Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Η Τουρκία και η Ρωσία συγκλίνουν για τους πυραύλους S-400

Η φιλία των δύο χωρών θα πρέπει να ανησυχεί το NATO
Η προσπάθεια εξεύρεσης κοινών θέσεων σχετικά με τη Συρία κυριάρχησε στις συνομιλίες της 3ης Μαΐου μεταξύ του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και του Βλαντιμίρ Πούτιν.
Ωστόσο, η συνάντηση μεταξύ των προέδρων της Τουρκίας και της Ρωσίας αφορούσε και ένα άλλο θέμα που ενδιαφέρει τους συμμάχους της Τουρκίας στο NATO. Κατ' αρχήν συμφωνήθηκε η πώληση από τη Ρωσία στην Τουρκία του ισχυρού συστήματος αντιαεροπορικής άμυνας μακράς εμβέλειας S-400. Απομένει ακόμη να συμφωνηθεί το αντίτιμο. Όμως, όπως και οι δύο ισχυροί άνδρες απέδειξαν με τη σταθερή τους συμφιλίωση το προηγούμενο έτος, όταν υπάρχει αρκετή πολιτική βούληση τα
περισσότερα σχέδια μπορούν να προωθηθούν.
Σε μια περίοδο κατά την οποία οι εντάσεις μεταξύ του NATO και της Ρωσίας είναι στο αποκορύφωμά τους από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, η αγορά, εάν προχωρήσει, θα θεωρηθεί ως εσκεμμένη περιφρόνηση προς τη συμμαχία. Επίσης, θα επιβεβαιώσει την εντύπωση, η οποία υπάρχει τα τελευταία χρόνια, ότι ο κύριος Ερντογάν θα είναι ευτυχής εάν η Τουρκία γίνει πραγματικά ημιανεξάρτητο μέλος του NATO. Η Τουρκία προκάλεσε με αυτόν τον τρόπο το NATO για πρώτη φορά το 2013, όταν ανακοίνωσε την πρόθεσή της να αποκτήσει ένα κινεζικό σύστημα αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας αντί ενός αντίστοιχου αμερικανικού ή ευρωπαϊκού. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η Τουρκία αψηφούσε τις κυρώσεις εναντίον της Κίνας, οι οποίες αφορούσαν την προμήθεια οπλικών συστημάτων και είχαν επιβληθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ΗΠΑ.
Επίσης, η αγορά του συστήματος συνεπαγόταν ότι δεν θα μπορούσε να ενσωματωθεί στην ευρύτερη ασπίδα αντιπυραυλικής άμυνας του NATO χωρίς να δίνεται η δυνατότητα στους Κινέζους να εμβαθύνουν στη Δυτική στρατιωτική τεχνολογία. Η Τουρκία αιτιολόγησε την προτίμησή της για την προσφορά της Κίνας επικαλούμενη τη χαμηλότερη τιμή (περίπου 3,4 δισεκατομμύρια δολάρια) και τους καλύτερους όρους σχετικά με τη μεταφορά πνευματικής ιδιοκτησίας.
Η απόκτηση δυνατοτήτων στον τομέα της ταχέως αναπτυσσόμενης εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας αποτελεί προτεραιότητα για τον κύριο Ερντογάν. Πριν από δύο χρόνια δήλωσε ότι μέχρι το 2023 η Τουρκία σχεδιάζει να «απαλείψει την εξάρτησή της από το εξωτερικό όσον αφορά την προμήθεια αμυντικού εξοπλισμού» και ότι ήθελε να συμμετάσχει στον σχεδιασμό και στην παραγωγή οποιουδήποτε νέου αμυντικού εξοπλισμού μέχρι τότε.
Ο λόγος για τον οποίο, αργότερα εντός εκείνου του έτους, η Τουρκία δεν υλοποίησε τη συμφωνία με την Κίνα δεν είναι σαφής, αλλά η απόφαση λήφθηκε περίπου την περίοδο της συνάντησης των G20 που πραγματοποιήθηκε στην Αττάλεια, στη νότια Τουρκία.
Ενδεχομένως, ένας συνδυασμός διπλωματικού «καρότου και μαστιγίου» διαδραμάτισε κάποιον ρόλο. Ο Ντάγκλας Μπάρι, στρατιωτικός εμπειρογνώμονας στον τομέα της  αεροδιαστημικής στο Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών στο Λονδίνο, πιστεύει ότι οι Κινέζοι μπορεί να μην ήταν σε θέση να παραδώσουν την τεχνογνωσία που ήθελε η Τουρκία, επειδή μεγάλο μέρος της πνευματικής ιδιοκτησίας των συστημάτων τους, που βασίζεται στο σύστημα S-300, ανήκει στη Ρωσία.
Κατόπιν, θεωρήθηκε ότι η Τουρκία θα στρεφόταν προς το σύστημα MEADS (medium extended air defence system), προϊόν κοινοπραξίας της Lockheed Martin, μιας αμερικάνικης εταιρείας αμυντικού εξοπλισμού, και της MBDA, μιας ευρωπαϊκής εταιρείας κατασκευής πυραύλων. Όμως, τον Απρίλιο ο Υπουργός Άμυνας της Τουρκίας, Φικρί Ισίκ, δήλωσε ότι «οι χώρες-μέλη του NATO δεν έχουν προτείνει κάποια οικονομικά συμφέρουσα προσφορά» και οι συνομιλίες με τη Ρωσία για την αγορά του συστήματος S-400 βρίσκονται πλέον στο τελικό στάδιο.
Το σύστημα S-400 είναι ένα από τα καλύτερα συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας που κατασκευάζονται σήμερα. Ωστόσο, ο κύριος Ισίκ παραδέχεται ότι η Τουρκία δεν θα προσπαθήσει να το ενσωματώσει στην υποδομή του NATO. Αυτό το καθιστά ένα «υποβέλτιστο σύστημα» σύμφωνα με τον κύριο Μπάρι. Δεδομένου ότι το κόστος αγοράς του συστήματος S-400 είναι υψηλό, η προθυμία της Τουρκίας για την απόκτησή του πρέπει να οφείλεται στο γεγονός ότι πιστεύει πως θα αποκτήσει επαρκείς γνώσεις για την τεχνολογία που θέλει, καθώς και στο γεγονός ότι ο κύριος Ερντογάν αρέσκεται να δείχνει ότι δεν χρειάζεται να υποκύπτει στη Δύση.
Επιπλέον, και η Ρωσία θα επωφεληθεί από τη συμφωνία, καθώς είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας οπλικών συστημάτων παγκοσμίως. Η Κίνα και η Ινδία, μέχρι πρόσφατα δύο από τους καλύτερους πελάτες της, αυξάνουν τη δική τους παραγωγή. Η Ρωσία χρειάζεται απεγνωσμένα νέες αγορές για τα όπλα της—ενώ ο κύριος Πούτιν απολαμβάνει να περιφρονεί το NATO.
Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην ενότητα ευρωπαϊκών θεμάτων της έντυπης έκδοσης υπό τον τίτλο «Brothers in arms»
 http://infognomonpolitics.blogspot.gr