Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Παγκόσμια ημέρα ποίησης: Τέσσερις σπουδαίες Ελληνίδες ποιήτριες!!


Πολυδούρη, Καρέλλη, Αγγελάκη-Ρουκ, Λαϊνά, μέσα από τη ζωή, τα ποιήματα και τα λόγια τους


pagkosmia-imera-poiisis-tesseris-spoudaies-ellinides-poiitries
  |21 Μαρτίου, Παγκόσμια ημέρα ποίησης, με τέσσερις Ελληνίδες ποιήτριες που σφράγισαν με τη δημιουργία και τη γραφή τους τα ελληνικά γράμματα.

Μαρία Πολυδούρη
Η Μαρία Πολυδούρη γεννήθηκε την πρωταπριλιά του 1902 στην Καλαμάτα. 28 χρόνια αργότερα, αφού διήνυσε τη ζωή με την ταχύτητα της φωτιάς, έχοντας ζήσει μια συναρπαστική, δύσκολη και ασυμβίβαστη ζωή, άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο Σωτηρία.



Η Πολυδούρη  χάνει -μέσα σε 40 μέρες- και τους δυο γονείς της, στα 18 της, ένα γεγονός που την συνταράσσει αλλά και την απελευθερώνει την ίδια στιγμή. Παίρνει μετάθεση για την Αθήνα, ως υπάλληλος της Νομαρχίας και συνδέεται με τη λογοτεχνική σκηνή της εποχής της. Η Πολυδούρη ζει ελεύθερα και έξω από τις συμβάσεις, η ζωή της θεωρείται ακόλαστη και προκλητική. Συνδέεται με τον ποιητή Κώστα Καρυωτάκη, με έναν έρωτα που τροφοδότησε πολλές υποθέσεις. Ένα έρωτα ανεκπλήρωτο, αφού ο Καρυωτάκης, ο οποίος έχει μάθει ότι πάσχει από σύφιλη, της ανακοινώνει ότι δε θέλει να την παντρευτεί. Η Πολυδούρη καταρρέει, κάνει έναν αποτυχημένο αρραβώνα, φεύγει για το Παρίσι, όπου ζει δύσκολα και φτωχικά και επιστρέφει άρρωστη με φυματίωση στην Ελλάδα. Εισάγεται στο Νοσοκομείο Σωτηρία. Εκεί, στην τρίτη θέση απόρων βρίσκεται μαζί με τον Γιάννη Ρίτσο που νοσηλεύεται για τον ίδιο λόγο και για τον όποιον η Πολυδούρη γράφει το «Βαριά Καρδιά». Τον Ιούλιο του ίδιου έτους μαθαίνει τα νέα για την αυτοκτονία του Καρυωτάκη. Η Πολυδούρη αργοπεθαίνει φτωχή και μόνη. 


«Ακολουθήσαμε το δρόμο για τον τάφο λιγοστοί πάντα, μια κηδεία σχεδόν οικογενειακή, όπου εμείς, οι νέοι οι ολότελα ξένοι στην οικογένεια, είχαμε το αίσθημα πως κηδεύουμε κάποιον, που, κρυφά, ανήκει μόνο σ’ εμάς. Είναι κάτι, που δεν μοιάζει με τίποτα, το πένθος αυτό των νέων για τους νέους. Σα να ξέρουν αυτοί κάτι, ένα μυστικό, κάποιο σύνθημα, που τους δένει μεταξύ τους. Οι μεγάλοι δεν το υποψιάζονται. Είναι ανίκανοι να το νιώσουν. Σκέφτονται συμβατικά, τυπικά και καθιερωμένα» γράφει ο Άγγελος Τερζάκης. Τα ποιήματα της Πολυδούρη είναι γεμάτα συναίσθημα, συγκίνηση αλλά και σαρκασμό. Η Πολυδούρη είναι μια από τις σημαντικότερες γυναίκες ποιήτριες της Ελλάδας.
Μόνο γιατί μ' ἀγάπησες*
Δέν τραγουδῶ, παρά γιατί μ' ἀγάπησες
στά περασμένα χρόνια.
Καί σέ ἥλιο, σέ καλοκαιριοῦ προμάντεμα
καί σέ βροχή, σέ χιόνια,
δέν τραγουδῶ παρά γιατί μ' ἀγάπησες.
Μόνο γιατί μέ κράτησες στά χέρια σου
μιά νύχτα καί μέ φίλησες στό στόμα,
μόνο γι' αὐτό εἶμαι ὡραία σάν κρίνο ὁλάνοιχτο
κι ἔχω ἕνα ρῖγος στήν ψυχή μου ἀκόμα,
μόνο γιατί μέ κράτησες στά χέρια σου.
Μόνο γιατί τά μάτια σου μέ κύτταξαν
μέ τήν ψυχή στό βλέμμα,
περήφανα στολίστηκα τό ὑπέρτατο
τῆς ὕπαρξής μου στέμμα,
μόνο γιατί τά μάτια σου μέ κύτταξαν.
Μόνο γιατί μ' ἀγάπησες γεννήθηκα
γι' αὐτό ἡ ζωή μου ἐδόθη
στήν ἄχαρη ζωή τήν ἀνεκπλήρωτη
μένα ἡ ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ' ἀγάπησες γεννήθηκα.
Μονάχα γιατί τόσο ὡραῖα μ' ἀγάπησες
ἔζησα, νά πληθαίνω
τά ὀνείρατά σου, ὡραῖε, πού βασίλεψες
κι ἔτσι γλυκά πεθαίνω
μονάχα γιατί τόσο ὡραῖα μ' ἀγάπησες.
(Οἱ τρίλιες πού σβήνουν, 1928)


Ζωή Καρέλλη
Μια από τις σημαντικότερες Ελληνίδες ποιήτριες, η Ζωή Καρέλλη, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και ήταν αδερφή του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη.Πρωτοεμφανίστηκε στο χώρο των ελληνικών γραμμάτων το 1935 από τις στήλες του περιοδικού Το 3ο μάτι, όπου δημοσίευσε το πεζογράφημα «Διαθέσεις». Το 1937 πρωτοδημοσίευσε ποίημά της («Φετεπουρσικρί») στο περιοδικό Μακεδονικές Ημέρες. Το 1940 εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο Πορεία. Εξέδωσε δώδεκα


ποιητικές συλλογές, πέντε θεατρικά έργα και πολλά δοκίμια, ενώ πολλά κείμενά της βρίσκονται δημοσιευμένα σε λογοτεχνικά περιοδικά.
Στο ποιητικό έργο της Ζωής Καρέλλη, αποτέλεσμα της δημιουργικής αφομοίωσης της ελληνικής και ευρωπαϊκής λογοτεχνικής παράδοσης, κυριαρχούν ο εσωτερικός λόγος και η υπαρξιακή αγωνία, εκφρασμένη στο πλαίσιο των συνδυασμών γυναικείας ευαισθησίας και διανόησης, ελληνικότητας και ανθρωπισμού και μιας «ανοίκειας» θεματικής και ποιητικής γραφής. Η ποίησή της πρόκειται για μια «διασταύρωση της θρησκευτικής ανησυχίας με τον πυρήνα του ερωτικού βιώματος» που οδηγεί σε μια λυτρωτική πνευματικότητα. Είναι μια ποίηση «του εσωτερικού χώρου, της πνευματικής και καλλιτεχνικής αγωνίας και των υπαρξιακών ερωτημάτων».


Εγώ γυναίκα, η άνθρωπος,
ζητούσα το πρόσωπό Σου πάντοτε,
ήταν ως τώρα του ανδρός
και δεν μπορώ αλλιώς να το γνωρίσω.Ποιος είναι και πώς
πιο πολύ μονάχος,
παράφορα, απελπισμένα μονάχος,
τώρα εγώ ή εκείνος;

Πίστεψα πως υπάρχω, θα υπάρχω,
όμως πότε υπήρχα δίχως του
και τώρα,
πώς στέκομαι, σε ποιο φως,
ποιος είναι ο δικός μου ακόμα καϋμός;

Ω, πόσο διπλά υποφέρω,
χάνομαι διαρκώς,
όταν Εσύ οδηγός μου δεν είσαι.

Πώς θα δω το πρόσωπό μου,
την ψυχή μου πώς θα παραδεχτώ,
όταν τόσο παλεύω
και δεν μπορώ ν’ αρμοστώ.

«Ότι διά σου αρμόζεται
γυνή τω ανδρί.»
Δεν φαίνεται ακόμα το τραγικό
του απρόσωπου, ούτε κι εγώ
δεν μπορώ να το φανταστώ ακόμα, ακόμα.

Τι θα γίνει που τόσο καλά,
όσα πολλά ξέρω και γνωρίζω καλλίτερα,
πως απ’ το πλευρό του δεν μ’ έβγαλες.

Και λέω πως είμαι ακέραιος άνθρωπος
και μόνος. Δίχως του δεν εγινόμουν
και τώρα είμαι και μπορώ
κι είμαστε ζεύγος χωρισμένο, εκείνος
κι εγώ έχω το δικό μου φως,
εγώ ποτέ, σελήνη,
είπα πως δεν θα βαστώ απ’ τον ήλιο
κι έχω τόσην υπερηφάνεια
που πάω τη δική του να φτάσω
και να ξεπεραστώ, εγώ,
που τώρα μαθαίνομαι και πλήρως
μαθαίνω πως θέλω σ’ εκείνον ν’ αντισταθώ
και δεν θέλω από κείνον τίποτα
να δεχτώ και δε θέλω να περιμένω.

Δεν κλαίω, ούτε τραγούδι ψάλλω.
Μα γίνεται πιο οδυνηρό το δικό μου
ξέσκισμα που τοιμάζω,
για να γνωρίσω τον κόσμο δ’ εμού,
για να πω το λόγο δικό μου,
εγώ που ως τώρα υπήρξα
για να θαυμάζω, να σέβομαι και ν’ αγαπώ,εγώ πια δεν του ανήκω
και πρέπει μονάχη να είμαι,
εγώ, η άνθρωπος.


Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ γεννήθηκε στην Αθήνα τον Φεβρουάριο του 1939. Είναι πνευματική κόρη του Νίκου Καζαντζάκη, που διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον πατέρα της. Μόλις στα 17 της χρόνια δημοσιεύει στο περιοδικό Καινούργια εποχή το ποιήμα της «Μοναξιά» μετά από παρότρυνση του Νίκου Καζαντζάκη, ο οποίος έστειλε γράμμα στον Γιάννη Γουδέλη, τον διευθυντή της Καινούργιας εποχής


γράφοντας: «Παρακαλώ, δημοσιεύστε αυτό το ποίημα, το έχει γράψει μία κοπέλα που δεν έχει βγάλει ακόμα το γυμνάσιο. Είναι το ωραιότερο ποίημα που διάβασα ποτέ!». Από τότε άνοιξε ο δρόμος για την ενασχόληση της με την ποίηση και τη μετάφραση. Όπως αναφέρει και η ίδια ήταν μεγάλη η είσοδος της στην ποίηση. Άρθρα για την ποίηση και την μετάφραση της ποίησης έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και εφημερίδες. Το έργο της έχει μεταφραστεί σε περισσότερες των δέκα γλωσσών και ποιήματα της εμπεριέχονται σε λογοτεχνικές ανθολογίες. Αρχή και τέλος για εκείνη η ποίηση του Κ.Π. Καβάφη. Για εκείνη στόχος στην ποίηση δεν υπάρχει. Το μόνο που μπορεί να δεχτεί είναι το ερέθισμα, αυτό που λέμε έμπνευση. Η ποίησή της διακρίνεται από μια έντονη καταφυγή σε φανταστικές χώρες.


«Δεν γράφω πλέον ερωτική ποίηση», λέει η Ρουκ.  «Διότι ο έρωτας είναι δεμένος με τα νιάτα. Τελειώνει μαζί τους ή αν έχει σωστές βάσεις μετατρέπεται σε αγάπη. Γράφω όμως, ακόμη στο χαρτί και αυτό με ευχαριστεί πολύ. Ποτέ δεν με παίδεψαν οι λέξεις. Είχα απόλυτη πίστη σ΄αυτές και τώρα, ακόμη περισσότερη. Πάντα έχω μια ελαφριά αίσθηση του τι θέλω να γράψω, ποια θα είναι η επόμενη λέξη. Και σχεδόν βγαίνει μόνη της. Αυτόματα, η μία λέξη γεννά την άλλη. Πολλές φορές, πρώτα έρχονται αυτές και μετά συλλαμβάνω τι ήθελα να πω. Ιδίως η ποίηση είναι απόλυτα εξαρτώμενη από τη γλώσσα. Γιατί αυτή εμπνέει τις συγγένειες των ιδεών. Και η γλώσσα οδηγεί από τη μία ιδέα στην άλλη. Όσο λοιπόν, γερνάω τόσο περισσότερη θρησκευτική λατρεία έχω στις λέξεις.


ΠΑΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ
Το φεγγάρι, το φεγγάρι
τόσο προσκολλημένο ήταν στο στήθος μου
στην κοιλιά, γι’αυτό δεν το κοιτάζω πια
το αποφεύγω, όπως και τον καθρέφτη.
Το φεγγάρι βγάζει τώρα
ένα χλωμό, υποτονικό φως
που μονότονα λούζει και θυμίζει
άλλες στιγμές όταν νύχτα με τη νύχτα
μεγάλωνε το δρεπάνι
μαζί με τον πόθο
μαζί με την ιδέα της πληρότητας.
Πανσέληνος, το σύμπαν εκσπερμάτωνε
και συ στα βότσαλα υγρή
θαρρούσες πως είχες συλλάβει
το νόημα της δημιουργίας.
Κι ονειρευόσουν μια εποχή μεταφυσική
όπου κανένας ήλιος κοφτερός
δε θα διέκοπτε το ποίημα
αφού του φεγγαριού το φως
φως ασημένιο
πιο ερωτικά σε άγγιζε
απ’το χρυσό της μέρας.
Νόμιζες, ανόητο θηλυκό,
πως στο φεγγάρι θα λικνιζόσουνα
για πάντα…Αλλά,
Πάει κι αυτό, πάει και το φεγγάρι
Αθήνα, 10/3/08
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ


Μαρία Λαϊνά
Η Μαρία Λαϊνά, μια από τις σημαντικότερες ποιήτριες της γενιάς του 70, γεννήθηκε το 1947 στην Πάτρα  και είναι  βραβευμένη Ελληνίδα ποιήτρια. Σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά δεν άσκησε ποτέ δικηγορία. Αντ' αυτού εργάστηκε ως μεταφράστρια, κριτικός έργων τέχνης, σεναριογράφος, καθηγήτρια Ελληνικών και ραδιοφωνικός παραγωγός. Της απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης


για τη συλλογή της, Ρόδινος φόβος το 1993 και το Βραβείο Καβάφη, μαζί με τον Γιώργο Μαρκόπουλο το 1996. Το 1998 βραβεύθηκε με το Βραβείο Μαρία Κάλλας του Τρίτου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Η ποίηση της μεταφράστηκε στα Αγγλικά, Γαλλικά και Ισπανικά. «Η ποίηση είναι μόνο γλώσσα, ούτε ιδέες ούτε συναίσθημα· η ποίηση είναι γλώσσα, τα υπόλοιπα είναι ενδιάμεσα κενά», λέει η Λαϊνά. «Πολλοί πιστεύουν ότι η ποίηση είναι μια φίλη που θα της πουν τα προσωπικά τους, το δράμα τους, τον καημό τους. Εχεις μια ερωτική απογοήτευση; Σου φαίνεται ανυπόφορος ο κόσμος; Γράψε ένα ποίημα! Λυπάμαι, αλλά δεν είναι έτσι. Ετσι την πάτησα κι εγώ, στην αρχή. Υστερα κατάλαβα ότι η κυρία αυτή που λέγεται ποίηση δεν σηκώνει αστεία, ότι επιβάλλει τους δικούς της νόμους και έχει τους δικούς της τρόπους να σου αντιστέκεται και να σε γελοιοποιεί, ότι έχει τη δική της οντότητα που είναι συχνά ισοδύναμη και παραπάνω απ' τη δική σου. Ο δύσκολος αγώνας με την ποίηση κρατάει πολύ αλλά έχει και στιγμές χαράς. Δεν μπορείς να πεις στην ποίηση "έλα εδώ να τα βρούμε", να τη φέρεις στα δικά σου, δεν γίνεται».


Μαρία Λαϊνά, «Δ΄ Θριαμβικό», Από τη συλλογή Επέκεινα (1970)
Love is not love
which alters when it alteration finds
or bends with the remover to remove
Σαίξπηρ, Sonnet 116
Δεν είναι αγάπη αυτή
που αλλάζει με της τύχης όλες τις στροφές
και με κάθε σκούντημα παραστρατεί
(μτφρ. Β. Ρώτας)
Αν κάποτε πεθάνω,
    μην ακούσεις ποτέ πως τάχα «κείμαι ενθάδε»:
    εσύ θα με 'βρεις στην αναπνοή του αγέρα
    στο φευγαλέο, παιδικό χαμόγελο.

Αν κάποτε πεθάνω,
    μη διαβάσεις ποτέ το όνομά μου σε πέτρα:
    εσύ θα ξέρεις να μ' ακούσεις στον αχό της άνοιξης
    και στην επιμονή του ήχου της βροχής.

Αν κάποτε πεθάνω,
    μην πιστέψεις ποτέ πως η αγάπη μου τελείωσε:
    σκέψου πως θα σε περιμένει,
    σ' άλλες αισθήσεις περιγράφοντας την ομορφιά σου.

 http://www.thetoc.gr/politismos/article/pagkosmia-imera-poiisis-tesseris-spoudaies-ellinides-poiitries