Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Οι προκλήσεις εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας του νέου Γάλλου Προέδρου

Οι προκλήσεις εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας του νέου Γάλλου Προέδρου
Του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου*
Μία εβδομάδα μετά την εκλογική του νίκη του ο 39χρονος Emmanuel Macron είναι από χθες με μία μεγαλοπρεπή τελετή και επίσημα ο 8ος  Πρόεδρος της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας. Οι πανευρωπαϊκοί  πανηγυρισμοί, που σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα ήταν υπερβολικοί, δίνουν πλέον την θέση τους σε ερωτήματα και εκτιμήσεις που αφορούν στον τρόπο  με τον οποίο ο νέος Γάλλος Πρόεδρος θα αντιμετωπίσει ένα μεγάλο εύρος «προκλήσεων» με πρωτεύουσα θέση τα θέματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας.

Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της ευρωπαϊκής αλλά και της παγκόσμιας κοινότητας για το πώς θα πορευτεί στα θέματα αυτά η Γαλλία υπό τον ομολογουμένως άπειρο πολιτικά Macron, προκαλείται από δύο βασικούς παράγοντες. Ο πρώτος είναι ότι στην Γαλλική Δημοκρατία, ο Πρόεδρος είναι πανίσχυρος καθόσον συγκεντρώνει συνταγματικά ευρείες και σημαντικές αρμοδιότητες και για αυτό οι ίδιοι Γάλλοι συνηθίζουν να τον αποκαλούν «εκλεγμένο μονάρχη» (έστω και αν ο χαρακτηρισμός πάει πίσω στον Ναπολέοντα Γ’).  Αναμφίβολα είναι και ο κατ’ εξοχήν διαμορφωτής της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Ο δεύτερος όμως είναι πολυσύνθετος. Η Γαλλία ως χώρα παρουσιάζει παγκόσμιο «ειδικό βάρος» καθόσον είναι Μόνιμο Μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Η στρατιωτική ισχύς της είναι σημαντική διότι όχι μόνο είναι μία σημαντική πυρηνική δύναμη, αλλά διατηρεί ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις με αδιαμφισβήτητες εκστρατευτικές δυνατότητες. Παράλληλα έχει αναπτύξει μία ισχυρή αμυντική βιομηχανία καλύπτοντας όχι μόνο τις δικές της ανάγκες αλλά και πολλών άλλων χωρών στο εξωτερικό καθιστώντας την μία από τις κύριες εξαγωγικές δυνάμεις σε εξοπλισμούς. Τέλος σε πολιτιστικό επίπεδο με όχημα την γαλλική γλώσσα, ηγείται του Διεθνούς  Οργανισμού  Γαλλοφωνίας  (Organisation internationale de la Francophonie) στον οποίο μέλος είναι και η Ελλάδα από το 2006 διασφαλίζοντας και ανάλογη πολιτική επιρροή.
Διερμηνεύοντας την αγαπημένη του «ατάκα», ότι το μέλλον της Γαλλίας είναι Ευρωπαϊκό θα πρέπει να περιμένουμε από πλευράς του νέου Γάλλου Προέδρου την αναζωογόνηση αλλά κυρίως την εξισορρόπηση της γαλλογερμανικής στρατηγικής εταιρικής σχέσης που δυστυχώς εδώ και μία 10ετία είχε γίνει ετεροβαρής. Ο πολιτικός πραγματισμός αλλά και η σχετική οικονομική υστέρηση της Γαλλίας οδηγεί τον Macron αναγκαστικά σε συνεργασία με τη Γερμανία και φυσικά την ίδια την Καγκελάριο Angela Merkel. Το αν κυριαρχεί στην ΕΕ η Γερμανία οφείλεται στην σχετική αδιαφορία του Ηνωμένου Βασιλείου που πάντα ήταν «όχι πολύ μέσα, όχι και έξω» και την πολιτικοοικονομική υστέρηση της Γαλλίας. Επομένως βρίσκοντας το σωστό αλλά και σταθερό βηματισμό η Γαλλία με μία νέα ισοβαρή σχέση Παρισιού-Βερολίνου θα μπορεί να έχει το ρόλο που πολλές άλλες ευρωπαϊκές  χώρες θα επιθυμούσαν και να οδηγήσει σε μία εμβάθυνση και θεσμική επανεκκίνηση της ΕΕ που χαρακτηρίζεται πλέον ως «πολυτραυματίας» από τις πολλαπλές κρίσεις που αντιμετωπίζει. Το γεγονός ότι ο Macron διόρισε χθες αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ως  Διπλωματικό του  Σύμβουλο τον Philippe Étienne, πρώην Πρέσβη της Γαλλίας στο Βερολίνο και για χρόνια επικεφαλής της Γαλλικής Μόνιμης Αντιπροσωπείας στην ΕΕ, επιβεβαιώνει πόσο κρίσιμο είναι για τον Γάλλο Πρόεδρο το πεδίο αυτό.
Παραδοσιακά η Γαλλία ηγείται της προσπάθειας για την ενίσχυση της Κοινής Πολιτικής Άμυνας και Ασφάλειας (ΚΠΑΑ) της ΕΕ και της δυνατότητας αυτόνομης ενέργειας, κάτι στο οποίο συμφωνούν εκτός από τη Γερμανία και τα περισσότερα κράτη-μέλη της Ένωσης. Σύμφωνα με το πρόγραμμά του και σε αυτό το πεδίο ο Macron εκτιμάται ότι θα δώσει βάρος, χωρίς βέβαια από την άλλη πλευρά να υποβαθμίσει τον ρόλο του ΝΑΤΟ ως συλλογικό όργανο της Ευρωατλαντικής Άμυνας και Ασφάλειας. Σε μία μάλιστα υψηλού συμβολισμού κίνηση μέχρι το τέλος της εβδομάδας θα επισκεφτεί τα Γαλλικά Στρατεύματα στο Μάλι όπου ενεργούν σε αποστολή της ΕΕ. Ο νέος Πρόεδρος έχει πειστεί για την ανάγκη μιας ουσιαστικότερης στρατιωτικής συνεργασίας σε επιχειρησιακό επίπεδο ενώ θεωρεί αναγκαία την σύσταση ενός πολιτικοστρατιωτικού «Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ασφαλείας». Μετά και την επανένταξη της στην ενοποιημένη Στρατιωτική Δομή του ΝΑΤΟ το 2008 (είχε αποχωρήσει το 1966) η Γαλλία προσφέρει σημαντικές δυνατότητες στην Συμμαχία και αυτό δεν πρόκειται κατά την εκτίμηση μας να αλλάξει παραμένοντας βέβαια με τις γνωστές επιφυλάξεις της.
Ενδιαφέρον βέβαια παρουσιάζουν οι αμερικανογαλλικές σχέσεις από τη στιγμή που κάποιες από τις γνωστές υπεραπλουστευμένες δηλώσεις Trump για την μετανάστευση των μουσουλμάνων θεωρήθηκαν ως μία έμμεση στήριξη της Le Pen. Ο πολιτικός ρεαλισμός όμως επιβάλει την σε πολλά επίπεδα διμερή συνεργασία ΗΠΑ-Γαλλίας με επίκεντρο την οικονομία αλλά κυρίως τον αγώνα κατά της τρομοκρατίας. Ενώ φαίνεται ότι οι ΗΠΑ έχουν τη στήριξη της Γαλλίας στο ζήτημα της Βόρειας Κορέας, στο θέμα της αντιμετώπισης του Ιράν υπάρχει σημαντική απόκλιση όπως όμως και με άλλες χώρες της ΕΕ. Είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες την 25η Μαΐου, η οποία θα είναι και η πρώτη και των δύο νεοεκλεγέντων Προέδρων, θα υπάρξει ευκαιρία για μία πρώτη συνάντηση και ανταλλαγή απόψεων για τα παγκόσμια θέματα ενώ θα ακολουθήσει αμέσως μετά και η συνάντηση τους στην Σύνοδο G7.
Εκεί όμως που εκτιμάται ότι θα δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα και σε διεθνές επίπεδο είναι στο βασανιστικό ζήτημα της τρομοκρατίας από την οποία έχει πληγεί ιδιαίτερα και πολλαπλώς η Γαλλία, κάτι που θα προσπαθήσει βέβαια να το «προσφέρει» και για εσωτερική κατανάλωση. Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα δηλώσεις ο Macron φιλοδοξεί να ωθήσει περαιτέρω την συνεργασία μεταξύ των ευρωπαϊκών αλλά και άλλων χωρών, όχι μόνο σε διμερές επίπεδο αλλά χρησιμοποιώντας ως πλατφόρμα την ΕΕ και το ΝΑΤΟ σε καθαρά υποστηρικτικό ρόλο έχοντας συμπαραστάτη και την Καγκελάριο Merkel.
Στα θέματα που επηρεάζουν άμεσα τα ελληνικά συμφέροντα θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο Macron έχει δείξει ως ΥΠΟΙΚ έμπρακτα κατανόηση για την ελληνική οικονομική κρίση αλλά δεν γνωρίζουμε αν τα γαλλικά συμφέροντα θα τον κάνουν να δείξει κατανόηση ή υποστήριξη και στα προβλήματα ασφαλείας της Ελλάδος λόγω της συνεχιζόμενης τουρκικής επιθετικότητας. Σε κάθε περίπτωση δεν βλέπουμε να διαφοροποιείται η θέση της Γαλλίας προς την Τουρκία παρά το γεγονός ότι στενοί του συνεργάτες έχουν επισημάνει ότι δεν μπορεί να συνεχιστεί η ένταση μεταξύ ΕΕ και Τουρκίας. Οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην «Ερντογανοκρατία» και η στάση της Τουρκίας στην συριακή κρίση θα διατηρήσει τη Γαλλία επιφυλακτική σε οποιοδήποτε άνοιγμα προς την γειτονική μας χώρα. Η κατάθεση στεφάνου από τον Macron στο μνημείο της Αρμενικής Γενοκτονίας στο Παρίσι αμέσως μετά τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών δεν ήταν μόνο μία ενέργεια για να ικανοποιήσει την μεγάλη αρμενική κοινότητα της Γαλλίας, αλλά για να περάσει και ένα αντίστοιχο μήνυμα στην Τουρκία. Η Γαλλία παραδοσιακά σε λεκτικό επίπεδο τουλάχιστον υποστηρίζει την επανένωση της Κύπρου και την ακολουθούμενη διαδικασία του ΟΗΕ και αυτό δεν φαίνεται ότι θα αλλάξει με τον νέο Πρόεδρο. Επειδή όμως οι πολιτικές καθορίζονται από τα συμφέροντα επισημαίνεται ότι ο γαλλικός κολοσσός που λέγεται Total έχει ήδη σύμβαση για έρευνες στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της Κυπριακής Δημοκρατίας και το Γαλλικό Κράτος όπως συνήθως κάνει σε αυτές τις περιπτώσεις θα «είναι δίπλα»!
Συμπερασματικά κρίνεται μάλλον αφελές να θεωρείται ότι  ο Macron θα ακολουθήσει μία εξωτερική πολιτική που θα ακούει «στα κελεύσματα της Γερμανίας». Η Γαλλία έχει διαμορφώσει εδώ και δεκαετίας τόσο από τον De Gaulle όσο και από τον Mitterand μία ξεχωριστή  πολιτική στο διεθνές πεδίο που εξυπηρετεί πρωτίστως τα γαλλικά συμφέροντα και αυτό δεν θα αλλάξει. Στην Ελλάδα συμφέρει για πολλούς λόγους να υπάρχει μία ισχυρή Γαλλία με επιρροή τόσο σε Ευρωπαϊκό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο.
* Ο Αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Λουκόπουλος είναι συντονιστής - υπεύθυνος για τα θέματα Άμυνας και Διπλωματίας στο liberal.gr. Είναι απόφοιτος της ΣΕΘΑ και έχει περατώσει Στρατηγικές Σπουδές Ασφαλείας. Διατέλεσε εκπρόσωπος Τύπου του Α/ΓΕΕΘΑ, διευθυντής Διεθνών Σχέσεων στο ΥΕΘΑ/ΓΓΟΣΑΕ, και υπηρέτησε σε διοικητικές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα και στο ΝΑΤΟ.