Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Η κήρυξη της Επανάστασης στην Πάτρα: Οι νέοι φόροι των Τούρκων και η διαμαρτυρία στην Τριπολιτσά…



Φωτογραφία ΑΠΕ-ΜΠΕ



Γεγονότα που συνδέονται με την κήρυξη της Επανάστασης στην Πάτρα και τα οποία καταγράφονται από τις αρχές του 1821, περιγράφει στο Αθηναϊκό  Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο δικηγόρος και συγγραφέας Χρήστος Αθ. Μούλιας.
Όπως αναφέρει, στις αρχές του 1821 μαθεύτηκε στην Πάτρα, ότι οι Τούρκοι θα επιβάλουν νέους φόρους στους υπόδουλους Έλληνες και οι τελευταίοι έσπευσαν να διαμαρτυρηθούν στην Τριπολιτσά.
Από την Τριπολιτσά έστειλαν αστυνομικό αποσπασματάρχη, για να συλλάβει τους πρωταίτιους. Στην Πάτρα που έφθασε το απόσπασμα, εντόπισαν τρεις πατρινούς, ως πρωταίτιους, από τους οποίους οι δύο πρόλαβαν να διαφύγουν και ο τρίτος συνελήφθη και φυλακίσθηκε τη νύχτα 11/12 Φεβρουαρίου του 1821.
Η φυλάκισή του ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων, οι πατρινοί έκλεισαν τα καταστήματά τους και οργάνωσαν ένοπλο συλλαλητήριο. Απειλούσαν να προβούν σε πυρπολήσεις και να πάνε στην Τριπολιτσά, για να διαμαρτυρηθούν. Συγκεντρώθηκαν προ του μητροπολιτικού οικήματος, παραπλεύρως του σημερινού ναού του Αγίου Δημητρίου και ο Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός Γ΄ μίλησε στους συγκεντρωμένους. Επίσης ξυλοκόπησαν έναν συμπολίτη τους, τον οποίο είχε στείλει ο διοικητής (βοεβόδας) των Πατρών, για να τους νουθετήσει, ενώ ήδη είχαν αρχίσει να πέφτουν οι πρώτοι πυροβολισμοί. Προ αυτής της καταστάσεως ο βοεβόδας αναγκάστηκε να αποφυλακίσει τον πρωταίτιο.
Τον ίδιο καιρό, λέει ο κ. Μούλιας, στην επαρχία Πατρών και σε άλλες γειτονικές επαρχίες, οι Έλληνες θανάτωσαν πολλούς Τούρκους και τους άρπαξαν ό,τι είχαν. Όταν οι Τούρκοι των Πατρών πληροφορήθηκαν τα καθέκαστα, σκέφθηκαν να συνάξουν όλους τους προκρίτους της πόλης στο φρούριο, ενώ οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς αποφάσισαν να καλέσουν εκεί τους αρχιερείς και τους προκρίτους της Πελοποννήσου. Στη Συνέλευση της Βοστίτσας (Ιανουάριος 1821) αποφασίσθηκε να μη μεταβεί κανένας στην Τριπολιτσά, αλλά στις 5 Μαρτίου αναχώρησαν από την Πάτρα ο Παλαιών Πατρών Γερμανός Γ΄, ο Ανδρ. Καλαμογδάρτης και ο Μήτσος Ροδόπουλος. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός Γ΄, υποκρινόμενος τον ασθενή, παρέμεινε στο Χάνι της Γουρζούμισας, ενώ οι άλλοι δύο πήγαν στην Τριπολιτσά. Εν συνεχεία ο Παλαιών Πατρών Γερμανός Γ΄ κατευθύνθηκε στη Μονή της Αγίας Λαύρας, όπου συναντήθηκε με τους λοιπούς προκρίτους της περιοχής και αποφάσισαν να μην πάνε στην Τριπολιτσά και να κρυφτούν σε ασφαλές μέρος και αποσύρθηκε μαζί με τον Ανδρέα Ζαΐμη και τον Επίσκοπο Κερνίτσης Προκόπιο, στη μονή Χρυσοποδαρίτισσας.
Οι Τούρκοι των Πατρών, μόλις έμαθαν για τη θανάτωση των ομοεθνών τους και τη σύλληψη του Σελήμαγα, κλειδούχου του Ναυπλίου και άλλων τριών Τούρκων συνοδών του, στο γεφύρι Αμπήμπαγα, στην περιοχή των Καλαβρύτων και την αρπαγή των χρημάτων τους, φοβήθηκαν και κλείστηκαν στην Ακρόπολη των Πατρών.
Η κατάσταση ήταν έκρυθμη και την αφορμή για να αρχίσει ένοπλη σύρραξη την έδωσαν οι ίδιοι οι Τούρκοι, στις 21 Μαρτίου 1821. Την ημέρα εκείνη περίπου 100 Τούρκοι στρατιώτες ήλθαν από το φρούριο του Ρίου στην Πάτρα, για να ενισχύσουν τη φρουρά και μπήκαν στην πόλη πυροβολώντας και με σκοπό να λαφυραγωγήσουν. Μερικοί από αυτούς πήγαν στο ρακοπωλείο του Κ. Σταμπολή, κοντά στη σημερινή πλατεία Ομονοίας και αφού κατανάλωσαν μεγάλη ποσότητα ρακής και μέθυσαν, έκαψαν το ρακοπωλείο και σκότωσαν το Σταμπολή. Η πυρκαγιά επεκτάθηκε και σε άλλα γειτονικά κτίρια, ενώ οι μεθυσμένοι Τούρκοι στρατιώτες πυροβολούσαν την οικία του προεστού Ιωαν. Παπαδιαμαντόπουλου, που ήταν απέναντι, την οποία προσπάθησαν να κάψουν και να συλλήσουν, αλλά αποκρούσθηκαν από τη φρουρά, που αποτελείτο από Έλληνες.
Οι Έλληνες μόλις άκουσαν τους πυροβολισμούς και είδαν τις φλόγες, λέει ο κ. Μούλιας, από τα κτίρια που καίγονταν, πήραν τα όπλα και συγκεντρώθηκαν στην περιοχή της πλατείας Αγ. Γεωργίου και από εκεί προχώρησαν προς το Τάσι, όπου ήταν η κυρίως τουρκική συνοικία. Οι περισσότεροι ήσαν Φιλικοί ή κατάγονταν από τα Ιόνια Νησιά. Η σύγκρουση Ελλήνων και Τούρκων έγινε στο Τάσι, όπου και σκοτώθηκε ο κεφαλλονίτης Βασ. Ορκουλάτος. Το ίδιο βράδυ της 21ης Μαρτίου οι πρόξενοι της Σουηδίας Στράνης και της Ρωσίας Βλασόπουλος, επτανησιακής καταγωγής και οι δύο, και ο πρόξενος της Πρωσίας Κοντογούρης, καθώς και πολλοί επτανήσιοι, γαλαξιδιώτες και πατρινοί, έσπευσαν στο λιμάνι και επιβιβάσθηκαν σε πλοία, για να μεταβούν στα Επτάνησα και να σωθούν από την οργή των Τούρκων. Την επομένη ο Ιωαν. Παπαδιαμαντόπουλος μπήκε στην Πάτρα και αφού περιήλθε έφιππος την πόλη, ανέβηκε στη μονή Ομπλού, όπου συγκεντρώθηκαν και πολλοί ένοπλοι και έφθασε και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός Γ΄, ο οποίος ειδοποιήθηκε εν τω μεταξύ για τα συμβάντα.
Ακολούθησε σύσκεψη για την κήρυξη Επανάστασης και κατέβηκαν όλοι στην Πάτρα, όπου έφθασε και ο Ανδρ. Λόντος με 400 στρατιώτες από το Αίγιο, οι οποίοι έφεραν και σημαία. Ήταν η σημαία του στρατιωτικού σώματός του, κόκκινου χρώματος με μαύρο σταυρό στη μέση, επί της μιας μόνο όψεως. Επίσης έφθασαν στην Πάτρα ο Επίσκοπος Κερνίτσης Προκόπιος, ο Ανδρ. Ζαΐμης και ο Μπεν. Ρούφος.
Οι πρόκριτοι, μαζί με τα στρατεύματά τους, που είχαν ενωθεί με τους ένοπλους πατρινούς, κατευθύνθηκαν προς την πλατεία Αγ. Γεωργίου, όπου ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, αφού στάθηκε προ πλίνθινου βωμού σκεπασμένου με δάφνες, κατά την περιγραφή του Πουκεβίλ, περιστοιχιζόμενος από τους προεστούς της Αχαΐας και τον κλήρο, φέρων την αρχιερατική του στολή, έψαλε τρισάγιο, υπέρ εκείνων που θα έχαναν τη ζωή τους στον Αγώνα και ευχήθηκε για την Ελευθερία της Ελλάδος.
Στην πλατεία Αγ. Γεωργίου στήθηκε ένας μεγάλος σταυρός, τον οποίο ασπάσθηκαν όσοι ήταν εκεί, «ορκιζόμενοι τον υπέρ πίστεως και πατρίδος όρκον», σύμφωνα με τον Ιωαν. Φιλήμονα. Επίσης μοιράστηκαν εθνόσημα από ύφασμα κόκκινου χρώματος με μαύρο σταυρό και εστάλησαν σε πολλά μέρη, εντός και εκτός της Πελοποννήσου, επαναστατικές προκηρύξεις, που καλούσαν τους κατοίκους να εξεγερθούν.
Μερικές μέρες αργότερα, οι πρόκριτοι, αφού συνέστησαν το «Αχαϊκόν Διευθυντήριον», που ήταν το πρώτο στην Ελλάδα, έστειλαν Εγκύκλιο στους προξένους, με ημερομηνία 26 Μαρτίου 1821, την οποία συνέταξε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός Γ΄ και τους τόνιζαν την απόφαση των Ελλήνων να αποτινάξουν τον τουρκικό ζυγό. Τους ζήτησαν δε τη συμπαράσταση των χριστιανικών λαών, στο δίκαιο αγώνα τους και την εύνοιά τους και την προστασία τους. Την εγκύκλιο υπέγραψαν οι, Παλαιών Πατρών Γερμανός Γ΄, Επίσκοπος Κερνίτσης Προκόπιος, Ανδρ. Ζαΐμης, Ανδρ. Λόντος, Μπεν. Ρούφος, Ιωαν. Παπαδιαμαντόπουλος και Σωτ. Θεοχαρόπουλος».
mignatiou.com