Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

Αποφασιστικά βήματα προς την παντοδυναμία

Image result for ΕΡΝΤΟΓΑΝΓράφει ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου

Από τη στιγμή που εξελέγη πρόεδρος της Τουρκίας, τον Αύγουστο του 2014, ο Ταγίπ Ερντογάν έθεσε ως πρώτη, εσωτερική του προτεραιότητα τη μετάβαση σε ένα ισχυρά προεδρικό σύστημα. Οχι ότι περιοριζόταν, αυτά τα δύο χρόνια, στον συμβολικό ρόλο που του αποδίδει το ισχύον σύνταγμα. Ισχυριζόμενος ότι «το πνεύμα του συντάγματος έχει ήδη αλλάξει», από τη στιγμή που ο πρόεδρος δεν εκλέγεται πλέον από το κοινοβούλιο αλλά από τον ίδιο τον λαό, ανέλαβε ντε φάκτο ρόλο εκτελεστικού προέδρου, περιορίζοντας σε δεύτερη μοίρα τον πρωθυπουργό, την κυβέρνηση και τη Βουλή. Η αντικατάσταση του Αχμέτ Νταβούτογλου από τον περισσότερο υπάκουο Μπιναλί Γιλντιρίμ στο πρωθυπουργικό αξίωμα προετοίμασε το έδαφος για τη δρομολογημένη πολιτική μεταβολή.

Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα. Με 317 βουλευτές, το ΑΚΡ ήταν μακριά όχι μόνο από τις 367 έδρες που θα επέτρεπαν την έγκριση της συνταγματικής αναθεώρησης από τη Βουλή, αλλά και από τις 330 έδρες που χρειάζονται για την υποβολή τους σε δημοψήφισμα. Και τα τρία κόμματα της αντιπολίτευσης –το κεμαλικό CHP, το φιλοκουρδικό HDP και το υπερεθνικιστικό MHP– ήταν, από διαφορετικές θέσεις, αντίθετα στο προεδρικό σύστημα.

Η κατάσταση άλλαξε μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, που έφερε πιο κοντά τους ισλαμιστές του ΑΚΡ με τους εθνικιστές του ΜΗΡ. Στις 11 Οκτωβρίου, ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί, ηγέτης του ΜΗΡ από το 1997, ανακοίνωσε ότι, αν και το κόμμα του παραμένει αντίθετο στο προεδρικό σύστημα, θα ψηφίσει υπέρ της παραπομπής του θέματος σε δημοψήφισμα.

Πολλοί μίλησαν για «εξόφληση γραμματίων» του Μπαχτσελί στον Ερντογάν και μάλλον είχαν δίκιο. Ο ηγέτης του ΜΗΡ έμεινε στο πόστο του ελέω τουρκικών δικαστηρίων, που ακύρωσαν έκτακτο συνέδριο του κόμματός του, το οποίο επρόκειτο να καθαιρέσει τον Μπαχτεσλί και να αναδείξει στη θέση του την πρώην υπουργό Εσωτερικών Μεράλ Ασκενέρ, μια δυναμική πολιτικό, αδιάλλακτη αντίπαλο του Ερντογάν. Ωστόσο, ο παράγοντας της προσωπικής «οφειλής» του Μπαχτσελί στον Ερντογάν, παρά την αναμφίβολη σημασία του, δεν ήταν ο μοναδικός που διευκόλυνε τον «γάμο συμφέροντος» μεταξύ της ισλαμικής και της υπερεθνικιστικής Δεξιάς στην Τουρκία.

Καθοριστικής σημασίας εξέλιξη ήταν η ενίσχυση του κουρδικού παράγοντα μέσα από τις καταιγιστικές εξελίξεις στη Συρία και στο Ιράκ, σε συνδυασμό με το στρατιωτικό κίνημα της 15ης Ιουλίου. Επικαλούμενος τη διπλή απειλή, ο Ερντογάν επιχειρεί να νομιμοποιήσει στην κοινή γνώμη την ανάγκη ενός συγκεντρωτικού, προσωποκεντρικού συστήματος διακυβέρνησης, ενταφιάζοντας τα δημοκρατικά ανοίγματα της πρώτης περιόδου του ΑΚΡ και τις προσπάθειες πολιτικής επίλυσης του Κουρδικού. Από τη στιγμή που κάθε σκέψη για περιορισμένη κουρδική αυτονομία είχε εκλείψει, δίνοντας τη θέση της σε μια απηνή εκστρατεία για τη συντριβή των Κούρδων σε Τουρκία, Συρία και Ιράκ, ο δρόμος για τη σύμπλευση ΑΚΡ-ΜΗΡ ήταν πλέον ανοιχτός.

Οταν απευθύνεται σε δυτικά ακροατήρια, ο Ταγίπ Ερντογάν διερωτάται γιατί η Τουρκία δεν δικαιούται να έχει ισχυρό προεδρικό σύστημα, όπως έχουν χώρες σαν τις ΗΠΑ και τη Γαλλία. Είναι ηλίου φαεινότερον, όμως, ότι δεν έχει κάτι τέτοιο υπόψη του. Πριν από τρία χρόνια, ο τότε πρόεδρος της κοινοβουλευτικής επιτροπής για την αναθεώρηση του συντάγματος, Μπουχράν Κουζού, εξέφραζε τη συμπάθειά του για τον «πτωχό Ομπάμα» που εμποδίζεται στις επιλογές του, πότε από το Κογκρέσο και πότε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ο Ταγίπ Ερντογάν δεν εννοεί να έχει τα χέρια του δεμένα από τέτοιες «τυπικότητες» όπως η διάκριση των εξουσιών. Ηδη, τα φιλικά προς αυτόν μέσα ενημέρωσης αρέσκονται να τον αποκαλούν «μπασκομουτάν», δηλαδή αρχηγό του στρατεύματος, όπως αποκαλούνταν ο Κεμάλ Ατατούρκ. Και μπορεί να μην του έχουν αποδώσει ακόμη το «ατα» (πατέρας), κάτι που θα ακουγόταν κάπως ιερόσυλο, αλλά και το αραβικής προέλευσης «ραΐς» (αρχηγός) που του έχουν χαρίσει δεν υστερεί σε μεγαλοπρέπεια.

Εσωτερικές σκοπιμότητες

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το εθνικιστικό κλίμα που συντηρούν οι αλλεπάλληλες δηλώσεις Ερντογάν περί Λωζάννης, Μοσούλης, Αιγαίου, Θράκης, Θεσσαλονίκης και πάει λέγοντας εξυπηρετούν και τις εσωτερικές σκοπιμότητες του προέδρου-«σουλτάνου». Αλλά το γεγονός αυτό δεν είναι καθόλου καθησυχαστικό για την Αθήνα, πολύ περισσότερο που ο Ερντογάν έχει καταφέρει να παρασύρει σε ένα κλίμα εθνικιστικής πλειοδοσίας όχι μόνο τους Γκρίζους Λύκους, αλλά και την κεμαλική αντιπολίτευση.

Πηγή "Καθημερινή"