Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Κορυφαία πολιτική επιταγή η θεσμοθέτηση του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας

 
Γιώργος Κακλίκης

Η ομιλία του Γιώργου Κακλίκη στην εκδήλωση για την Εξωτερική Πολιτική με τίτλο «Οι γείτονες έχουν νεύρα. Εμείς;»

Είναι θλιβερό ότι οι αναστατώσεις και η ανασφάλεια είναι τα κύρια στοιχεία που σήμερα απασχολούν τα κράτη της περιοχής και όχι μόνο.
Μια σειρά από ανεπιτυχείς κινήσεις του διεθνούς παράγοντα, σε συνδυασμό με ορισμένες εμμονές του σε παλιούς σχεδιασμούς και την ανοχή του απέναντι σε αυθαίρετες υπερβάσεις του Διεθνούς Δικαίου και των διεθνών συμβάσεων, έχουν φέρει τα πράγματα σε κρίσιμο σημείο.

Ας έλθουμε, τώρα, στη χώρα που αποτελεί το αντικείμενο της αποψινής συζήτησης: Την πάντοτε ανήσυχη Τουρκία που δεν κρύβει πλέον τη νευρικότητα και την αδημονία της να υλοποιήσει τα, πέρα από τα σύνορά της, οράματα. Οράματα που δεν κρατάει πια για εσωτερική κατανάλωση, αλλά τα προβάλλει διεθνώς ως αξιώσεις. Να θυμίσω ότι, πρόσφατα, μιλώντας στους Υπουργούς του ο κ. Ερντογάν είπε ότι «η Τουρκία ή θα χάσει ή θα κερδίσει εδάφη», προσθέτοντας ότι ο ίδιος είναι αποφασισμένος να αγωνισθεί για να κερδίσει εδάφη. Και όπως ανέφερε πρόσφατα κορυφαίος Έλληνας αναλυτής, ο Τούρκος Πρόεδρος, θέτοντας τόσο ψηλά τον πήχη των διεκδικήσεων, προσπαθεί να ενισχύσει τη θέση του, ενόψει των διαπραγματεύσεων που θα καθορίσουν τις νέες εδαφικές διευθετήσεις στην περιοχή.
Ξέρουμε καλά ότι οι μηχανισμοί, απέναντι, δουλεύουν. Τα σχέδια υπάρχουν και οι προετοιμασίες εφαρμογής τους υλοποιούνται. Αυτό λοιπόν που πρέπει εμείς να κάνουμε είναι να κινηθούμε αντίστοιχα.
Η Ελλάδα πρέπει να είναι σε θέση να διαμορφώσει και να συμφωνήσει σε ανώτατο επίπεδο για ένα συγκεκριμένο και συνεχώς επικαιροποιούμενο Σχεδιασμό Εθνικής Ασφάλειας, με συγκεκριμένα θεσμικά κείμενα, ώστε να γνωρίζουμε ποιοι είναι οι εθνικοί στόχοι. Και, παράλληλα, να αποφύγουμε την περιστασιακή αντιμετώπιση των προκλήσεων. Αν γίνει αυτό, το Υπουργείο Άμυνας και οι Ένοπλες Δυνάμεις, το Υπουργείο Εξωτερικών και οι Έλληνες Διπλωμάτες και όλοι οι αρμόδιοι φορείς, έχοντας σαφή εικόνα των στόχων του κράτους, θα κινούνται κρατώντας ένα καλά σχεδιασμένο χάρτη.
Επιβάλλεται πια μια νέα προσέγγιση. Κι αυτή δεν είναι άλλη από εκείνη του...“πολυτραγουδισμένου”, αλλά ανύπαρκτου, στην ουσία, εθνικού συντονισμού.
Αυτό που ζητούμε δεν είναι πια η μελέτη της πρόκλησης και οι αναλύσεις. Αυτές έχουν γίνει και μάλιστα με πολλούς τρόπους. Σχεδιασμός και πράξη πρέπει να είναι ο στόχος. Με προτάσεις προετοιμασίας για κάθε σοβαρό βήμα και για κάθε ενδεχόμενο.
Και, μάλιστα, ειδικά σήμερα, που πρέπει να περάσουμε το μήνυμα όχι μόνο στους τρίτους αλλά και σε μας τους ίδιους ότι υπάρχει και μέλλον και δυνατότητα να μην το αφήσουμε να γλιστρήσει από τα χέρια μας. Αρκεί να υπάρξει η δεδηλωμένη βούληση των κομμάτων να αφαιρέσουν από τον πίνακα των αντιπαραθέσεων τις απειλές, εκείνες που έχουν ξεχωριστά μεγάλη σημασία για τη χώρα, και να χαράξουν από κοινού τις βασικές γραμμές για την ασφάλεια της Ελλάδας.
Και ποια είναι πρόταση για κάτι τέτοιο;
Το Ποτάμι κρίνει κορυφαία πολιτική επιταγή τη θεσμοθέτηση ενός οργάνου για το οποίο μιλάει από τα πρώτα βήματά του: του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας (ΣΕΑ) που θα συνεπικουρεί την εκάστοτε κυβέρνηση στην λήψη κρίσιμων αποφάσεων για την αντιμετώπιση απειλών που αφορούν την ασφάλεια της χώρας. Θα είναι επιφορτισμένο με την επίβλεψη των μεγάλων θεμάτων που σχετίζονται με την εξωτερική πολιτική, τη στρατηγική άμυνα, τον συντονισμό πληροφοριών, την ασφάλεια των πολιτών του και των ζωτικών του πόρων. Και χωρίς, βέβαια, να υποκαθιστά το ΚΥΣΕΑ το οποίο είναι αμιγώς κυβερνητικό σώμα.

Δείτε ποιο είναι το οργανόγραμμα του φορέα που προτείνουμε:
Το Συμβούλιο αυτό θα υπάγεται και θα συγκαλείται από τον Πρωθυπουργό σε επίπεδο Πολιτικών Αρχηγών ενώ σε αυτό θα μετέχουν μόνιμα οι εκλεγμένοι π. Πρωθυπουργοί, οι Υπουργοί Εξωτερικών, Άμυνας, Εσωτερικών, Οικονομικών και Προστασίας του Πολίτη και ένας Υπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ αρμόδιος για το Συμβούλιο, ενώ θα προσκαλούνται και άλλοι Υπουργοί, κατά περίπτωση.
Παράλληλα, θα συμμετέχουν, μόνιμα και με λόγο, ο Α/ΓΕΕΘΑ, ο ΓΓ του ΥΠΕΞ και ο Διοικητής της Ε.Υ.Π. Κι αν ευτυχίσουμε να δούμε να θεσμοθετούνται οι θέσεις των Μονίμων Υφυπουργών Εξωτερικών και Άμυνας –που και αυτό είναι στην πρότασή μας- και αυτών η παρουσία θα είναι πολύτιμη για την ‘’συνέχεια της γνώσης’’.
Για λόγους οργάνωσης και συνέχειας, τον φορέα αυτό θα πλαισιώνει μια Γραμματεία που θα τηρεί τα πρακτικά των συνεδριάσεών του, και μια Επιτροπή Εποπτείας που θα έχει την επίβλεψη της εκτέλεσης των αποφάσεών του. Με επικεφαλής είτε τους δύο μόνιμους Υφυπουργούς που προανέφερα είτε ένα Υπουργό παρά τω Πρωθυπουργώ, διορισμένο γι’ αυτό το αντικείμενο.
Κι όλα αυτά, χωρίς την ελάχιστη κρατική δαπάνη, μια και όλοι οι συμμετέχοντες θα είναι εν ενεργεία ή μη, πολιτικοί καθώς και κρατικοί λειτουργοί.
Μπορεί μερικοί να εκφράσουν φόβους για την εμπιστευτικότητα των συζητήσεων μέσα στο Συμβούλιο, ή να παρατηρήσουν ότι την αποκλειστική αρμοδιότητα άσκησης της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας, την έχει η εκλεγμένη κυβέρνηση και ότι αυτό δεν είναι θέμα συγκυβέρνησης. Δεν μιλούμε για συγκυβέρνηση. Οι αμφιβολίες μπορούν εύκολα να ξεπεραστούν με επιμέρους ασφαλιστικές δικλείδες. Το ζητούμενο εδώ είναι η διακομματική συναίνεση στο διηνεκές.
Πρόκειται για πρόταση καίριας σημασίας που πρέπει να υλοποιηθεί επειγόντως μια και βρίσκεται σε ευθεία συνάρτηση με τα συμφέροντα και την ασφάλεια της χώρας. Κάτι που πολλές δυτικές χώρες έχουν υιοθετήσει εδώ και χρόνια και υπό διάφορες μορφές.
Κυρίες και κύριοι,
Ήταν πολύ σοβαρή η απόφαση για την αναβάθμιση των σχέσεών μας με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και άλλες χώρες της περιοχής. Δικαίως παίρνουμε εύσημα για την ενεργειακή συνεργασία αλλά και για την ύφανση ενός πλέγματος ασφάλειας και σταθερότητας. Όμως, αυτά και μερικά άλλα, επίσης σημαντικά, δεν αρκούν.
Η Αθήνα είναι εκ των πραγμάτων, υποχρεωμένη να δραστηριοποιείται αδιάλειπτα στον διεθνή χώρο! Η εκστρατεία αναβάθμισης της διεθνούς εικόνας μας πρέπει να αποτελέσει βασικό πυλώνα της εξωτερικής πολιτικής.

Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να αναλαμβάνει διπλωματικές πρωτοβουλίες, να μεσολαβεί και να καταθέτει, προσεκτικά προετοιμασμένες, συγκροτημένες και εφικτές προτάσεις και να είναι δυναμικά παρούσα στο διεθνές προσκήνιο.
Η χώρα έχει φτάσει πια σε σημείο ωρίμανσης προκειμένου να υπάρξει ευρεία κομματική συναίνεση. Η άνοδος της αξίας των «μετοχών» της δεν θα επιτευχθεί με την κομματική αντιπαράθεση στα μείζονα θέματα που αφορούν τα συμφέροντα και την ασφάλειά της.

Και όταν μιλάμε για την ασφάλεια της Ελλάδας, σε μια, κυρίως, χώρα στρέφεται η σκέψη μας. Μια χώρα μεγάλη, με μεγάλη αγορά και μεγάλο στρατό. Σημαντική χώρα αλλά, δυστυχώς, επικίνδυνη. Όμως, δεν έχει έννοια να ανακυκλώνουμε φόβους και να μεμφόμαστε αλλήλους. Σκοπός μας είναι η ειρηνική πρόοδος και η αποφυγή αναταράξεων που θα μπορούσαν να την ανακόψουν. Και πρέπει να κινηθούμε προς την κατεύθυνση αυτή με πλήρη γνώση των ξεχασμένων εννοιών της συνεννόησης και της συναίνεσης. Χωρίς αντιπαλότητες φορέων, προσώπων και, κυρίως, κομμάτων. Κι αυτό μπορεί να γίνει πραγματικότητα αν ο φορέας που προτείνουμε, το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας, λειτουργήσει και μάλιστα με μόνο γνώμονα το συμφέρον της Ελλάδας.
Η απουσία του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας και η έλλειψη του πλαισίου αναφοράς του, δηλαδή ενός συγκεκριμένου και συνεχώς επικαιροποιούμενου Σχεδιασμού Εθνικής Ασφάλειας, αποτελούν σήμερα το πιο επικίνδυνο κενό στην πολιτική ζωή της χώρας μας.

* Ο Γιώργος Κακλίκης είναι υπεύθυνος του τομέα Εξωτερικής Πολιτικής και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων του Ποταμιού και πρέσβης ε.τ.