Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

Νέα απόπειρα επιβολής σχεδίου «λύσεως» τύπου Ανάν στην Κύπρο!!



(Φωτ. 16 Αυγούστου 1974 - Γυναικόπαιδα αναζητούν καταφύγιο, κατά τη διάρκεια της δεύτερης φάσης της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Photo by Reg Lancaster/Express/Getty Images/Ideal Image)
Του Περικλή Νεάρχου
Η Κύπρος διέφυγε τις μέρες αυτές ένα νέο μεγάλο κίνδυνο επιβολής απαράδεκτης «λύσεως» τύπου σχεδίου Ανάν. Η Τουρκική αδιαλλαξία και πλεονεξία «βοήθησε», για άλλη μια φορά, την Ελληνική πλευρά να μη προχωρήσει στις έσχατες υποχωρήσεις στα κρίσιμα θέματα των εγγυήσεων και της παραμονής Τουρκικών στρατευμάτων και μετά τη λύση, για την οποία ασκούν έντονες πιέσεις, για τους δικούς τους στρατηγικούς λόγους, ο Αμερικανικός και ο Βρετανικός παράγων.

Ο Κύπριος Πρόεδρος Νίκος Αναστασιάδης μετέβη στο Mont Pelerin της Ελβετίας, μετά από διαβεβαιώσεις του Τουρκοκυπρίου ηγέτη Μουσταφά Ακιντζί ότι, επιτέλους, θα συζητιόταν το εδαφικό, το οποίο η Τουρκική πλευρά, συστηματικά και σκοπίμως, το παρέπεμπε στο τέλος της διαπραγματεύσεως.
Η Τουρκική πλευρά υπανεχώρησε από την αρχική δέσμευσή της και ζήτησε, μαζί με το εδαφικό, να γίνεται διαπραγμάτευση και για όλα τα άλλα κεφάλαια. Η δεύτερη μεγάλη υπαναχώρηση της Τουρκικής πλευράς έγινε με την απαίτησή της να συνδεθεί η διαπραγμάτευση του εδαφικού και η παρουσίαση χάρτη με τον καθορισμό ημερομηνίας για τη σύγκληση Πενταμερούς Διασκέψεως. Των Εγγυητριών δηλαδή Δυνάμεων (Μ. Βρετανία, Ελλάδα, Τουρκία) των Συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου του 1960 και των δύο κοινοτήτων.
Η Τουρκική πλευρά χρησιμοποίησε από το 1974 και χρησιμοποιεί συνεχώς το εδαφικό ως δόλωμα για την απόσπαση από την Ελληνική πλευρά παραχωρήσεων στο λεγόμενο συνταγματικό θέμα, με την προβολή της ελπίδας ότι μπορεί να επιστραφεί σημαντικό μέρος των κατεχομένων εδαφών και να καταστεί εφικτή η επιστροφή αριθμού προσφύγων, έναντι Ελληνικών παραχωρήσεων στο συνταγματικό.
Με την τακτική αυτή και την επικουρία του ξένου παράγοντα, που ασκεί, στην πραγματικότητα, πιέσεις στην Ελληνική πλευρά, αντί στην Τουρκική, για παραχωρήσεις προς επίτευξη «λύσεως», η Τουρκική πλευρά κατόρθωσε να αποσπάσει από την επίσημη Ελληνική πλευρά τη λεγόμενη διζωνική ομοσπονδία, με πολιτική ισότητα. Ο συνδυασμός της διζωνικής ομοσπονδίας με την «πολιτική ισότητα» παραπέμπει σε λύση συνομοσπονδίας παρά ομοσπονδίας, εφόσον τα δύο μέρη προβλέπεται να είναι ισότιμα και ισοκυρίαρχα. Η Τουρκική πλευρά κάνει την «παραχώρηση» και αποδέχεται την ορολογία της ομοσπονδίας, για προφανείς λόγους ευφημισμού έναντι της διεθνούς κοινής γνώμης. Το κάνει όμως για να παρέχει και φύλλο συκής στους υποστηρικτές της ομοσπονδίας στην Ελληνική πλευρά, που πρωτοστατούν για «λύση!» Το κάνει όμως και για έναν τρίτο πολύ σοβαρό λόγο. Για να έχει δικαίωμα να προβάλλει «συνεταιρικά» δικαιώματα σε τομείς που τη συμφέρουν, όπως είναι το φυσικό αέριο στην ΑΟΖ της ελεύθερης Κύπρου. Η διατήρηση μιας ελάχιστης ομοσπονδιακής βάσεως επιτρέπει στην Τουρκική πλευρά να έχει λόγο για ολόκληρη την Κύπρο και να μη καταλήξει η συνομοσπονδία σ’ ένα είδος διχοτομήσεως, την οποία τώρα δεν έχει λόγο να επιδιώκει η Τουρκική πλευρά. Η διχοτόμηση περιέχεται τώρα στη ντε φάκτο κατάσταση που υπάρχει, με τα τετελεσμένα γεγονότα. Η Άγκυρα προκρίνει επομένως μια «λύση», που θα νομιμοποιούσε την υπάρχουσα κατάσταση αλλά θα έδινε ταυτόχρονα στην Άγκυρα λόγο και δικαιώματα πάνω σε ολόκληρη την Κύπρο. Στο σημείο αυτό, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι ο πρώτιστος στόχος της Άγκυρας είναι ο γεωπολιτικός και ο στρατηγικός έλεγχος της Κύπρου, για προφανείς λόγους.
Η αποδοχή από την επίσημη Ελληνική πλευρά της διζωνικής ομοσπονδίας, με πολιτική ισότητα, αποτελεί μέγιστη παραχώρηση, η οποία απερρίφθη από τη συντριπτική πλειοψηφία του Κυπριακού λαού, με την ευκαιρία του δημοψηφίσματος για το περιβόητο σχέδιο Ανάν το 2004. Στο σχέδιο αυτό είχε αποτυπωθεί, με συγκεκριμένο τρόπο, η ιδέα της διζωνικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα. Η απόρριψή του οφείλεται, κατά πρώτο λόγο, στο γεγονός ότι, με την «πολιτική ισότητα», καταλύεται ουσιαστικά κάθε έννοια δημοκρατικής αρχής και πλειοψηφίας και η Ελληνική πλειοψηφία του 80% υποτάσσεται στην Τουρκοκυπριακή μειοψηφία του 18%, η οποία έχει συρρικνωθεί περαιτέρω, μετά το 1974, και έχει υποκατασταθεί από εποίκους. Η Τ/Κ μειοψηφία ελέγχεται επίσης από την Άγκυρα. Με απλά λόγια, η αποδοχή ενός τέτοιου σχεδίου θα καθιστούσε τους Ελληνοκυπρίους υποχείριους της μειοψηφίας και μέσω αυτής της Άγκυρας. Καμμιά απόφαση δεν θα μπορούσε να ληφθεί, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της Τουρκίας.
Η Τουρκία όμως δεν αρκείται στον έλεγχο της Κύπρου, μέσω της συνταγματικής δομής και της χειραγωγήσεως των Τουρκοκυπρίων. Θέλει επιπλέον τον στρατηγικό έλεγχο της Κύπρου αφ’ ενός μέσω ενός συνεχιζόμενου εποικισμού και αφ’ ετέρου μέσω των λεγομένων εγγυήσεων και της παραμονής εσαεί Τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο και μετά τη «λύση». Οι υποχωρήσεις λοιπόν της Ελληνικής πλευράς θα έπρεπε, κατά την Τουρκική λογική, να συμπληρωθούν με υποχωρήσεις στα δύο αυτά κεφάλαια, των εγγυήσεων και της παραμονής στην Κύπρο Τουρκικών στρατευμάτων και μετά τη «λύση».
Οι διαπραγματεύσεις στον Mont Pelerin έφτασαν σε αδιέξοδο, όταν ο Τουρκοκύπριος ηγέτης, υπό την πίεση της Άγκυρας, υπανεχώρησε στο εδαφικό, αρνήθηκε να υποβάλει χάρτη και κατέστησε προαπαιτούμενο για την υποβολή χάρτη στο εδαφικό την αποδοχή από την Ελληνική πλευρά του ορισμού ημερομηνίας για τη σύγκληση Πενταμερούς Διασκέψεως για τη συζήτηση των θεμάτων των εγγυήσεων και της παραμονής Τουρκικών στρατευμάτων και μετά τη λύση.
Στο θέμα αυτό παρενέβη υποχρεωτικά η Αθήνα, η οποία είχε παραμείνει αποστασιοποιημένη κατά τη συζήτηση της εσωτερικής πτυχής. Η Ελληνική πλευρά είχε καταστήσει από καιρό κόκκινη γραμμή το θέμα των εγγυήσεων και της ασφάλειας. Ασκήθηκαν και εξακολουθούν να ασκούνται πιέσεις από τον Αμερικανικό και τον Βρετανικό παράγοντα για δήθεν «συμβιβασμό», με τη δημιουργία και Ελληνικής στρατιωτικής βάσεως στην Κύπρο, ως αντίβαρο της Τουρκικής, που διεκδικεί η Άγκυρα. Συστήνεται επίσης η αποδοχή της παραμονής Τουρκικών στρατευμάτων για μια «μεταβατική» δήθεν περίοδο 12 έως 15 ετών. Αυτό υπαινίχθη και ο Αμερικανός Πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα, κατά την επισκεψή του στην Αθήνα.
Το ερώτημα που υπάρχει και έχει ιδιαίτερη σημασία είναι αν ο ξένος παράγων διείδε κάποια προοπτική νέων Ελληνικών παραχωρήσεων στα θέματα των εγγυήσεων και της ασφάλειας, ώστε να καταστεί εφικτή η εξαγγελλόμενη «λύση». Το ίσχυρό μήνυμα, πάντως, που έστειλε το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών ότι η Ελλάδα δεν διαπραγματεύεται ούτε νέες εγγυήσεις ούτε παραμονή κατοχικών στρατευμάτων και μετά τη «λύση», είχε καταλυτική σημασία. Η Ελλάδα πρέπει να μείνει σταθερή σ’ αυτή τη θέση, γιατί η «λύση» του Κυπριακού στη βάση της διζωνικής ομοσπονδίας, με πολιτική ισότητα και επιπλέον με εγγυήσεις και παραμονή Τουρκικών στρατευμάτων, θα ισοδυναμούσε με παράδοση ολόκληρης της Κύπρου στον γεωπολιτικό και στρατηγικό έλεγχο της Άγκυρας.
Οι δηλώσεις Ερντογάν κατά της επιστροφής κατεχομένων εδαφών και για επιμονή σε εγγυήσεις και Τουρκική στρατιωτική παρουσία και μετά τη λύση, δείχνουν σαφώς ποια είναι η πραγματική Τουρκική πολιτική στο Κυπριακό και δεν επιτρέπουν σπουδή για δήθεν «λύση» και κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι το βάθρο του αγώνα του Κυπριακού λαού και η ασπίδα του. Αυτό που χρειάζεται η Κύπρος σήμερα είναι η αλλαγή στρατηγικής. Αυτό που δεν έγινε το 2004, πρέπει να γίνει τώρα. Επανατοποθέτηση δηλαδή του Κυπριακού ως προβλήματος εισβολής και κατοχής και αγώνας για δίκαιη και βιώσιμη λύση, με βάση τις αρχές του διεθνούς δικαίου, της Ευρώπης και του Ευρωπαϊκού κεκτημένου, που είναι συμβατικό δίκαιο για όλες τις χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
* Ο κ. Περικλής Νεάρχου είναι Πρέσβυς ε.τ.

liberal.gr