Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Σταύρος Λυγερός, Ο νέος Αμερικανός πρόεδρος διαλύει τις φαντασιώσεις και αναζητεί νέες ισορροπίες πιο συμφέρουσες για τις ΗΠΑ. «Τραμπ σε Μέρκελ: I am the boss» http://wp.me/p3OlPy-1vS

Η σκηνή στον Λευκό Οίκο, με τις κάμερες των παγκόσμιων ΜΜΕ να την μεταδίδουν live, κραύγαζε. Η Μέρκελ ζητάει από τον Τραμπ να ανταλλάξουν χειραψία και ο Αμερικανός πρόεδρος δεν αντιδρά. Ο εκπρόσωπός του είπε αργότερα πως δεν άκουσε, αλλά όλοι ερμήνευσαν το περιστατικό ως εσκεμμένη ενέργεια.
Αν και δεν μπορεί να αποδειχθεί, όλα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ενώπιον των πάντων ο Τραμπ είπε με τη γλώσσα του σώματός του όσα δεν ήθελε να πει με το στόμα του. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ο Αμερικανός πρόεδρος όχι μόνο απέφυγε τις συνηθισμένες αβρότητες, αλλά και ούτε καν έριξε ένα βλέμμα στη φιλοξενούμενή του.
Δεν πρόκειται ούτε για αμηχανία λόγω απειρίας, ούτε για απλή αγένεια. Από τα πρώτα βήματά του ως υποψήφιος και στη συνέχεια ως εκλεγμένος πρόεδρος, ο Τραμπ έχει δείξει πως δεν ακολουθεί την πεπατημένη και στο επικοινωνιακό και στο διπλωματικό επίπεδο. Η πεπατημένη είναι οι ηγέτες δημοσίως να κρύβουν τις όποιες διαφωνίες και συγκρούσεις τους πίσω από δημόσιες αβρότητες και γενικόλογες ρητορείες.
Με τις συχνές αντισυμβατικές δηλώσεις του και τα αιχμηρά τουίτ του, ο Τραμπ κινείται στον αντίποδα. Μπορεί το στυλ του να ξενίζει και σε κάποιους να προκαλεί σοκ, αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για μία ιδιότυπη δημόσια διπλωματία. Προφανώς, ταιριάζει στον χαρακτήρα του αθυρόστομου μεγαλοεπιχειρηματία, αλλά αποδείχθηκε στην πράξη ιδιαιτέρως αποτελεσματική.
Θεωρήθηκε από τους ψηφοφόρους σαν καθαρός λόγος και όχι σαν πολιτικάντικη ρητορεία. Κατ’ αυτό τον τρόπο συνέβαλε αποφασιστικά στην κατάκτηση της προεδρίας, παρότι είχε μαχητικά απέναντί του τον κορμό των αρχουσών ελίτ, του βαθέως αμερικανικού κράτους και της διεθνούς των απανταχού φιλελευθέρων. Είναι ενδεικτικό ότι ούτε το κατεστημένο του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος δεν τον στήριξε.
Είναι εμφανές ότι ο Τραμπ συμπεριφέρθηκε έτσι στη Μέρκελ, επειδή ήθελε να στείλει ένα ηχηρό μήνυμα. Δεν είχε στόχο απλώς να υπογραμμίσει τις διαφωνίες τους. Είχε στόχο να δείξει ότι η Ουάσιγκτον αλλάζει σελίδα, ότι οι ισορροπίες στις σχέσεις ΗΠΑ-Γερμανίας θα ανατραπούν. Το είχε, άλλωστε, προαναγγείλει από την προεκλογική περίοδο.
Είναι ενδεικτικό πως μερικές εβδομάδες νωρίτερα, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος είχε υποδεχθεί τη Βρετανίδα πρωθυπουργό, είχε φροντίσει να την πιάσει και χεράκι-χεράκι να εισέλθουν στον Λευκό Οίκο. Το μήνυμα τότε ήταν πως η παραδοσιακή ειδική σχέση Ουάσιγκτον-Λονδίνου όχι μόνο είναι ζωντανή, αλλά και πως στις συνθήκες του Brexit θα προσλάβει μεγαλύτερες διαστάσεις.
Ο Τραμπ δεν έκρυψε ούτε την αρνητική γνώμη του για το ευρώ, ούτε την ικανοποίησή του για την αποχώρηση της Βρετανίας. Ο καθηγητής Μάλοξ, τον οποίο προορίζει για πρέσβη στην ΕΕ, έφθασε στο σημείο να τρολάρει τους Ευρωπαίους με τις δηλώσεις του για σορτάρισμα του ευρώ. Προφανώς, όχι χωρίς να έχει λάβει υπόψη του τον αέρα που φυσάει στον Λευκό Οίκο.
Θα ήταν επιπόλαιο να θεωρήσει κανείς πως ο Αμερικανός πρόεδρος είναι απλώς αντιευρωπαίος. Δεν θα είχε πρόβλημα εάν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα διαλυόταν, αλλά δεν πρόκειται να ξεκινήσει ο ίδιος εκστρατεία για τη διάλυσή του. Στην πραγματικότητα, με τον πραγματισμό και την ωμότητα του επιχειρηματία ανοίγει μέτωπα για να οδηγήσει τα πράγματα σε νέες πιο συμφέρουσες για τις ΗΠΑ ισορροπίες. Το λέει, άλλωστε ξεκάθαρα σε κάθε ευκαιρία.
Στο οικονομικό επίπεδο δήλωσε ότι δεν είναι απομονωτιστής, αλλά υπέρ του δίκαιου διεθνούς εμπορίου. Είπε, μάλιστα, στη Μέρκελ ότι οι Ευρωπαίοι διαπραγματευτές της διατλαντικής εμπορικής συμφωνίας αποδείχθηκαν πιο ικανοί από τους Αμερικανούς. Ο υπουργός του επί των Οικονομικών Μινούτσιν αποσαφήνισε ότι η Ουάσιγκτον δεν επιθυμεί εμπορικούς πολέμους, αλλά την αλλαγή των εμπορικών σχέσεων, ώστε να καταστούν δικαιότερες για τους Αμερικανούς εργαζόμενους.
Η καγκελάριος, βεβαίως, επιχείρησε να οχυρωθεί πίσω από το πρόσχημα ότι τις ευρωαμερικανικές εμπορικές συμφωνίες δεν τις διαπραγματεύεται το Βερολίνο, αλλά η ΕΕ. Ο Τραμπ, όμως, δεν συνομιλεί με βάση προσχήματα. Θεωρεί την ΕΕ γερμανικό μαγαζί και πως με το ευρώ η Γερμανία εκμεταλλεύεται τους εταίρους της. Θεωρεί ότι το Βερολίνο επιδιώκει την οικονομική αδυναμία του ευρωπαϊκού Νότου με σκοπό το ευρώ να είναι σχετικά υποτιμημένο και κατ’ αυτό τον τρόπο να διευκολύνονται οι γερμανικές εξαγωγές και η συσσώρευση εμπορικών πλεονασμάτων. Με άλλα λόγια, κατηγορεί τους Γερμανούς για αθέμιτο ανταγωνισμό.
Προφανώς, εάν δεν υπήρχε το ευρώ θα είχε ενεργοποιηθεί ο νομισματικός μηχανισμός εξισορρόπησης. Λόγω μεγάλης ζήτησης, το μάρκο θα είχε αναπόφευκτα υπερτιμηθεί. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα τα γερμανικά προϊόντα να γίνουν ακριβότερα και κατ’ αυτό τον τρόπο να ανοίξει χώρος για τους ανταγωνιστές εντός και εκτός ΕΕ.
Στο ίδιο πνεύμα είναι και η προσέγγιση του νέου Αμερικανού προέδρου για το ΝΑΤΟ. Μπορεί να πιστεύει ότι η Συμμαχία δεν έχει προσαρμοσθεί στις νέες προκλήσεις για τη διεθνή ασφάλεια, αλλά δεν έχει πρόθεση να την διαλύσει. Το μήνυμα που στέλνει είναι ότι δεν είναι διατεθειμένος να συνεχίσει να πληρώνει για την άμυνα της Ευρώπης. Με άλλα λόγια ζητάει από τους Ευρωπαίους να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη, αυξάνοντας άμεσα τις αμυντικές δαπάνες τους.
Οι ευρωπαϊκές άρχουσες ελίτ πίστευαν πως δεν θα εκλεγεί και όσο αυτός πλησίαζε προς τον Λευκό Οίκο τόσο οι εναντίον του επιθέσεις προσλάμβαναν διαστάσεις υστερίας. Ο ίδιος, άλλωστε, φρόντιζε να ανταποδίδει τα χτυπήματα με την ίδια οξύτητα. Το γεγονός ότι σ’ αυτό το μπαράζ επιθέσεων εναντίον του Τραμπ πρωτοστατούσαν Αμερικανοί αποχαλίνωσε τους Ευρωπαίους. Στην πραγματικότητα διεξήχθη ένας ιδεολογικός-πολιτικός πόλεμος. Η σύγκρουση δεν ήταν μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης. Διαχώρισε τη Δύση οριζοντίως. Κατά τη διάρκεια της παραβιάσθηκαν όρια και κανόνες. Τα παραδείγματα είναι πάμπολλα.
Συνειδητοποιώντας ότι ο Τραμπ είναι απειλή όχι μόνο για την παγκόσμια φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων, αλλά και για τη γερμανική οικονομία, οι γερμανικές άρχουσες ελίτ ευθέως ή εμμέσως πρωτοστάτησαν σ’ αυτή τη σύγκρουση. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το γερμανικό Σπίγκελ κυκλοφόρησε με εξώφυλλο που δείχνει τον Τραμπ να αποκεφαλίζει το Άγαλμα της Ελευθερίας! Πριν ακόμα αναλάβει τα προεδρικά καθήκοντά του, άρχισαν δημοσίως συζητήσεις και στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ για την καθαίρεσή του! Ο Ζόφε, εκδότης-διευθυντής της σοβαρής σοσιαλδημοκρατικής εφημερίδας Ντι Τσάιτ, έφθασε στο σημείο (σε εκπομπή στο κανάλι ARD) να μιλήσει για «φόνο στον Λευκό Οίκο»! Οι επιθέσεις, όμως, δεν προήλθαν μόνο από δημοσιογράφους. Ο ηγέτης των Σοσιαλδημοκρατών Σουλτς χαρακτήρισε το νέο Αμερικανό πρόεδρο «κίνδυνο για τη δημοκρατία».
Στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης με τον Τραμπ και στο πλαίσιο της επίσκεψής του στη Γερμανία λίγο πριν εγκαταλείψει τον Λευκό Οίκο, ο Ομπάμα έδωσε συμβολικά στη Μέρκελ το “δαχτυλίδι” του ηγέτη της Δύσης. Πολλά ΜΜΕ, αλλά ακόμα και πολιτικοί έκαναν σχετικές δηλώσεις.
Όταν ο νέος πρόεδρος εγκαταστάθηκε για τα καλά στο Οβάλ Γραφείο οι φαντασιώσεις άρχισαν να διαλύονται. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αρχίσει να υποχωρεί η υστερία και να αραιώνουν οι επιθέσεις, παρότι αποδείχθηκε πως ο Τραμπ εννοεί όσα έλεγε προεκλογικά. Μπορεί οι φιλελεύθερες άρχουσες ελίτ στη Δύση και όχι μόνο να αντιμετώπισαν τον Τραμπ σαν επικίνδυνη πολιτική ανορθογραφία, αλλά σύντομα υποχρεώθηκαν να προσαρμοσθούν στην πραγματικότητα.
Στο Βερολίνο νοιώθουν μεγάλη αμηχανία και ανησυχία. Η Μέρκελ πήγε στον Λευκό Οίκο με σαφώς συμβιβαστική διάθεση. Πρόσφερε, μάλιστα, τη δέσμευση ότι η Γερμανία θα αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες της από 1,2% του ΑΕΠ της στο 2% μέχρι το 2024. Ήλπιζε πως αυτή η δέσμευσή της θα την βοηθούσε να βρει έναν κοινό παρονομαστή με τον Αμερικανό πρόεδρο ή τουλάχιστον να γεφυρώσει δημοσίως το χάσμα που έχει ανοίξει από την προεκλογική περίοδο. Είναι ενδεικτικές οι δηλώσεις της στην κοινή συνέντευξη Τύπου ότι προσπάθησαν να βρουν δίκαιες συμβιβαστικές λύσεις. Τόνισε, μάλιστα, «είναι πάντα καλύτερο να μιλάμε ο ένας με τον άλλον παρά ο ένας για τον άλλον».
Η Γερμανία είναι πολύ μεγάλη για την Ευρώπη, αλλά μικρή για να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο σε παγκόσμια κλίμακα. Ο μόνος τρόπος να το επιτύχει είναι μέσα από το σχήμα “γερμανική Ευρώπη”. Όσο οι ΗΠΑ ανέχονταν τον οικονομικό (και όχι μόνο) εθνικισμό του Βερολίνου δεν προέκυπτε σοβαρό πρόβλημα. Η μετατροπή της Γερμανίας σε “αφεντικό” της ΕΕ δεν αντέφασκε με το μεταπολεμικό δόγμα της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής ότι δεν πρέπει να έρθει σε αντιπαράθεση με τους Αμερικανούς.
Η εκλογή του Τραμπ άλλαξε τα πράγματα. Οι γερμανικές άρχουσες ελίτ νοιώθουν σήμερα πιο οικονομικά ισχυρές και πολιτικά χειραφετημένες, αλλά ταυτοχρόνως και απειλούμενες. Στην πραγματικότητα δεν ξέρουν πώς να χειρισθούν το νέο ένοικο του Λευκού Οίκου. Η Μέρκελ προσπάθησε να ρίξει γέφυρες και να ρυμουλκήσει το νέο Αμερικανό πρόεδρο σε μία διαδικασία εποικοδομητικών διαπραγματεύσεων. Αυτό, άλλωστε, θα το πουλούσε επικοινωνιακά εν όψει των εκλογών του Σεπτεμβρίου.
  • Πρώτον, ως επιβεβαίωση του ηγετικού ρόλου της όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και στο διεθνές φιλελεύθερο στρατόπεδο.
  • Δεύτερον ως επιβεβαίωση της ικανότητάς της να χειρίζεται αποτελεσματικά “λαϊκιστές ηγέτες”, όπως ο Μπερλουσκόνι, ο Ερντογάν, αλλά και ο Πούτιν.
Ο Τραμπ, όμως, δεν ψάχνει συμβιβασμό με το Βερολίνο. Επιδιώκει να επανεγκαταστήσει την αδιαμφισβήτητη αμερικανική ηγεμονία. Και φέρεται αποφασισμένος να το επιτύχει, αφενός ανακτώντας οικονομική ισχύ με την επαναφορά των βιομηχανιών στο αμερικανικό έδαφος, αφετέρου με άσκηση διπλωματίας εθνικής ισχύος που να στηρίζεται σε ακόμα πιο ισχυρές ένοπλες δυνάμεις. Η εξαγγελία νέων εξοπλιστικών προγραμμάτων από τον Αμερικανό πρόεδρο εντάσσεται σ’ αυτό το πλαίσιο, αλλά παραλλήλως του εξασφαλίζει και την πολύτιμη συμμαχία του περιβόητου στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος.
Δεν είναι παράδοξο, λοιπόν, ότι ο Τραμπ χρησιμοποίησε την επίσκεψη της Μέρκελ όχι για να βρει ένα modus vivendi μαζί της, αλλά για να διακηρύξει εμμέσως πλην σαφώς ότι παρά τις αντιδράσεις είναι αποφασισμένος να προωθήσει τη στρατηγική του. Δεν περιορίσθηκε, λοιπόν, στο να υπογραμμίσει τη θέση του ότι οι Ευρωπαίοι πρέπει να πληρώσουν για την άμυνά τους. Ούτε ικανοποιήθηκε από τη δέσμευση της καγκελαρίου για αύξηση των γερμανικών αμυντικών δαπανών. Για να μην αφήσει καμία αμφιβολία ότι εννοεί αυτά που λέει, κατέφυγε και στον δικό του τρόπο δημόσιας διπλωματίας.
Αφού έγραψε τουίτ ότι η συνάντηση με τη Μέρκελ ήταν «εξαιρετική», πρόσθεσε σε άλλο ότι η Γερμανία «πρέπει να πληρώσει  τεράστια χρηματικά ποσά στο ΝΑΤΟ και στις ΗΠΑ για την πολύ ισχυρή και πολύ δαπανηρή άμυνα που της παρέχεται». Η απάντηση της Γερμανίδας υπουργού Άμυνας ότι «δεν υπάρχει λογαριασμός χρέους στο ΝΑΤΟ» επιβεβαίωσε ότι οι δύο πλευρές συνεχίζουν να μιλάνε διαφορετικές γλώσσες. Αυτό, άλλωστε, φάνηκε και στα άλλα ζητήματα που μπήκαν στο τραπέζι.
Το μόνο που ο Τραμπ βρήκε να πει ότι έχει κοινό με τη Μέρκελ ήταν η δηλητηριώδης ατάκα πως και οι δύο είχαν πέσει θύματα υποκλοπών από την κυβέρνηση Ομπάμα. Πολλοί εστιάζουν στο γεγονός πως ο Αμερικανός πρόεδρος και η Γερμανίδα καγκελάριος είναι πολύ διαφορετικές προσωπικότητες. Αυτό ισχύει, αλλά η γεφύρωση του χάσματος καθίσταται δύσκολη, επειδή εκπροσωπούν δύο ισχυρά ρεύματα στους κόλπους του δυτικού κόσμου. Η μέχρι πρότινος κυρίαρχη φιλελεύθερη συναίνεση αμφισβητείται από τις κοινωνίες και αυτή η αμφισβήτηση στις ΗΠΑ βρήκε έκφραση από τον Τραμπ. Το σύνθημά του «πρώτα η Αμερική» μπορεί να έχει εθνική χροιά, αλλά έχει και οικουμενικές συνέπειες. Κι αυτό, επειδή είναι ο τρόπος του για να ανασχέσει, αν όχι να ακυρώσει, την παγκοσμιοποίηση και τις συνέπειές της.
Για την Ελλάδα, η αντιπαράθεση των ΗΠΑ του Τραμπ με τη “γερμανική Ευρώπη” θέτει κρίσιμα διλήμματα εθνικού προσανατολισμού. Προς το παρόν το εγχώριο πολιτικό σύστημα αποφεύγει να τα αντιμετωπίσει, αναλισκόμενο στις γνωστές ρητορείες χωρίς αντίκρισμα. Το επόμενο διάστημα εκ των πραγμάτων θα κληθεί να κάνει επιλογές. 
https://piotita.gr/