Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2016

Μια τρέλα με μέθοδο!!O οδοστρωτήρας της εξίσωσης των ανόμοιων...


του Δρ. Κωνσταντίνου Π. Ρωμανού
Στο έτος Κυρίου 2016, το ξεχαρβάλωμα του Δυτικού πολιτισμού επιταχύνεται· τέχνη και θρησκεία, πολιτική και θεσμοί φαίνονται να αυτοκαταλύονται σε ένα όργιο μαζοχιστικής αυταρέσκειας. Εντούτοις, για τον εξασκημένο παρατηρητή, η τρέλα φαίνεται να έχει μέθοδο, όπως έλεγε ο Σαίξπηρ. Που σημαίνει τι; Ότι η τρέλα έχει κάποιο στόχο, όσο κι αν αυτός δεν φανερώνεται άμεσα. Ναι, αλλά τι τρέλα είναι αυτή που θέτει στόχους;
Επαναστατική ελίτ και συντηρητική πλέμπα
Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι ότι δεν πρόκειται στην πραγματικότητα περί αληθινής τρέλας, αλλά παραπλανητικής συμπεριφοράς. Κάποιος ενδύεται τον μανδύα της τρέλας για να μην γίνουν αντιληπτοί οι στόχοι του. Kάποιος, κάποιοι, σκηνογραφούν τρελό χορό με κομπάρσους συγκεκριμένες ομάδες του γενικότερου πληθυσμού. Ο τελευταίος είναι, κατά πλειοψηφίαν, ακινητοποιημένος στον ρόλο του θεατή. Πώς να διακόψεις, άλλωστε, μια φρενιτιώδη κίνηση; Καλύτερα να περιμένεις να σταματήσει από μόνη της λόγω κοπώσεως των πρωταγωνιστών. Τότε θα επανέλθουν τα πράγματα στην προτεραία τους κατάσταση. Η κοινωνία θα ισορροπήσει πάλι, επιστρέφοντας στις αρχικές της συντεταγμένες. Business as usual. Έτσι γινόταν πάντα, έτσι θα γίνει και τώρα.
Όμως, τι περίεργο! Τώρα τίποτε πια δεν επανέρχεται στη θέση του. Το κράτος, αλλοτινός προστάτης της ομαλότητας, νομοθετεί την τρέλα. Ο γενικότερος πληθυσμός παρά τα μειωμένα ανακλαστικά τουαρχίζει να ανησυχεί.
Θα διορθώσει, άραγε, το κράτος την πορεία του; Θα επιστρέψει η διαύγεια στους εγκεφάλους των τρελών; Μα, τίποτε απ΄ όλα αυτά! Η μεθοδευμένη τρέλα δεν δείχνει σημεία κοπώσεως. Ούτε το κράτος με την αστυνομία κάνει πίσω, ούτε οι τρελοί του, οι οποίοι συνεχώς ενισχύονται με νέες εφεδρείες. Εκτός από πέτρες και φωτιά, διαθέτουν τυποποιημένα εννοιολογικά πυρομαχικά, τα οποία στερεοποιούνται με τη συχνή χρήση, ώστε, εκτοξευόμενα όποτε χρειασθεί, να τσακίζουν τις διάνοιες των «συντηρητικών» πολιτών: «ρατσισμός», «εθνικισμός», «ισλαμοφοβία», «ξενοφοβία», «ομοφοβία». Ως λεκτικοί καταπέλτες μεγάλου βεληνεκούς λειτουργούν τα ΜΜΕ. Κανείς δεν τους ξεφεύγει.
Αν για τη μεγάλη λαϊκή μάζα, κράτος και παρακράτος εισάγουν και αναπαράγουν τρέλα, για την ελίτ που ελέγχει το κράτος ο λαός είναι ηλίθιος και μικρονοϊκός, ανίκανος να δει πέρα από τη μύτη του και να εκτιμήσει τους νέους, θαυμαστούς ορίζοντες της παγκοσμιότητας, που σε «χρόνο μηδέν» ανοίγουν τρομεροί ιδεολόγοι και ρηξικέλευθοι σκαπανείς. Όσο μεγαλύτερος είναι κανείς στην ηλικία και όσο λιγότερη μόρφωση έχει, τόσο πιο προσκολλημένος είναι στα «στερεότυπα» του οικείου χώρου και χρόνου, της παράδοσης και της καταγωγής.
Αυτό φάνηκε με την ψήφο αυτής της κατηγορίας ανθρώπων υπέρ του Brexit, στις 23 Ιουνίου 2016, σε αντίθεση με τη νεολαία και τους μορφωμένους (και να μη ξεχάσουμε και τους μουσουλμάνους πολίτες αν και δεν πολυαναφέρονται αυτοί. Γιατί άραγε;), οι οποίοι έμειναν πιστοί στο όραμα της Ευρώπης και του κοσμοπολιτισμού.
Ο «διαφωτισμένος» πολίτης είναι για την ελίτ θιασώτης της εξέλιξης προς την παγκοσμιότητα· ο συντηρητικός πολίτης πιστεύει, αντιθέτως, ότι το εθνικό κράτος είναι γι’ αυτόν η μόνη δυνατή κατοικία. Δεν καταλαβαίνει για ποιον λόγο το κοινό αγαθό, που γνωρίζει και σέβεται, ξαφνικά οφείλει να λογίζεται παγκόσμιο· δεν καταλαβαίνει γιατί του ζητείται να θυσιάσει τα συμφέροντα της χώρας του στις επιταγές της «παγκοσμιοποίησης».
Η ανακήρυξη του προβαδίσματος του Γενικού έναντι του Μερικού, του Παγκόσμιου έναντι του Εθνικού αποτελεί για πολλούς ετεροπροσδιορισμό. Ή, άλλως, υποταγή του οικείου στο αλλότριο, δηλαδή αλλοτρίωση.
Σε μια τέτοια ανάγνωση, το Brexit αποτελεί επιστροφή από το αλλότριο στο οικείο, μια κίνηση για την οποία μόνη η ελληνική γλώσσα διαθέτει την ακριβή ονομασία: οικείωση. Η συντελεσμένη επιστροφή στο οικείο σημαίνει την πλήρη ήττα της ελίτ, η οποία αρνείται ότι η ανάγκη των ανθρώπων να έχουν ρίζες αποτελεί ανθρωπολογική σταθερά.
Αντιθέτως η ελίτ, αριστερόστροφη σήμερα, έχει προγραμματικά κηρύξει τον πόλεμο στην «ουσιοκρατία», και αυτό στο όνομα της ελευθερίας και της ισότητας ως δυνητικά περιοριζομένων από εκείνες τις σταθερές στις οποίες αναφέρεται η έννοια της ουσίας. Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος δεν είναι, αλλά γίνεται, εφευρίσκει, δεν ανακαλύπτει, εις το διηνεκές τον εαυτό του. Για τον λόγο αυτόν, το μάθημα της Ιστορίας υποβαθμίζεται στις ντιρεκτίβες της Ε.Ε., ενώ ταυτόχρονα εξαίρεται το «δικαίωμα» του ατόμου να απορρίψει την ταυτότητα που του έχουν «επιβάλει» και να κατασκευάσει, αντ’ αυτής, μια «δική του» ταυτότητα.

[Απόσπασμα από ευρύτερη ανάλυση που δημοσιεύεται στο Τρίτο Μάτι τ.245, που κυκλοφορεί]