Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2016

Χίλαρι ή Τραμπ; Οι δημοσκοπήσεις δεν επιτρέπουν ασφαλές συμπέρασμα για το προβάδισμα

People wait in line outside of a polling location to in Mobile, Alabama,USA on 08 November 2016.. EPA/DAN ANDERSON



Μερικές ώρες πριν ανοίξουν σήμερα οι κάλπες στις ΗΠΑ, οι δημοσκοπήσεις έφεραν τη Χίλαρι Κλίντον να προηγείται, συγκεντρώνοντας το 46,8% της πρόθεσης ψήφου, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ βρισκόταν στο 44,3%.
Όταν οι αναλυτές μιλούν για το προβάδισμα 2,5 εκατοστιαίων μονάδων των Δημοκρατικών, αναφέρονται στη διαφορά των δύο υποψηφίων για την προεδρία στις δημοσκοπήσεις κατά μέσον όρο.

Αυτός είναι ένας σημαντικός αριθμός, πιθανόν όμως είναι ανακριβής, καθώς οι μέσοι όροι που συνάγονται από τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων δεν λαμβάνουν υπόψη παράγοντες που ενδέχεται να επηρεάσουν καθοριστικά το αποτέλεσμα, τονίζει η Μόνα Τσάλαμπι, αναλύτρια της βρετανικής εφημερίδας Γκάρντιαν.
Οι πρόωρες ψήφοι
Πάνω από 41 εκατομμύρια Αμερικανοί έχουν ήδη ασκήσει το εκλογικό τους δικαίωμα. Ορισμένες από τις δημοσκοπήσεις—όχι όλες ασφαλώς—συμπεριλαμβάνουν ψηφοφόρους που άσκησαν πρόωρα το εκλογικό τους δικαίωμα. Πάνω από το ένα τρίτο των ερωτηθέντων σε μια δημοσκόπηση που μετέδωσε το Bloomberg χθες απάντησε ότι έχει ήδη ψηφίσει. Η δημοσκόπηση αυτή κατέδειξε προβάδισμα της Κλίντον, με τρεις εκατοστιαίες μονάδες.
Υπάρχουν κι άλλες θετικές ενδείξεις για το στρατόπεδο της Κλίντον. Η συμμετοχή των ισπανόφωνων ψηφοφόρων εμφανίζεται αυξημένη σε κάθε πολιτεία για την οποία είναι διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με την πρόωρη ψηφοφορία. Τα στοιχεία υποδεικνύουν πως όλο και περισσότεροι ισπανόφωνοι απαντούσαν στις δημοσκοπήσεις πως θα πάνε να ψηφίσουν, όσο οι εβδομάδες περνούσαν. Καθώς τα τρία τέταρτα των ισπανόφωνων Αμερικανών λένε ότι θα ψηφίσουν την Κλίντον, αυτή μάλλον είναι άσχημη εξέλιξη για τους Ρεπουμπλικάνους.
Όμως είναι πολύ πιο πολύπλοκο να εκτιμηθεί το πώς ή το κατά πόσον η αύξηση της συμμετοχής των ισπανόφωνων στην εκ των προτέρων ψηφοφορία θα αντισταθμίσει τη μείωση της συμμετοχής των Αφροαμερικανών 18-29 ετών σε αυτή τη φάση της ψηφοφορίας. Είναι επίσης πιθανό η συμπεριφορά των εκλογέων να εμφανίσει διαφοροποιήσεις. Μπορεί για παράδειγμα οι υποστηρικτές του Τραμπ να τείνουν στο να πάνε να ψηφίσουν την ημέρα των εκλογών και όχι να ψηφίσουν πρόωρα.
Στη Νεβάδα, όπου οι δημοσκοπήσεις υποδείκνυαν πως ο Τραμπ είχε προβάδισμα 1,5 εκατοστιαίας μονάδας, η πρόωρη ψηφοφορία υπεδείκνυε ότι αντιθέτως, θα μπορούσε να κερδίσει η Κλίντον. Πάνω από τους μισούς ψηφοφόρους έχουν ήδη ψηφίσει. Το 42% εξ αυτών είναι Δημοκρατικοί και το 36% Ρεπουμπλικάνοι.
Για να επικρατήσει στη Νεβάδα, ο Τραμπ θα χρειαστεί να συγκεντρώσει περισσότερες ψήφους ανεξάρτητων, δηλαδή να αντιστρέψει την τάση που είχε καταγραφεί τόσο το 2008, όσο και το 2012. Αυτό δεν αποκλείεται. Αλλά ίσως ο Τραμπ να το έχει ήδη ξεγράψει: καθώς στην πολιτεία θα κριθούν μόνο έξι εκλέκτορες, αυτό μπορεί να μην είναι τόσο κρίσιμο να συγκεντρωθεί ο αριθμός των 270 που απαιτούνται για τη νίκη.
Περισσότερες ψήφοι δεν σημαίνουν νίκη
Ιστορικά, η λαϊκή ψήφος (τα αποτελέσματα με βάση την καταμέτρηση όλων των ψηφοδελτίων) δεν μεταφράζεται στο πραγματικό αποτέλεσμα (τα αποτελέσματα όσον αφορά τις 538 ψήφους του εκλεκτορικού σώματος). Τέσσερις φορές—πιο πρόσφατα το 2000, στην αναμέτρηση του Τζορτζ Ουόκερ Μπους με τον Αλ Γκορ—ο νικητής των εκλογών εξασφάλισε μεν τους περισσότερους εκλέκτορες, αλλά όχι τις περισσότερες ψήφους.
Προφανώς αυτό έχει τη σημασία του. Ακόμη κι αν η Κλίντον εξασφαλίσει το 47% των ψήφων, δεν θα εξασφαλίσει το 47% των εκλεκτόρων. Το ποσοστό της στο εκλεκτορικό σώμα θα εξαρτηθεί από τον αριθμό των εκλεκτόρων που αναδεικνύει κάθε πολιτεία. Στο Μέριλαντ για παράδειγμα, φέρεται να συγκεντρώνει 63%, ενώ στο Άινταχο, περίπου 23%.
Κατά συνέπεια κάθε προσδιορισμός των «κρίσιμων» μαχών ανά πολιτεία πρέπει να λαμβάνει υπόψη δύο παράγοντες: ποια είναι η διαφορά, πόσοι εκλέκτορες αναδεικνύονται σε αυτή. Αν τα κριτήρια είναι 1) μια διαφορά έξι μονάδων ή μικρότερη και 2) η πολιτεία να αναδεικνύει 10 μέλη του εκλεκτορικού σώματος ή περισσότερα, οι κρίσιμες πολιτείες είναι οι ακόλουθες: η Φλόριντα, η Πενσιλβάνια, το Οχάιο, το Μίσιγκαν, η Τζόρτζια, η Βόρεια Καρολίνα, η Βιρτζίνια, η Αριζόνα, το Ουισκόνσιν και η Μινεσότα.
Βάσει των στοιχείων από την πρόωρη ψηφοφορία και του δεδομένου ότι ο ένας στους πέντε ψηφοφόρους είναι ισπανόφωνος, στη Φλόριντα διαφαίνεται πιθανή μια νίκη της Κλίντον. Η επικράτησή της εκεί θα είναι σημαντική, καθώς η πολιτεία αναδεικνύει 29 εκλέκτορες, αλλά μπορεί να μην αποδειχθεί αρκετή. Ακόμα κι αν η Κλίντον προσθέσει τη Φλόριντα στις πολιτείες όπου η νίκη της θεωρείται σίγουρη, το άθροισμα φθάνει μόλις στους 216 εκλέκτορες από τους 270 που χρειάζεται για να επικρατήσει.
Το ποσοστό σφάλματος
Το ποσοστό στατιστικού λάθους είναι επίσης κρίσιμο. Συνήθως, όταν δημοσιεύεται μια δημοσκόπηση, στα ψιλά γράμματα βρίσκεται μια γραμμή που λέει κάτι σαν «ποσοστό σφάλματος ±3,5%», κάτι που σημαίνει για παράδειγμα ότι το πραγματικό ποσοστό της Κλίντον μπορεί να είναι 50,3% ή 43,3% στο καλύτερο και το χειρότερο σενάριο γι’ αυτήν.
Με δεδομένο το ότι οι δύο υποψήφιοι έχουν τόσο μικρή διαφορά, αυτό το ποσοστό σφάλματος μπορεί να κάνει τη διαφορά.
Αν το ποσοστό σφάλματος ευνοεί συστηματικά τον υποψήφιο που προηγείται ή αυτόν που έρχεται δεύτερος, αυτό θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στους υπολογισμούς, όμως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι μια από τις πιο γνωστές εταιρείες του κλάδου, η Gallup, το 2012 είχε υπερτιμήσει το ποσοστό του Μπαράκ Ομπάμα κατά δύο εκατοστιαίες μονάδες. Το 2008, αντιθέτως, το είχε υποτιμήσει κατά δύο μονάδες.
Ο μέσος όρος συνάγεται με βάση τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων που θεωρούνται αξιόπιστες και διενεργούνται σε παρόμοια χρονικά διαστήματα. Σπανίως λαμβάνεται υπόψη το πόσο αξιόπιστες έχουν αποδειχθεί στο παρελθόν οι εταιρείες που διεξήγαγαν τις έρευνες ή το εάν οι δημοσκόποι συμπεριέλαβαν στα δείγματά τους μειονοτικές ομάδες σε επαρκή βαθμό.
Είναι ενδεικτικό το ότι ενώ κατά το τηλεοπτικό δίκτυο NBC News η Κλίντον προηγείται με επτά εκατοστιαίες μονάδες, κατά την εφημερίδα Los Angeles Times προηγείται ο Τραμπ κατά πέντε μονάδες. Ωστόσο, κάτι ακόμη ενθαρρυντικό για την πρώην υπουργό Εξωτερικών είναι το ότι οι περισσότερες εταιρείες δημοσκοπήσεων που θεωρούνται αξιόπιστες καταγράφουν δικό της προβάδισμα.
Είναι ασυνήθιστο να καταγράφονται τόσο μεγάλες διαφοροποιήσεις στις δημοσκοπήσεις τόσο κοντά στις εκλογές στις ΗΠΑ, αλλά αυτές ασφαλώς είναι κάθε άλλο παρά συνηθισμένες εκλογές.
Τις επόμενες ώρες θα αναδειχθεί πάντως νικητής εκτός απροόπτου—εκτός δηλαδή του αρκετά απίθανου σεναρίου της ισοπαλίας στο εκλεκτορικό σώμα (269-269) ή της ανακαταμέτρησης, οπότε η αναμονή θα παραταθεί.

ΑΠΕ-ΜΠΕ
http://mignatiou.com