Ο Ιβάν Ιβάνι (Ivan Ivanji - κεντρική φωτό με τον Τίτο και τη σύζυγό του στη Βιέννη το 1974) γεννήθηκε το 1929 στo Μεγάλo Μπέτσκερεκ, το σημερινό Ζρένιανιν της Σερβίας. Οι γονείς του, και οι δύο γιατροί, σκοτώθηκαν ως Εβραίοι από τους Γερμανούς Ναζί το 1941, και αυτός ως παιδί ακόμα κρυβόταν στους συγγενείς του στο Νόβι Σάντ, μέχρι που τον συνέλαβαν το 1944 και τον
έστειλαν πρώτα στο Άουσβιτς κι έπειτα στο Μπούχενβαλντ όπου κατάφερε κι επιβίωσε τα δύο χρόνια της πρώιμης εφηβείας του. Μετά τον πόλεμο σπούδασε στο Βελιγράδι αρχιτεκτονική αλλά και τη γερμανική γλώσσα. Αργότερα εργαζόταν ως δάσκαλος, δημοσιογράφος, θεατρικός συγγραφέας, διπλωμάτης και τελικά ως διερμηνέας του Τίτο για τη γερμανική γλώσσα επί 25 χρόνια. Ταυτόχρονα όλη τη ζωή του έγραφε ασταμάτητα και πίσω του έχει ένα τεράστιο λογοτεχνικό και δημοσιογραφικό έργο.
Τα τρία πρώτα βιβλία του ήταν συλλογές ποιημάτων που δημοσιεύτηκαν το 1951, 1952, και 1953. Το πρώτο μυθιστόρημα του “Ο Άνθρωπος που δεν τον Σκότωσαν” κυκλοφόρησε το 1954. Έχει πίσω του 153 έργα, από μυθιστορήματα γραμμένα σε σερβικά και γερμανικά, ιστορίες, παραμύθια, δοκίμια, ποίηση, θεατρικά έργα, ραδιοφωνικά θεατρικά έργα κ.α. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί από τον ίδιο στα ουγγρικά, σλοβενικά, τσέχικα, σλοβάκικα, ιταλικά και αγγλικά, καθώς είναι γραμμένα στα γερμανικά, σέρβικα ή ουγγρικά.
Βρέθηκε ως νεαρός ανταποκριτής το 1956 στην Ουγγαρία τις δέκα μέρες της Ουγγρικής Επανάστασης, τις οποίες περιγράφει πρώτα στο βιβλίο “Ένα Ουγγρικό Φθινόπωρο” (1986) και το 2016, με αφορμή τα 60 χρόνια της επανάστασης, δημοσιεύεται το δεύτερο σχετικό βιβλίο του με περισσότερα στοιχεία και με μεγαλύτερη ιστορική απόσταση, με τίτλο  “Η Ουγγρική Επανάσταση του 1956”.  Γράφει επίσης τα μυθιστορήματα “Διοκλητιανός” (1973), “Ένας Εβραίος του Μπαρμπαρόσα στη Σερβία” (1998), “Στο Τέλος Μένει η Λέξη” (1980),  “Κωνσταντίνος” (1988), “Γκουβερνάντα” (2002), “Μπαλαρίνα και ο Πόλεμος” (2003), “Άνθρωπος από Στάχτη” (2006), “Το Ξίφος του Στάλιν” (2008), “Ιουλιανός” (2008), αλλά και βιβλία διηγημάτων: “Ο Καθένας Παίζει το Ρόλο του” (1964), “Η Άλλη Πλευρά της Αιωνιότητας” (1994), “Το Μήνυμα στο Μπουκάλι” (2005). Οι  πολιτικές και δημοσιογραφικές έρευνες του αποτελούν τα βιβλία: “Τα Γράμματα από την Αβάνα” (1984), “Ο Διερμηνέας του Τίτο” (2005), “Τα Γερμανικά Θέματα” (1975) κ.α. Πέρσι δημοσιεύτηκε και η αυτοβιογραφία του με τίτλο “Η όμορφή μου Ζωή στην Κόλαση”, που είναι μία καταπληκτική αναφορά του συγγραφέα στον ίδιο τον εαυτό του για τη ζωή του, με ένα ύφος αυτο-ειρωνικό και σχεδόν καθόλου συναισθηματικό...

Όταν τον ρώτησαν κάποτε, στα πρώτα χρόνια της μεταπολεμικής Γιουγκοσλαβίας του Τίτο, ποια είναι η εθνικότητα του απάντησε σαν να αισθάνθηκε προσβεβλημένος: “Δεν καταλαβαίνω την ερώτηση σας, αλλά αν θέλετε να το πάμε με τη γραμμή του Χίτλερ, τότε είμαι ένας Εβραίος, αν με ρωτήσετε απ' τον ήχο του επωνύμου μου, είμαι Ούγγρος, αν το δείτε από τη γλώσσα που μιλούσα με τους γονείς μου στο σπίτι, τότε είμαι Γερμανός. Αν με ρωτάτε τι γλώσσα μιλάω σήμερα με την οικογένεια μου, είμαι Σέρβος. Αν με ρωτάτε πως νιώθω μέσα στη καρδιά μου τότε είμαι ένας Βανάτιος (σ.σ. περιοχή της Βοϊβοντίνα) στο Βόζντοβατς (περιοχή του Βελιγραδίου)”. Όπως το λέει αλλιώς πιο σύντομα: έχει τρεις μητρικές γλώσσες, δυο υπηκοότητες, και μία πατρίδα, την πρώην Γιουγκοσλαβία. Σήμερα είναι 88 χρονών και ζει και εργάζεται στο Βελιγράδι και στη Βιέννη.

ΜΙΛΙΤΣΑ ΚΟΣΑΝΟΒΙΤΣ: Αν το τείχος του Βερολίνου δεν έπεφτε και δεν κατάρρεε η Σοβιετική Ένωση, θα διαλυόταν η Γιουγκοσλαβία και μάλιστα με αυτό τον αιματηρό τρόπο;

ΙΒΑΝ ΙΒΑΝΙ: Λαμβάνοντας υπόψιν την κοινωνική και πολιτική ανάπτυξη ορισμένων τμημάτων του σύγχρονου κόσμου, παρατηρούμε μια μεγάλη αλληλεξάρτηση μεταξύ τους, η οποία εξάρτηση με τα σύγχρονα Μέσα Ενημέρωσης και τη δική τους αστραπιαία ανάπτυξη, γίνεται όλο και πιο γρήγορη και μεγαλύτερη. Από αυτή την άποψη, η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας όπως και η εμφάνιση των κρατών και κρατιδίων στο πρώην έδαφος της, πρέπει να εκληφθεί και σε σχέση με την κατεδάφιση του Τείχους του Βερολίνου και την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Παρόλα αυτά, εγώ δε νομίζω ότι αυτή είναι η αιτία της τραγωδίας στη χώρα μου. Ο ιός του εθνικισμού, θα έλεγα, της εθνικής μη αυτο-εκπλήρωσης, της εθνικής συναισθηματικότητας, της φαντασιακής ξεχωριστής ταυτότητας, υπήρχε εκεί και νωρίτερα, αν και βρισκόταν σε καταστολή με ορισμένα μέτρα και καθυστερούσε να εκραγεί, ακριβώς όπως ένας καρκίνος  με ισχυρά φάρμακα ή με χημειοθεραπεία, αργεί στην ανάπτυξη του, ωστόσο μια μέρα θα σκάσει.
Οι Σλοβένοι, οι Κροάτες και οι Μουσουλμάνοι της Βοσνίας (σλαβικής καταγωγής), όπως και οι “Μακεδόνες” της ΠΓΔΜ ποτέ δεν είχαν το δικό τους κράτος, ενώ οι Μαυροβούνιοι το έχασαν το 1918. Η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση του Τίτο φυσικά ένιωθε τις προσδοκίες αυτών των λαών, γιατί υπήρξε μια μεγαλύτερη ομοσπονδία και με το Σύνταγμα του 1974 πλησίαζε στο επίπεδο συνομοσπονδίας, αλλά αντί να περιορίσει αυτές τις εθνικιστικές τάσεις, τις ενθάρρυνε ώσπου το τρελό φαινόμενο ξέσπασε και μάλιστα στη μεγαλύτερη δημοκρατία, τη Σερβία, με τον Σλομπόνταν Μιλόσεβιτς. Έτσι άναψε η φωτιά και στις υπόλοιπες δημοκρατίες. Θέλω να πω ότι η αιτία της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας δε βρίσκεται στους εξωτερικούς παράγοντες όσο μέσα στην ίδια. 

Μ.Κ.: Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής σας το περάσατε στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο. Έχετε γνωρίσει από κοντά τη χώρα αυτή και το σύστημά της, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα ελαττώματά του. Ποιοι είναι κατά τη γνώμη σας οι βασικοί λόγοι για τους οποίους η Γιουγκοσλαβία κατέρρευσε;
Ι.Ι.: Νόμιζα κάποτε ότι ο εθνικισμός των διαφόρων εθνών που αποτελούσαν τη Γιουγκοσλαβία ήταν χαρακτηριστικό των παλαιότερων γενεών. Ήξερα ότι υπάρχει, αλλά πίστευα ότι θα ξεπεραστεί! Το ιδανικό μοντέλο χώρας για έμενα ήταν η Ελβετία, στην οποία δεν ζούνε μόνο οι Γερμανοί αλλά και οι Γάλλοι, οι Ιταλοί, οι Ρετορομάνοι... Ο κάθε λαός έχει τη δική του εθνική ταυτότητα και τη συνείδηση της δικής του γλώσσας, κουλτούρας, αλλά ταυτόχρονα όλοι τους έχουν και μία ισχυρή συνείδηση ότι ανήκουν στην Ελβετική Συνομοσπονδία. Ήλπιζα ότι και σε μας θα αναπτυχθεί μία παρόμοια ιδέα του Γιουγκοσλαβισμού, όχι σαν έθνους, αλλά κάτι σα να μοιραζόμαστε μια αμοιβαία πίστη στα ίδια ιδανικά και να έχουμε τη συνείδηση ότι αυτό είναι το καλύτερο μοντέλο για την συμβίωση όλων, και ταυτόχρονα ο καθένας να μπορεί να είναι αυτό που θέλει: Σλοβένος, Κροάτης, Σέρβος, Ούγγρος, Αλβανός, Ρομά, Σλοβάκος κλπ. Ήμουν αφελής. 
Σχετικά με ελαττώματα της σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας, εκτός από το εθνικό ζήτημα, είναι πολλά... θα μπορούσα να γράφω επί ώρες, αλλά θα σας αναφέρω δύο μόνο παραδείγματα:  Η εξαιρετική ιδέα της αυτοδιαχείρισης των εργαζομένων έχει αποτύχει διότι, παρά την δημοκρατική επινόησή της, το Κόμμα επέβαλε τις απόψεις του όσον αφορά το προσωπικό (kadrovska resenja),  αλλά το μεγάλο λάθος ήταν και σε σχέση με την επίλυση του πάντα φλεγόμενου προβλήματος της στέγασης. Επειδή για τη λύση του στεγαστικού προβλήματος και για τη στεγαστική πολιτική το κράτος έπαιρνε εισφορές από τον καθένα, αλλά τα διαμερίσματα, που τα περισσότερα έκτιζε το κράτος, μοιράζονταν αυθαίρετα μέσω των εργοστασίων ή μέσω των δημοτικών αρχών στους ημετέρους.

O Ιβάν Ιβάνι

Μ.Κ.: Αν μπορούσατε να κρατήσετε κάτι από την πρώην Γιουγκοσλαβία, κάτι θετικό, όσον αφορά τους πρώην Γιουγκοσλάβους αλλά και για τον υπόλοιπο κόσμο, τι θα ήταν αυτό;

Ι.Ι.: Πρώτα απ' όλα θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι: είναι λανθασμένο και επιπόλαιο να μιλάει κανείς για την Γιουγκοσλαβία ως “κομουνιστική δικτατορία”. Μιλάμε για την περίοδο από το 1945, ειδικά από το 1948 όταν χώρισε από την Σοβιετική Ένωση, μέχρι και τον θάνατο του Τίτο, το 1980. Αυτό που στη Δύση το ονομάζουν “κομουνισμό” προσωπικά το αποκαλώ “Σταλινισμός” και η Γιουγκοσλαβία δεν ήταν σταλινιστική χώρα! Το πιο ενδιαφέρον χαρακτηρισμό της χώρας, κατά τη γνώμη μου, τον έδωσε κάποτε η συγχωρεμένη γυναίκα μου που είπε: “δεν υπάρχει ούτε μία Δυτική χώρα στην οποία η κοινωνική ισότητα και ασφάλεια να είναι τόσο μεγάλη όσο στη Γιουγκοσλαβία, και δεν υπάρχει ούτε μια σοσιαλιστική χώρα στην οποία υπάρχει τόσο μεγάλη ελευθερία”. Θέλω να πω ότι σε σχέση με τον Δυτικό “κοινοβουλευτισμό” και τον ανατολικού τύπου κομουνισμό, το κοινωνικό πολιτικό σύστημα στην Γιουγκοσλαβία εκείνες τις δεκαετίες ήταν για κάποιους καλύτερο, για τους άλλους χειρότερο, αλλά σίγουρα ήταν κάτι τρίτο. Το καλύτερο που είχαμε στη Γιουγκοσλαβία σίγουρα ήταν η αλληλεγγύη, η κοινωνική ασφάλεια, η ελευθερία σε παγκόσμιο κλίμακα... Σας υπενθυμίζω ότι στη μαύρη αγορά το γιουγκοσλάβικο διαβατήριο ήταν το πιο ακριβό στον κόσμο, γιατί κανένα άλλο δεν επέτρεπε ελεύθερη είσοδο σε τόσο μεγάλο αριθμό χώρων του κόσμου. Σ' όλο τον κόσμο ένιωθες υπερήφανος λέγοντας ότι είσαι Γιουγκοσλάβος.
Η Μίλιτσα Κοσάνοβιτς (kosanovic@mail.com) είναι αρθρογράφος του Σέρβικου περιοδικού Vreme και συγγραφέας. Το τελευταίο της βιβλίο, που έγραψε μαζί με τον Γιώργο Στάμκο, έχει τίτλο “Άγνωστη Σερβία”.