Ό,τι άρχισε, τότε, να διαδραματίζεται εδώ στην Κύπρο ανήκει, επίσης στην κατηγορία εκείνη των ιστορικών πράξεων που συνδυάσθηκαν με μέγα δίλημμα. Μια φούχτα Ελλήνων αποφάσισε ν” αντιπαραταχθεί σε μιαν αυτοκρατορία. Θα μπορούσαν κάλλιστα να σκεφθούν οι Έλληνες αυτοί την υλική τους άνεση που ως κάτοικοι βρετανικής αποικίας την είχαν εξασφαλίσει. Θα μπορούσαν επίσης να σκεφθούν ότι είναι μάταιο να πάρουν στα χέρια τους, στον αιώνα της τόσο εξελιγμένης πολεμικής τεχνικής, την σφενδόνη του Δαυίδ. Και όμως την πήραν. Και στις 6 Δεκεμβρίου του 1955, ένα από τα εκλεκτότερα πνεύματα του αιώνα μας, ο άτυχος Albert Camus, έγραφε, στο περίφημο άρθρο του «L” Enfant Grec», ένα άρθρο που του είχε εμπνεύσει η καταδίκη του Καραολή, ότι οι Έλληνες είναι ο ένας από τους λαούς, «dont l” Europe barbare aura besoin demain pour se refaire une civilisation».

Η ιστορία του Ελληνικού Γένους είναι, από τις αρχές της, δηλαδή από τις αρχές της ιστορίας του κόσμου, ως τα σήμερα, μια εποποιία. Αλλά το τίμημα της εποποιίας είναι βαρύ. Και δεν μπορούσε παρά νά “ναι βαρύ. Το Γένος μας είναι βαρύτιμο. Η διαπίστωση αυτή δεν πρέπει να γεννάει αλαζονεία. Γέννησε, βέβαια, κατά το δεύτερο ήμισυ του ΙΘ” αιώνα κάποιο στόμφο, κάποια μεγαλοστομία. Θα την είχαν αποφύγει κι αυτήν οι κατά τα άλλα συμπαθείς και ευσυνείδητοι λόγιοι της περιόδου εκείνης, αν είχαν προσέξει περισσότερο τη φωνή του Σολωμού, μια φωνή συνεσταλμένη, γνησιώτατα ελληνική, φωνή «απ” τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά». Η Ελληνική Δόξα δεν φορεί στην κόμη της άλλο στεφάνι παρά εκείνο που είναι «καμωμένο από λίγα χορτάρια».

Και το καταλάβαμε οι Έλληνες καλά, όταν στον αιώνα μας άρχισαν οι νέες μεγάλες δοκιμασίες. Η ιστορία μας εξακολουθεί να είναι μια μεγάλη εποποιία, αλλά μια εποποιία που πληρώνεται αδιάκοπα με δάκρυα και αίμα, και δεν επιτρέπει μεγαλοστομίες και αλαζονεία.

Τι είναι εκείνο που έκαμε δυνατή τη διάρκεια αυτής της εποποιίας; Όλοι οι ιστορικοί λαοί έχουν να επιδείξουν πράξεις επικού μεγαλείου. Στην περίπτωση, όμως του Ελληνικού Γένους είναι ο χρόνος – ο χρόνος των τριών χιλιάδων ετών – που μας υποχρεώνει να θέσουμε το ερώτημα. Και κάτι άλλο είναι το θαυμαστό. Οι Έλληνες – ο μόνος λαός που γράφει αδιάκοπα, τρεις χιλιάδες χρόνια, ωδές ενός ανεξάντλητου έπους – είναι λίγοι, είν’ ένας από τους μικρότερους λαούς του κόσμου. Ούτε η υλική δύναμη του αριθμού ευνόησε το Ελληνικό Γένος, ούτε άλλες υλικές προϋποθέσεις του ήταν ευνοϊκές. Δεν ευνοήθηκε ούτε από τη γεωγραφική του θέση. Στενή ηπειρωτική βάση και νησιά είναι οι κοιτίδες του. Σ” ένα σταυροδρόμι ζει ανέκαθεν ο βασικός του κορμός. Ακριτικό φυλάκιο είναι η χώρα του.

Μόνο στη δύναμη του Ελληνικού πνεύματος – στη συνοχή και τη συνέχεια που εξασφάλισε το πνεύμα του λαού που πρώτος εγέννησε την ιδέα της Παιδείας – μπορούμε να αποδώσουμε το γεγονός ότι, εις πείσμα όλων των υλιστικών ερμηνειών της ιστορίας, τόσο λίγοι άνθρωποι κατόρθωσαν, σε τόσο μέγα διάστημα χρόνου, νά “ναι αδιάκοπα παρόντες ως μονάς αυτόνομη και με παγκόσμια συνάμα ακτινοβολία. Έτσι επιστρέφω σε όσα επεσήμανα πριν επιχειρήσω την επισκόπηση των φάσεων της ιστορικής ζωής του Ελληνικού Γένους. Και θα κλείσω με μια σύνθεση.


Ο Μιχαλάκης Καραολής και ο Ανδρέας Δημητρίου υπήρξαν οι πρώτοι αγωνιστές του Κυπριακού Αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. που καταδικάσθηκαν σε θάνατο από τους άγγλους δυνάστες παρότι δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία για την δράση τους. Οι ήρωες, εκτελέστηκαν στις 10 Μαΐου 1956 δια απαγχονισμού, ψάλλοντες τον εθνικό ύμνο και ζητωκραυγάζοντες υπέρ της Ενώσεως.

Παιδεία και πνεύμα

Δύο βασικά στοιχεία συνθέτουν το ιστορικό νόημα του Ελληνικού Γένους. Δύο στοιχεία που είναι αλληλένδετα. Το ένα είναι το πνεύμα που έγινε πηγή Παιδείας. Αν χάσουμε τη συνείδηση του πνεύματος αυτού ως Ελληνικού πνεύματος, και το ανταλλάξουμε με τα διάφορα βιομηχανικά υποπροϊόντα της επιστήμης που επήγασε από την Ελλάδα, με τα διάφορα «ερζάτς» που κατασκευάσθηκαν σε φάμπρικες μαζικής παραγωγής, θα πάψουμε αργά ή γρήγορα νά ‘μαστε Έλληνες. Εμείς οι λίγοι – οι τόσο λίγοι ανάμεσα σε ωκεανούς λαών – θα διατηρηθούμε μόνο και μόνον αν, με ανοιχτή βέβαια τη σκέψη και την καρδιά μας απέναντι όλων, κρατήσουμε το πνεύμα μας ελληνικό, δηλαδή ελεύθερο και ανεκτικό, μακριά από τα δεσμά οποιωνδήποτε κρατικών και κοινωνικών δογμάτων. Ο λαός που εγέννησε την Παιδεία ως Παιδεία Ελευθερίας θα διατηρηθεί και στο μέλλον, όπως διατηρήθηκε στο παρελθόν, αν μείνει πιστός στην ελληνικώτατη αρχή της Παιδείας αυτής, δηλαδή στην ελευθερία του πνεύματος.

Το δεύτερο στοιχείο που, μαζί με το πνεύμα ως πηγή Παιδείας, συνθέτει το ιστορικό νόημα του Ελληνικού Γένους, προκύπτει άμεσα από τη συνείδηση ότι υπακούουμε στο πνεύμα και όχι σε υλικές σκοπιμότητες. Όποιος έχει τη συνείδηση αυτή είναι έτοιμος για τη μεγάλη θυσία. Το δεύτερο λοιπόν στοιχείο που προσδιορίζει βασικά το Ελληνικό Γένος είναι η προθυμία για τη μεγάλη θυσία. Στα τρεις χιλιάδες χρόνια διατηρηθήκαμε – εμείς οι λίγοι, οι αδύνατοι, οι συχνότατα άστεγοι και ακάλυπτοι – μόνο και μόνο γιατί, έχοντας τη συνείδηση ότι υπερασπίζουμε ένα αγαθό μεγαλύτερο από τα πλουσιώτερα υλικά αγαθά, το αγαθό του Ελληνικού Πνεύματος, δεν επάψαμε να κάνουμε θυσίες που έγιναν παγκόσμια παραδείγματα. Οι θυσίες αυτές είναι, από τους αρχαίους χρόνους, ομαδικές, αλλά και συνυφασμένες κάθε τόσο με μερικά άτομα που τα ονόματα τους έγιναν παγκόσμια σύμβολα. Όπως ανάδειξε το Ελληνικό Γένος, στις κοιτίδες του και στη διασπορά του, προσωπικότητες μεγάλης πνευματικής αυθυπαρξίας, έτσι ανάδειξε, παράλληλα μ” αυτές, άτομα που με το ηρωικό ήθος τους ανέβηκαν στην κορυφή εκείνη, όπου η θυσία γίνεται φάρος για το λαό τους και για την ανθρωπότητα.

Με τον Ονήσιλο της Κύπρου και τον Λεωνίδα των Θερμοπυλών γεννήθηκε στην ιστορία του κόσμου η θυσία ως ιδέα, ως πέρα για πέρα συνειδητή ιστορική πράξη. Από τον Ονήσιλο και τον Λεωνίδα ως τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, και από τον μάρτυρα και ήρωα της πύλης του αγίου Ρωμανού ως την Ελληνίδα της Κύπρου Μαρία Συγκλητική, τον Ρήγα Φεραίο, τον Αθανάσιο Διάκο, τον ηγούμενο της μονής του Αρκαδίου, τον Χρυσόστομο της Σμύρνης και τον Αυξεντίου, αναρίθμητοι είναι οι Έλληνες ήρωες και μάρτυρες που, ως ισχυρότατοι κρίκοι, συγκροτούν και συγκρατούν αδιάσπαστη τη χρυσή αλυσίδα του Ελληνικού Γένους. Η αλυσίδα αυτή άνθεξε τρεις χιλιάδες χρόνια. Ας μη παραμελήσουμε την ποιότητα του ευγενικού μετάλλου της. Ας μη την ανταλλάξουμε με μέταλλα ξένα που, όσο κι αν μοιάζουν ισχυρά και λάμπουν, είναι προορισμένα να σκουριάσουν. Από εμάς σήμερα και από τις γενεές Ελλήνων που, με το θέλημα του Θεού, θα μας διαδεχθούν, εξαρτάται η επιβίωση του Ελληνικού Γένους άλλες τρεις χιλιάδες χρόνια ή μάλλον έως τη συντέλεια του κόσμου.


Κείμενο: Παναγιώτης Κανελλόπουλος
Πηγή: Περιοδικό «Πολιτικά Θέματα» – «Κείμενα Ελλήνων», 17 και 24 Φεβ. 1995)
Επιμέλεια: www.logiosermis.net με πληροφορίες απο eranistis.net

*Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος (1902-1986) υπήρξε φιλόσοφος, νομικός, κοινωνιολόγος, ιστορικός, πολιτικός καί ακαδημαϊκός. Εσπούδασε νομικά καί πολιτικές επιστήμες στά Πανεπιστήμια Αθηνών καί Xαϊδελβέργης. Εικοσιενός μόλις ετών ήταν ήδη διδάκτωρ τού Πανεπιστημίου τής Χαϊδελβέργης, είκοσι επτά ετών υφηγητής καί τριάντα ενός ετών καθηγητής Κοινωνιολογίας τού Πανεπιστημίου Αθηνών. Επολέμησε ως εθελοντής τό 1940-41
 http://www.logiosermis.net/2016/10/blog-post_87.html#.WAYV72a7rIU