Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Η δόμηση της αποτροπής ενός θερμού επεισοδίου με την Τουρκία

Η δόμηση της αποτροπής ενός θερμού επεισοδίου με την Τουρκία
Του Ζαχαρία Μίχα*
Εάν υπάρχει συναίνεση σε κάτι στη σημερινή Ελλάδα, είναι ο διαρκής κίνδυνος εκδήλωσης ενός νέου θερμού επεισοδίου στο Αιγαίο. Η περίοδος που οδηγεί στο κρίσιμο για το μέλλον της Τουρκίας και του Erdogan δημοψήφισμα, είναι ιδιαίτερα επίφοβη. Η αναφορά στους παράγοντες που θα καθορίσουν το αν ένα τέτοιο επεισόδιο θα εκδηλωθεί ή δύναται να αποτραπεί, αποτελεί μια εξ ορισμού θεωρητική άσκηση.

Η κατανόηση ότι σε περίπτωση που δεν σημειωθεί θερμό επεισόδιο, δεν υπάρχει αντικειμενική μέθοδος διαπίστωσης ότι κάποια ή συνδυασμός από τις ενέργειες της ελληνικής πλευράς θα έχει παίξει ρόλο ώστε να το αποτρέψει, είναι σημαντική. Ωστόσο, αυτή η διαπίστωση δεν μπορεί να αποτελέσει ανασχετικό παράγοντα στην αέναη προσπάθεια επηρεασμού της συμπεριφοράς του αντιπάλου, με στόχο να κινηθεί σε κατευθύνσεις επιθυμητές για την ελληνική πλευρά.
Μια πρώτη αξιωματική -και ολίγον θεωρητική- παρατήρηση θα μπορούσε να είναι, ότι ένα θερμό επεισόδιο δείχνει πως ο έχων την πρωτοβουλία δεν επιθυμεί γενικευμένη πολεμική σύρραξη, διότι θα έχει οδηγήσει σε απώλεια του πλεονεκτήματος του αιφνιδιασμού. Οπότε, επιστρέφουμε στα θεμελιακά, ότι από τη στιγμή που «ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα», θα πρέπει -καταρχήν- να αναζητηθεί το πολιτικό κίνητρο πίσω από την περιπέτεια.
Αυτό μπορεί να είναι είτε εξωτερικό είτε εσωτερικό, είτε ένας συνδυασμός των δύο. Θα μπορούσε δηλαδή να είναι η πάγια επιδίωξη της Τουρκίας για τη μεταβολή του status quo στο Αιγαίο, ή/και η εξυπηρέτηση των εσωτερικών πολιτικών επιδιώξεων του Ερντογάν, ο οποίος είτε θέλει να συσπειρώσει γύρω του τους εθνικιστές για να επικρατήσει στο δημοψήφισμα για τις συνταγματικές αλλαγές, είτε για να στρέψει την προσοχή των πιεσμένων από την επιδεινούμενη οικονομική κατάσταση Τούρκων σε ένα «εξωτερικό εχθρό».
Εν προκειμένω, τον θεωρούμενο από την Τουρκία ως πιο «μαλακό στόχο», αφού σε όλα τα υπόλοιπα μέτωπα οι επιδόσεις των Τούρκων έχουν αποδειχθεί κατώτερες, όχι του αναμενόμενου, αλλά των συνήθων υπερφίαλων, νεοθωμανικού τύπου, διακηρύξεών τους. Έχει λόγους να θεωρεί όμως την Ελλάδα κατ’ αυτό τον τρόπο, όχι μόνο λόγω των αντικειμενικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει η χώρα, αλλά και λόγω της παρελθούσας της συμπεριφοράς, η οποία καταγράφεται διαρκώς δημιουργώντας ένα «ιστορικό συμπεριφορών», το οποίο με τη σειρά του, παίζει ρόλο στην αντίληψη που σχηματίζει ο αντίπαλος, επηρεάζοντας την τελική του απόφαση για το αν θα κινηθεί ή όχι.
Σε στρατηγικούς όρους, αυτό είναι που θα κρίνει εάν θα έχει λειτουργήσει η ελληνική αποτροπή (deterrence) ή θα καταρρεύσει… Είναι βεβαίως μια δυναμική διαδικασία, η οποία υφίσταται συνεχείς μεταβολές, αφού έρχεται η παρούσα ελληνική συμπεριφορά να προστεθεί στα «ιστορικά στοιχεία» και να οδηγήσει σε «αλλοιώσεις» τις παγιωμένες πεποιθήσεις της άλλης πλευράς.
Οι συμπεριφορές αυτές προέρχονται τόσο από τη στρατιωτική όσο και από την πολιτική ηγεσία και μπορεί να αποτελούν αποτύπωση της πραγματικότητας, ή επιχείρηση να δημιουργηθεί μια εικόνα στον αντίπαλο, η οποία για λόγους αποτροπής θα είναι πιο ευνοϊκή για την Ελλάδα από την πραγματική, ή θα μπορούσε να αποτυπώνει τις πραγματικές πεποιθήσεις των κρατούντων, που θα μπορούσαν να αποτυπώνουν ή όχι την πραγματικότητα και αυτό όχι απαραίτητα σκοπίμως.
Τα σκεπτικό αυτό θα μπορούσε να επεκταθεί πολύ, ωστόσο, ο στόχος εδώ είναι να καταδειχθεί η πολυπλοκότητα του φαινομένου και των παραμέτρων που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στους υπολογισμούς της μίας ή της άλλης πλευράς, στην πορεία της απόφασης για την πρόκληση ενός θερμού επεισοδίου από τη μια πλευρά και την αποτροπή του από την άλλη.
Θα μπορούσε κανείς με σχετική ασφάλεια να υποθέσει, ότι το βέλτιστο σενάριο για την Τουρκία είναι ένα θερμό επεισόδιο που θα προκαλούσε, να εξελισσόταν και να ολοκληρωνόταν, χωρίς το ξέσπασμα έστω μιας τοπικής σύγκρουσης για δυο λόγους.
Ο ένας λόγος είναι διότι θα προκαλούνταν παρέμβαση τρίτων, η οποία στην τρέχουσα συγκυρία με τα πολλαπλά μέτωπα της Τουρκίας και τις αντιδράσεις που έχει προκαλέσει η όλη διεθνής παρουσία του Erdogan, θα μπορούσε να θεωρητικά τουλάχιστον να διαφοροποιηθεί σε σχέση με το παρελθόν όπου η συνήθης πρακτική ήταν ο κατευνασμός της «τουρκικής οργής», υποτίθεται για χάρη της ειρήνης, μια πολιτική την οποία εν πολλοίς αποδεχόταν και η Αθήνα, στο πλαίσιο του «λιγότερο κακού» σεναρίου.
Αυτός ο «κατευνασμός» ήταν όμως και ο λόγος της σταδιακής πλήρους αποθράσυνσης της τουρκικής συμπεριφοράς, αφού το μήνυμα που εισέπραττε ήταν ότι η πλέον αποδοτική στρατηγική είναι η διαρκής άσκηση πίεσης που οδηγεί σε ανεπαίσθητες υποχωρήσεις κάθε φορά, φέρνοντας έτσι ολοένα και πιο κοντά το επιθυμητό αποτέλεσμα, την αλλαγή στην πράξη του status quo στο Αιγαίο.
Δυστυχώς, η στάση και η νοοτροπία αυτή δεν φαίνεται να εγκαταλείπεται από συγκεκριμένες πλευρές, όπως αποκάλυψαν άλλωστε οι δηλώσεις του πρώην πρωθυπουργού, Κώστα Σημίτη, ο οποίος ακόμα και 21 χρόνια αργότερα, θεωρεί πως όλα τα έκανε σωστά στη διαχείριση της κρίσης αυτής, διατυμπανίζοντας προς κάθε κατεύθυνση τον στρατηγικό του αναλφαβητισμό, θεωρώντας ότι η «κουβέντα» από μόνη της αρκεί για να αποφύγει η Ελλάδα πολεμικές περιπέτειες.
Από τη στιγμή κατά την οποία η ελληνική πλευρά θα δώσει την εντύπωση εγκατάλειψης της στρατιωτικής αποτροπής ποντάροντας αφελώς, ότι στο διηνεκές τη λύση θα τη δίνουν οι όποιες διεθνείς συμμαχίες της χώρας και η συζήτηση, θα έχει ξεκινήσει η αντίστροφη μέτρηση της τελικής φάσης για την επίτευξη του τουρκικού στρατηγικού στόχου.
Στη διαδικασία του δούνε και λαβείν, σε τραπέζια διαπραγματεύσεων όπου δεν θα κάθεται καν Έλληνας αντιπρόσωπος, οι τουρκικές επιδιώξεις στο Αιγαίο θα «προσφερθούν» ως αντάλλαγμα για την απόσπαση κάτι άλλου σε κάποια άλλη περιοχή. Και η Ελλάδα δεν θα διαθέτει τρόπο να αποτρέψει την εξέλιξη.
Οι εξελίξεις στη Συρία και η προοπτική ανάδυσης κουρδικού κράτους, οι τουρκικές ήττες σε συνδυασμό να κρατηθεί η Τουρκία στο «δυτικό στρατόπεδο», θα έπρεπε να μας ανησυχούν αναφορικά με την πιθανότητα να βρεθούμε αίφνης αντιμέτωποι με καταστάσεις όπως αυτές που προδιαγράφει η προηγούμενη παράγραφος.
Άρα, υπάρχει η λογική που προτάσσει τις αντιδράσεις που έχει προκαλέσει διεθνώς ο Erdogan, υπάρχει και η «παραδοσιακή» που προτάσσει τον διαρκή κατευνασμό της Τουρκίας, ακόμα και από τους ισχυρούς. Και σε αυτό το σημείο περνάμε στον δεύτερο λόγος που η Τουρκία δεν θα επιθυμούσε το ξέσπασμα τοπικής σύγκρουσης, σε περίπτωση θερμού επεισοδίου.
Αυτός είναι διότι οι επιχειρησιακές δυνατότητες των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων εξακολουθούν να είναι σημαντικές, ενώ σε κάποιους τομείς θα μπορούσαν να παράξουν αποτελέσματα που θα έφερναν το εντελώς αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που θα επεδίωκε η Τουρκία σε περίπτωση που θα επέλεγε την πρόκληση ενός «hot incident».
Και όταν στη θέση του υπουργού Εθνικής Άμυνας κάθεται ένα πρόσωπο το οποίο θεωρείται από την τουρκική πλευρά ως «παρορμητικό» (και μια σειρά άλλους όχι ιδιαίτερα κολακευτικούς χαρακτηρισμούς), με δεδομένη προσωπική πορεία, η πιθανότητα στρατιωτικής απάντησης κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της κρίσης, μεγαλώνει δραματικά.
Όσο κι αν μοιάζει περίεργο, με την «παράλογη λογική» της στρατηγικής, την τρέχουσα συγκυρία, είναι πιθανό ο Πάνος Καμμένος να «παράγει αποτροπή», με σκόπιμη / προσχεδιασμένη ρητορική ή απλώς με το να αφήνεται… να είναι ο εαυτός του, πολύ περισσότερο από «νηφάλιους και ψύχραιμους» πολιτικούς.
Διότι επιχειρώντας να δούμε την κατάσταση που διαμορφώνεται με «τουρκικά γυαλιά», όταν ένας που τον θεωρείς περίπου «τρελό» και πιστεύεις – ενδεχομένως εύσχημα – ότι κατά βάθος ζει και αναπνέει για να δώσει κάποια στιγμή εντολή βύθισης τουρκικών πλοίων και κατάρριψης τουρκικών μαχητικών, σε απειλεί με στρατιωτικά αντίμετρα, τείνεις να τον πιστέψεις πολύ περισσότερο από ότι έναν… γνωστικό που θα προβεί σε δηλώσεις περί της ετοιμότητας και της αποφασιστικότητας των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων!
Εάν αυτό είναι το τείχος αποτροπής που επιχειρεί να ορθώσει η ελληνική πλευρά, κάποιες εξελίξεις οι οποίες σε πρώτη ανάγνωση μπορεί να μην είναι και πολύ σχετιζόμενες, ίσως και να αποτελούν τον πιο ισχυρό παράγοντα που υποδεικνύει την «επίδειξη αυτοσυγκράτησης» από την πλευρά της Τουρκίας.
Η προ ετών σύλληψη Τουρκο-Ιρανού επιχειρηματία (έμπορος χρυσού) στις ΗΠΑ με την κατηγορία της παραβίασης του καθεστώτος των κυρώσεων που είχαν επιβληθείς σε βάρος του Ιράν, εξ αρχής φαινόταν ότι πλησίαζε επικίνδυνα το περιβάλλον του Τούρκου προέδρου Erdogan.
Η εξέλιξη αυτή «συμπληρώθηκε» πριν από λίγες μέρες με τη σύλληψη του αντιπροέδρου της τουρκικής τράπεζας Halkbank, τον οποίο επίσης πληροφορίες θέλουν να εμπλέκεται στη υπόθεση και πέραν της παραβίασης των κυρώσεων αντιμετωπίζει τη βαρύτατη κατηγορία της τραπεζικής απάτης.
Η σοβαρότητα του θέματος υπογραμμίστηκε από το γεγονός των επισήμων δηλώσεων από την πλευρά υψηλόβαθμων Τούρκων αξιωματούχων, ότι στην πραγματικότητα αποτελούσε «πολιτική ενέργεια» και την έγερση του θέματος στις συνομιλίες του Αμερικανού υπουργού Rex Tillerson στην Άγκυρα με την ανώτατη πολιτική και πολιτειακή ηγεσία της Τουρκίας.
Οι υποψίες που διατυπώνονται για το ενδεχόμενο οι συλλήψεις να υποκρύπτουν την προσπάθεια σύνδεσης της οικογένειας Erdogan με σοβαρές υποθέσεις διαφθοράς, κάτι που θα επέτρεπε στις ΗΠΑ να ασκήσουν αποτελεσματική πίεση για τη «ρύθμιση» της περιφερειακής συμπεριφοράς της Τουρκίας, εάν ισχύουν, ίσως αποτελούν τον ισχυρότερο αποτρεπτικό παράγοντα για τη λήψη απόφασης πρόκλησης θερμού επεισοδίου σε αυτή τη συγκυρία.
Καταληκτικά, την απόφαση πρόκλησης ή μη θερμού επεισοδίου στο Αιγαίο, θα την καθορίσει η αξιοπιστία και η ισχύς ενός πλέγματος αποτρεπτικών παραγόντων, εσωτερικής (ελληνικής) ή εξωτερικής (διεθνούς) προέλευσης και ο τρόπος αντίληψης και αξιολόγησης αυτών των αποτρεπτικών μηνυμάτων από τη πλευρά της τουρκικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας.
Την ίδια στιγμή, όποιος στην Ελλάδα θεωρεί ότι η χώρα έχει το παραμικρό περιθώριο να εγκαταλείψει τη στρατιωτική διάσταση της αποτροπής, είναι είτε εγκληματικά αφελής και στρατηγικά αναλφάβητος, είτε υποκινούμενος. Ωστόσο, τρεις παρατηρήσεις θα πρέπει να κρατήσουμε όλοι καλά στο μυαλό μας.
Η πρώτη είναι, ότι η ενδεχομένως ευνοϊκή γεωστρατηγική συγκυρία δεν θα πρέπει να μας παρασύρει. Ας μην ξεχνάμε πως πλήρωσε το 1974 ο Ελληνισμός πεποιθήσεις ορισμένων – εγκληματικά αφελών όπως αποδείχτηκε – οι οποίοι θεωρούσαν ότι αποτελούσαν προνομιακούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών. Η χειραγώγησή τους οδήγησε σε εθνική τραγωδία.
Η δεύτερη, ας μη θεωρήσουμε ότι η ολοκλήρωση του δημοψηφίσματος στην Τουρκία θα σημάνει και το «πέρας συναγερμού» για το ενδεχόμενο θερμού επεισοδίου, καθώς η συγκυρία αυτή, απλώς προσφέρει μερικά επιπρόσθετα επιχειρήματα που επιβάλουν επαγρύπνηση, ενώ κατά τα άλλα η στρατηγική δεκαετιών της Άγκυρας θα μείνει αναλλοίωτη, κι εάν υπάρξει περιθώριο, θα κλιμακωθεί.
Και η τρίτη, ο υπέρτατος εθνικός στόχος θα πρέπει να είναι η υπέρβαση της οικονομικής κρίσης, διότι αφενός ο χρόνος κυλά σε βάτος μας και αφετέρου, η διαιώνιση αυτής της κατάστασης με δήθεν διαπραγματεύσεις για την προάσπιση των δικαιωμάτων του οποιουδήποτε, αποτελεί εθνική αυτοκτονία, δυσφημώντας τη χώρα εκτός από τους πολιτικούς της, το οποίο σε απόλυτες τιμές θα μπορούσε να είναι και αδιάφορο.
Στο πλαίσιο μιας σοβαρής εθνικής στρατηγικής για έξοδο από την κρίση, θα πρέπει όλοι να αντιληφθούν ξεπερνώντας ιδεοληψίες και στερεότυπα, ότι οι εξοπλιστικές δαπάνες και η αμυντική βιομηχανία, δεν είναι τίποτα παραπάνω από έναν ακόμα τομέα της οικονομίας που προσθέτει στο ΑΕΠ της χώρας.
Άλλοι με πανόμοια χαρακτηριστικά με την Ελλάδα όσον αφορά την απειλή που αντιμετώπιζαν, μετέτρεψαν αυτό που δεν μπορούσαν να αποφύγουν -τους εξοπλισμούς- σε ατμομηχανή ανάπτυξης. Τα μισά ή και λιγότερα να κάναμε, τα αποτελέσματα θα ήταν θεαματικά.
*Ο Ζαχαρίας Μίχας είναι Διευθυντής Μελετών στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας (ISDA/ΙΑΑΑ).
liberal.gr