Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

Γιατί ο Τραμπ βομβάρδισε τη Σαϊράτ;

JPEG - 22 ko
Τιερί Μεϊσάν
Αντίθετα με τα φαινόμενα, η κυβέρνηση των ΗΠΑ, μακριά από το να συμπεριφέρεται αλλοπρόσαλλα, προσπαθεί να σταθεροποιήσει το πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής της. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με έναν εκπρόσωπο του βαθέως Κράτους το οποίο κυβερνά τη χώρα του από τις 11 Σεπτεμβρίου 2001. Φαίνεται ότι βρήκαν το πλαίσιο μιας
συμφωνίας, της οποίας οι λεπτομέρειες παραμένουν ασαφείς. Μέλη της κυβέρνησης αναμένεται να αποσαφηνίσουν τη νέα εξωτερική πολιτική του Λευκού Οίκου στα τέλη Μαΐου ενώπιον μιας επιτροπής του Κογκρέσου.


Κατά τη διάρκεια της βομβιστικής επίθεσης κατά της Σαϊράτ, είχα παρατηρήσει ότι δεν ήταν παρά μόνο κινητική χειρονομία και ότι ο υπουργός εξωτερικών είχε χρησιμοποιήσει αυτή την επίθεση για να ασκήσει πίεση στους ευρωπαίους συμμάχους του και να αναγκάσει τους πραγματικούς διοργανωτές αυτού του πολέμου, ήτοι το Ηνωμένο Βασίλειο, να αποκαλυφθεί. Ωστόσο, γνωρίζουμε λίγο περισσότερα σήμερα.

Ο πρόεδρος Τραμπ, ο οποίος πρέπει να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα τόσο την αντιπολίτευση της άρχουσας τάξης της χώρας του όσο και αυτή του βαθιού Κράτους των ΗΠΑ, να χρησιμοποιήσει αυτή την επίθεση για να «αποκαταστήσει την αξιοπιστία» (sic) του Λευκού Οίκου . 

Ο πρόεδρος Ομπάμα, είχε κατηγορήσει τη Συρία το καλοκαίρι του 2013, ότι είχε χρησιμοποιήσει αέρια μάχης στη Γκόυτα (Δαμασκός) και ως εκ τούτου είχε διασχίσει μια «κόκκινη γραμμή». Αλλά δεν έδωσε καμία συνέπεια και προστατεύτηκε πίσω από το Κογκρέσο να μην κάνει τίποτα. Η αδυναμία του ήταν ακόμα πιο ορατή γιατί , σύμφωνα με την κήρυξη πολέμου του 2003 (το «Syrian Accountability Act »), είχε όλη την εξουσία για να βομβαρδίσει τη Συρία χωρίς νέα έγκριση από το Κογκρέσο. 

Κατηγορώντας τη Συρία με τη σειρά του ότι χρησιμοποίησε δηλητηριώδη αέρια, αυτή τη φορά στο Χαν Σεϊχούν και βομβαρδίζοντας το αμέσως, ο Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να έδειξε την «αξιοπιστία» που έλειπε από τον προκάτοχό του. 
Γνωρίζοντας ότι ούτε στη Γκούτα ούτε στο Χαν Σεϊχούν, η Συρία δεν ήταν ένοχη, κατάφερε να ενημερώσει εκ των προτέρων το Συριακό Αραβικό στρατό ο οποιος μπορούσε και εκκένωσε τη βάση πριν από την αεροπορική επιδρομή. 

Μετά απ αυτό, άρχισε διαπραγματεύσεις με το βαθύ Κράτος των ΗΠΑ, τουλάχιστον με έναν από τους εκπρόσωπος του, τον γερουσιαστή Τζον Μακέιν. Ένας εκπρόσωπος του Ισραήλ, ο γερουσιαστής Lindsey Graham, παρακολούθησε τις συζητήσεις. 

Οι Ευρωπαίοι θα είναι προφανώς έκπληκτοι να μάθουν ότι ο Ντόναλντ Τραμπ συμπεριφέρθηκε ως «Πολέμαρχο» ως πρόεδρο ενός κράτους μέλους του ΟΗΕ. Πρέπει να έχουμε κατά νου το ιδιαίτερο πλαίσιο των ΗΠΑ, όπου το βαθύ κράτος αποτελείται καταρχάς από στρατιωτικούς και παρεμπιπτόντως από πολιτικούς. 

Σύμφωνα με τις πληροφορίες μας, φαίνεται ότι ο πρόεδρος Τραμπ έχει συμφωνήσει να παραιτηθεί -για την ώρα- από τη διάλυση του ΝΑΤΟ και της πολιτικής πτυχής του, της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η απόφαση αυτή σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον συνεχίζει να θεωρεί -ή προσποιείται ότι θεωρεί- ότι η Ρωσία είναι ο κύριος εχθρός της. Από τη πλευρά του, το βαθύ κράτος φέρεται να έχει συμφωνήσει να εγκαταλείψει την υποστήριξη των τζιχαντιστών και να συνεχίσει το βρετανικό σχέδιο των «Αραβικών Ανοίξεων». 

Για να σφραγίσει αυτή τη συμφωνία, δύο νεοσυντηρητικές προσωπικότητες φέρονται ότι θα εισέλθουν προσεχώς στη διοίκηση Τραμπ και θα οδηγήσουν την ευρωπαϊκή πολιτική:


  • ·        Ο Kurt Volker, διευθυντής του Ινστιτούτου Μακέιν (Arizona State University) φέρεται ότι θα διοριστεί διευθυντής του γραφείου Ευρασίας στο υπουργείο Εξωτερικών. Ο Volker, πρώην στρατιωτικός δικαστής, ήταν πρεσβευτής του προέδρου Μπους Τζούνιορ στο ΝΑΤΟ κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Γεωργία (Αύγουστος 2008).
  • ·        Ενώ ο Tom Goffus, ένας από τους βοηθούς του Μακέιν στην Επιτροπή Ενόπλων Δυνάμεων της Γερουσίας, φέρεται ότι θα διοριστεί αναπληρωτής υφυπουργός του υπουργού  Άμυνας για την Ευρώπη και το ΝΑΤΟ. Ο Goffus είναι αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας ο οποίος κατείχε προηγουμένως τέτοια θέση υπό την Χίλαρι Κλίντον και το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας.
Όσον αφορά τη Συρία, η συμφωνία αυτή, αν επικυρωθεί και από τα δύο μέρη, θα πρέπει να σηματοδοτήσει το τέλος του πολέμου των ΗΠΑ κατά της Αραβικής Δημοκρατίας της Συρίας, πόλεμος που αναμένεται να συνεχιστεί με πρωτοβουλία του Ηνωμένου Βασιλείου και του Ισραήλ, με τους συμμάχους τους (Γερμανία, Σαουδική Αραβία, Γαλλία, Τουρκία, κλπ).
Σταδιακά, οι λεγόμενοι «Φίλοι της Συρίας», στους οποίους συμμετείχαν 130 χώρες και διεθνείς οργανισμούς το 2012, μειώνονται. Δεν είναι παρά μόνο 10 σήμερα