Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

Δεν επιτρέπονται αυταπάτες στην πρόσωπο με πρόσωπο διπλωματία

Δεν επιτρέπονται αυταπάτες στην πρόσωπο με πρόσωπο διπλωματία
Των Δημήτρη Τσαϊλά και Αλέξανδρου Δρίβα*
Αναμφισβήτητα η κατά πρόσωπο αλληλεπίδραση στη διπλωματία βοηθά στην ανάγνωση των προθέσεων των ηγετών των άλλων κρατών πολύ καλύτερα. Όμως, μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις ιδιαίτερα στην εξωτερική πολιτική είναι η δυνατότητα τις ανάλυσης και εκτίμησης με σκοπό να υπολογίζει ο όποιος συνομιλητής  τις προθέσεις τις άλλης  χώρας, ειδικά όταν εκείνοι έχουν τις στρατιωτικές δυνατότητες να βλάψουν το κράτος μας.
Αυτό είναι το κλασικό « δίλημμα ασφαλείας » στη διεθνή πολιτική.
Χωρίς αυταπάτες,  γνωρίζουμε, όπως άλλωστε έχει περιγράψει ο Θουκυδίδης, ότι ο φόβος και η έλλειψη εμπιστοσύνης οδηγούν σε αναπόφευκτες συγκρούσεις. Οι πολιτικοί, οι διπλωμάτες, οι στρατιωτικοί  και γενικά οι φορείς χάραξης πολιτικής έχουν από καιρό αντιληφθεί ότι δεν υπάρχει συνταγή για να διαπραγματευτείς σωστά με ένα σύμμαχο ή αντίπαλο παρά μόνο να έχεις μετρήσει και αναλύσει τις προθέσεις του. Αυτό είναι που ονομάζουμε εχθρογνωσία.
Αυτές οι αλληλεπιδράσεις μπορούν να ενισχύσουν την αντίληψη ειλικρίνειας και την αξιοπιστία ενός ηγέτη. Υποστηρίζω ότι οι ηγέτες χρησιμοποιούν τις συναντήσεις  για να αποκτήσουν πληροφορίες ή και εντυπώσεις για την ειλικρίνεια των άλλων ηγετών που είναι δύσκολο να εξακριβωθούν με άλλα μέσα. Οι ηγέτες αντλούν από «ζωντανούς δείκτες», όπως τις εκφράσεις του προσώπου, τη γλώσσα του σώματος και άλλες συμπεριφορές συμπεράσματα για τη πραγματική πρόθεση του άλλου μέρους.
Απομένει να δούμε τι θα αποφέρουν οι συναντήσεις του Έλληνα πρωθυπουργού με τον Τούρκο πρόεδρο. Το επικείμενο ταξίδι του κ. Τσίπρα στη Τουρκία προσφέρει μια σημαντική ευκαιρία για να ενισχύσει την αξιοπιστία του, να αποδείξει την ειλικρίνεια του και να αρχίσει την οικοδόμηση εμπιστοσύνης, πρόσωπο με πρόσωπο με τον Ερντογάν, αρκεί να αποφύγει τις αυταπάτες και να ενημερωθεί πλήρως για τα ελληνοτουρκικά.
Κάποιος κριτής που ανήκει σε ακόμη πιο ρεαλιστικές σχολές σκέψεις, σωστά θα πει πως το τελευταίο που μας ενδιαφέρει είναι η ανάλυση σημάτων. Παρόλα αυτά, μην ξεχνάμε πως το αποτυχημένο tweet του Έλληνα πρωθυπουργού (αποτυχημένο διότι το διέγραψε λίγο αργότερα) στον Κύριο Νταβούτογλου μετά την κατάρριψη του ρωσικού Su-24, έδειξε την κουλτούρα της ελληνικής πολιτικής (έστω, μέρους αυτής) την οποία ασπάζονται αρκετοί, σε κάθε πολιτικό χώρο.

Ο φόβος οφείλει να διακρίνεται από τον σεβασμό. Ο Άγγλος διπλωμάτης και θεωρητικός, Nicolson, στο «Εγχειρίδιο του Συνετού Διπλωμάτη», έχει γράψει πολύ ορθά το ακόλουθο: «Σε μια διαπραγμάτευση (...) η μία πλευρά σέβεται την άλλη καθώς γνωρίζει πως ό,τι διεκδικεί η ίδια (σ.σ συμφέροντα και ισχύ) το διεκδικεί και η άλλη.». Ο σεβασμός της διεκδίκησης των συμφερόντων, πρέπει να διαχωριστεί από τον φόβο. Η ελληνική στρατηγική κουλτούρα, πάσχει από φοβικό σύνδρομο το οποίο δεν περιορίζεται μόνο στα ελληνοτουρκικά. Απόρροια της υιοθέτησης αυτού του συνδρόμου, είναι η ελλιπής δράση της χώρας μας πάνω στη δημιουργία πρωτοβουλιών (περιφερειακές πρωτοβουλίες) και στη συνεχή χρήση του Διεθνούς Δικαίου για την προστασία των συμφερόντων μας.
Η διεθνής νομιμότητα ύστερα από την δημιουργία του Κοσόβου και την προσάρτηση της Κριμαίας, (μη μιλήσουμε για την Κύπρο και την παράνομη εισβολή των Τούρκων) είναι πολύ ρευστή και πολλαπλώς ερμηνεύσιμη ώστε η επίκληση σε αυτήν, να μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστη. Κατά τη γνώμη των γραφόντων, ο Έλληνας πρωθυπουργός οφείλει να έχει στο νου του πως ο στόχος της ελληνικής πλευράς στα ελληνοτουρκικά, είναι η πλήρης εξομάλυνση των σχέσεων με την Τουρκία, (έστω και αν πρόκειται περισσότερο για έναν ευκταίο, παρά για έναν εφικτό στόχο) όμως αυτή η εξομάλυνση δεν πάυει –εν πολλοίς- να βαδίζει στο τεντωμένο σχοινί του μηδενικού αθροίσματος. Οι εδαφικές διεκδικήσεις αναλύονται –καλώς ή κακώς- πολύ καλύτερα υπο το πρίσμα του ψυχρού παιγνίου μηδενικού αθροίσματος. Επομένως, η εξομάλυνση αυτή οφείλει να έχει θετικό πρόσημο για την Ελλάδα καθώς η Ελλάδα είναι η συντηρητική δύναμη και η Τουρκία η αναθεωρητική.
Η αλλαγή στρατηγικής κουλτούρας, δεν είναι εύκολη για την Ελλάδα. Ο λόγος είναι πως από την φρίκη της Μικρασιατικής Καταστροφής και μετά, κατηγόρησε κάθε «μεγάλη ιδέα» και όχι τους τρόπους-μέσα υλοποίησης. Δε φταίνε τα οράματα, φταίνε οι άνθρωποι που τα διαχειρίζονται. Αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ελλάδα επαναπαύτηκε σε διεθνείς θεσμούς και θεώρησε λανθασμένα, ότι η εξωτερική της πολιτική μπήκε στον αυτόματο πιλότο. Αυτή η θέση πολλών ανθρώπων που ασχολούνται με την εξωτερική πολιτική, έρχεται σε σύγκρουση με τη φύση της διεθνούς πολιτικής η οποία είναι άναρχη και εξόχως ανταγωνιστική. Η προσοχή σε ζητήματα στρατηγικής επικοινωνίας και η αποστολή ισχυρών εικόνων-συμβόλων (όχι ακραίων) αποτελεί τη μαγιά μιας σταδιακής αλλαγής στην κουλτούρα του αδυνάτου, που έχουμε υιοθετήσει.

Η ισορροπία ισχύος (σε ποσοτικά μεγέθη) έχει ανοίξει υπέρ της Τουρκίας όμως μην ξεχνάμε πως τα ελληνοτουρκικά, τίθενται σε ένα περιφερειακό πλαίσιο το οποίο δε διάκειται φιλικά απέναντι στην Άγκυρα που βαδίζει ολοταχώς στο να μετατραπεί σε «Τεχεράνη Νο2». Μια υπόμνηση θετική για την Ελλάδα, προς την Τουρκία, είναι πως η Ελλάδα είναι η χώρα με την οποία η Τουρκία έχει συμφέρον να βελτιώσει τις σχέσεις της για λόγους επιδείνωσης των σχέσεων της Τουρκίας με όλους τους άλλους περιφερειακούς δρώντες αλλά και τη σταδιακά επιδεινούμενη σχέση μεταξύ Άγκυρας και Ε.Ε.

*Ο Δημήτρης Τσαϊλάς είναι Υπονάυαραχος ε.α. και ο Αλέξανδρος Δρίβας είναι υποψήφιος Δρ Διεθνών Σχέσεων, Συντονιστής της Ομάδας Ανατολικής Μεσογείου στο ΤΟ.ΡΕ.ΝΕ..

liberal.gr