Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Αρχή του τέλους ή το τέλος μιας αρχής για τις χώρες του Περσικού Κόλπου; Πολλά τα προβλήματα

Qatari Emir, Sheikh Tamim bin Hamad Al Thani. EPA, ALI HAIDERQatari Emir, Sheikh Tamim bin Hamad Al Thani.



Του Αλέξανδρου Μαλλιά
Όπως είναι φυσικό, το πρώτο ταξίδι του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ προκάλεσε το παγκόσμιο ενδιαφέρον. Αξίζει να αναλύσουμε, με επαγγελματισμό, τα βασικά χαρακτηριστικά των «σταθμών» που επέλεξε ο κύριος Τραμπ: το βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας, «θεματοφύλακα» των ιερών πόλεων της Μέκκας και της Μεδίνας, το Ισραήλ και, βέβαια, την Ιερουσαλήμ και την Βηθλεέμ και τέλος το Βατικανό. Μόνο συμπτωματική δεν είναι η επιλογή.

Παρακολούθησα δια ζώσης τις βασικές ομιλίες του Αμερικανού προέδρου στο Ριάντ και στο Ισραήλ. Αξίζει, νομίζω, να συμφωνήσουμε ότι, πέρα από οποιαδήποτε κριτική προσέγγιση, είναι σημαντική η προσπάθεια του κυρίου Τραμπ να φέρει στο τραπέζι της ειρήνης το σύνολο των αραβικών χωρών και το Ισραήλ και να ξαναδώσει το «φιλί της ζωής» στην αναζήτηση λύσης στο Παλαιστινιακό.
Ας μην λησμονούμε ότι το Παλαιστινιακό Ζήτημα είναι το μεγάλο θύμα, η παράπλευρη απώλεια αν προτιμάτε, της κατ’ ευφημισμόν λεγόμενης Αραβικής Άνοιξης. Οι προσπάθειες που κατέβαλε ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα και, κυρίως, ο υπουργός Εξωτερικών Τζο Κέρι κάθε άλλο παρά οδηγούσαν προς την λύση. Το Ισραήλ και, ειδικότερα, ο πρωθυπουργός Μπένζαμιν Νετανιάχου έβλεπαν με καχυποψία τις προσπάθειες της προηγούμενης αμερικανικής διοίκησης. Τη χαριστική βολή, που κλόνισε τις σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ της Ουάσιγκτον και του Τελ-Αβίβ, απετέλεσε η διαδικασία που κατέληξε στην Συμφωνία για τον έλεγχο του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν. Να προσθέσω ότι η Συμφωνία κλόνισε, ταυτόχρονα, τις σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ της Ουάσιγκτον και του Ριάντ καθώς και άλλων «αραβικών αυλών». Ενίσχυσε δε την αντίληψη, κυρίως, μεταξύ των αραβικών χωρών του Κόλπου ότι το Ισραήλ θα μπορούσε εν τέλει να αποτελέσει φυσικό τους σύμμαχο κατά της απειλής που λέγεται Ιράν.
Κατά την επίσκεψή του στο Ριάντ, στις 21 και 22 Μαΐου, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έδωσε, με σαφήνεια και ακρίβεια, το προσωπικό του στίγμα για το πώς αντιλαμβάνεται το μέλλον της περιοχής, τις σχέσεις του με το Βασίλειο και τον Αραβικό Κόσμο και, εν τέλει, το πλαίσιο συνεργασίας με τον Ισλαμικό Κόσμο.
Το Δόγμα Τραμπ στηρίζεται στην ασφάλεια (security) και στην οικονομία. Ο ίδιος, κατά την ομιλία του ενώπιον των ηγετών άνω των πενήντα μουσουλμανικών χωρών – μεταξύ των οποίων και η Αλβανία – που τον χειροκροτούσαν στο Ριάντ, χαρακτήρισε το δόγμα του ως «πραγματισμό βασιζόμενο στην αρχές» (Principled Realism) που στηρίζεται σε κοινές αξίες και συμφέροντα. Επανέλαβε τις θέσεις του για την αξιοπιστία της Αμερικής έναντι φίλων και συμμάχων –που στηρίζεται στην ισχύ– καθώς και στην αποφασιστικότητά της απέναντι στους εχθρούς της. Η πολιτική του θα ενισχύσει την ασφάλεια μέσω της σταθερότητας και όχι μέσω «ριζοσπαστικής αναστάτωσης» (radical disruption). Ο σταδιακός εκσυγχρονισμός και οι προσεκτικές μεταρρυθμίσεις θα προτιμηθούν του αιφνιδιασμού των παρεμβάσεων.
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, ξετυλίγοντας το δόγμα του μη αιφνιδιασμού των φίλων και συμμάχων του στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο, κλείνει, αναμφίβολα, το κεφάλαιο των αμερικανικών παρεμβατικών επιλογών, όπως εκδηλώθηκαν κατά την τελευταία επταετία των εξεγέρσεων, συγκρούσεων και πολέμων στη Βόρειο Αφρική και Μέση Ανατολή. Ενώ ο Πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα και η υπουργός Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον βρίσκονται στο κέντρο της κριτικής του, στην πραγματικότητα ο Αμερικανός πρόεδρος αποστασιοποιείται και από τον «πολιτικό μεσσιανισμό» της μεσανατολικής πολιτικής του προέδρου Τζωρτζ Μπους που περιλαμβάνεται στις λέξεις “freedom agenda”.
Το σχέδιο Τραμπ, όπως τουλάχιστον με σαφήνεια δημοσιοποιήθηκε από τον ίδιο, έχει τα ακόλουθα στοιχεία :
– Πρώτον, την ανάληψη μεγαλύτερης προσπάθειας ευθυνών και βαρών εκ μέρους των αραβικών και ισλαμικών χωρών για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας.

– Δεύτερον, την ενθάρρυνση προσέγγισης μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και των λοιπών χωρών του Κόλπου με το Ισραήλ που θα μπορούσε να φτάσει μέχρι την αναγνώριση του Εβραϊκού Κράτους. Το πλαίσιο φαίνεται ότι δεν περιλαμβάνει την απόσυρση του Ισραήλ από όλα τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη, όπως προβλέπει η απόφαση 242(1967) του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, αλλά πάγωμα του προγράμματος εποικισμού. Προβλέπει επίσης λίαν συμφέρουσες, για όλες τις πλευρές, οικονομικές διευθετήσεις.
– Τρίτον, κυρίως, τον αποκλεισμό και την απομόνωση του Ιράν -στο ορατό τουλάχιστον μέλλον- από τα σχήματα συνεργασίας σε ολόκληρη την περιοχή. Το σχέδιο αυτό, στις γενικές του γραμμές, φαίνεται να είχε συζητηθεί κατά την προετοιμασία της επισκέψεως του προέδρου Τραμπ μεταξύ του Λευκού Οίκου και του εκσυγχρονιστή και μεταρρυθμιστή διαδόχου του Βασιλείου, πρίγκιπα Μωχάμετ Μπιν Σαλμάν.
Να προσθέσω και την υψηλού συμβολισμού πτήση του προεδρικού αεροσκάφους από το Ριάντ στο Τελ-Αβίβ. Είναι η πρώτη φορά που έγινε απευθείας πτήση μεταξύ των δύο, μέχρι πρότινος, εχθρών. Σήμερα, το Ισραήλ και η Σαουδική Αραβία έχουν περισσότερα κοινά συμφέροντα από ποτέ.
Στον οικονομικό τομέα, οι κολοσσιαίες συμφωνίες, που υπεγράφησαν με την Σαουδική Αραβία, αντανακλούν, ακριβώς, το σχέδιο του προέδρου Τραμπ, όπως περιγράφεται στο βιβλίο του «Αμερική Σπουδαία Ξανά» (Εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ, 2017). Περιλαμβάνουν πώληση των πλέον σύγχρονων οπλικών συστημάτων στο Βασίλειο ύψους 110 δις δολαρίων με ταυτόχρονες όμως επενδύσεις της Σαουδικής Αραβίας στις ΗΠΑ άνω των 200 δις δολαρίων. Άρα, όχι μόνο ωφελείται η αμερικανική αμυντική βιομηχανία, αλλά, μέσω των σαουδαραβικών επενδύσεων, δημιουργούνται χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας στην Αμερική. Πρόκειται για ορθή προσέγγιση.
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ θεωρεί, ασφαλώς, ότι η συμφιλίωση της Σαουδικής Αραβίας και των χωρών του Κόλπου με το Ισραήλ είναι σημαντικότερη για τα αμερικανικά συμφέροντα της αποκατάστασης ενός πλαισίου λειτουργικών σχέσεων μεταξύ των Αράβων και του Ιράν αφενός και σε βάθος χρόνου -το πλέον δύσκολο εγχείρημα- της δημιουργίας των συνθηκών ασφαλείας που θα επέτρεπαν την συμβίωση του Ισραήλ, των Αράβων και του Ιράν μέσα σε συνθήκες ασφάλειας για το Εβραϊκό Κράτος.
Κατά την σημαντική, ως προς το Ιράν κυρίως, ομιλία του στο Εθνικό Μουσείο του Τελ-Αβίβ, στις 23 Μαΐου, ο πρόεδρος Τραμπ έκανε απολύτως σαφές ότι: πρώτον, δεν θα επιτρέψει στο Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό οπλοστάσιο και, δεύτερον, ουδέποτε θα επιτρέψει στο Ιράν να απειλήσει το Ισραήλ. Με τον τρόπο αυτό, έκλεισε, επίσης, ένα κεφάλαιο αμφιβολιών και καχυποψίας έναντι της Ουάσιγκτον που είχε μείνει ανοιχτό -κατά την ερμηνεία του Ισραήλ πάντοτε- από τον πρόεδρο Ομπάμα.
Για το Παλαιστινιακό τώρα. Τόσο κατά τις δηλώσεις του με τον Παλαιστίνιο πρόεδρο Αμπάς, όσο και κατά τις ομιλίες και δηλώσεις του στο Τελ-Αβίβ και στην Ιερουσαλήμ, ο πρόεδρος Τραμπ ήταν αρκετά προσεκτικός και λιτός για το Παλαιστινιακό. Περιορίστηκε να καταγράψει την δήλωση καλών προθέσεων του Παλαιστίνιου προέδρου και του πρωθυπουργού του Ισραήλ, εκφράζοντας ταυτόχρονα την ελπίδα για τη δυνατότητα εξεύρεσης λύσης. Απέφυγε όμως να προσδιορίσει το είδος της λύσης. Εάν, δηλαδή, πρόκειται για τη λεγόμενη «λύση των δύο κρατών» ή όχι. Σε παλαιότερες δηλώσεις του στην Ουάσιγκτον, είχε αφήσει να διαφανεί ότι δεν θεωρούσε τη λύση των δύο κρατών ( Ισραήλ και Παλαιστίνης) ως μονόδρομο.
Να σημειώσω, επίσης, ότι, κατά την παραμονή του στο Ισραήλ, ο πρόεδρος Τραμπ καίτοι υπογράμμισε τη σημασία των Ιεροσολύμων για τις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες και προσευχήθηκε στο Δυτικό Τείχος σε μια πράξη υψηλού συμβολισμού, δεν επανέλαβε τις δηλώσεις που είχε κάνει, ως υποψήφιος, περί αναγνώρισης της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ.
Η επίσκεψη του προέδρου Τραμπ στο Ισραήλ παρείχε την μεγαλύτερη δυνατή εγγύηση για τους άρρηκτους δεσμούς φιλίας μεταξύ των δύο χωρών, παρέχοντας ταυτόχρονα ακλόνητες εγγυήσεις ασφάλειας.

Το άμεσο μέλλον θα δείξει κατά πόσον το Ισραήλ , η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ , το Μπαχρέιν, το Κουβέιτ και οι λοιπές χώρες του Κόλπου θα αποφασίσουν να κάνουν το ιστορικό βήμα συμφιλίωσης, συνεργασίας και συνύπαρξης. Βέβαιον είναι ότι η επίσκεψη του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ προετοίμασε, όσο ποτέ στο παρελθόν, το έδαφος. Επιπλέον, απομένει να δούμε κατά πόσον η δαιμονοποίηση και απομόνωση του Ιράν, παρά την επανεκλογή του μεταρρυθμιστή προέδρου Ροχανί, αποτελεί ικανή προς την κατεύθυνση αυτή συνθήκη.
Ειδικότερα, ως προς το Ιράν, οι κατηγορίες που προσάπτει η Ουάσιγκτον, όπως προκύπτει από την ανάλυση της ομιλίας του προέδρου Τραμπ, στο καθεστώς της Τεχεράνης περιλαμβάνουν και τα εξής:
– Χρηματοδότηση και εκπαίδευση τρομοκρατών και άλλων εξτρεμιστικών ομάδων στον Λίβανο, στο Ιράκ και στην Υεμένη. Στην κορυφή βρίσκονται η Χαμάς και η Χεζμπολάχ.
– Εκτόξευση ανοιχτών απειλών για μαζικές δολοφονίες, στοχεύοντας στην καταστροφή του Ισραήλ, κατά των ΗΠΑ και εναντίον πολλών αραβικών κρατών.
– Αποσταθεροποιητικός ρόλος του Ιράν σε ολόκληρη την περιοχή, κυρίως δε στη Συρία, υποστηρίζοντας τον Άσαντ.
– Βαλλιστικό πρόγραμμα του Ιράν.

Ο κατάλογος είναι μακρύς. Πρόκειται για τη σημαντικότερη αλλαγή πολιτικής σε σχέση με την διακυβέρνηση του προέδρου Ομπάμα, η οποία, αναμφίβολα, θα επηρεάσει και τις σχέσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών πρωτευουσών και της Τεχεράνης. Το ερώτημα εντούτοις παραμένει, εάν μπορεί να υπάρξει ασφάλεια μέσω σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή από τον Περσικό Κόλπο μέχρι τη Μεσόγειο χωρίς την, υπό όρους και προϋποθέσεις, συμμετοχή και του Ιράν.
Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ
Παρακολουθώντας και συνάμα αντιλαμβανόμενος τη δυσχέρεια του εγχειρήματος, θεωρώ την πρωτοβουλία για την ασφάλεια και σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο ως την σημαντικότερη διπλωματική–πολιτική πρωτοβουλία της Ελλάδος τα τελευταία δύο χρόνια.
Οι δυσκολίες είναι εγγενείς. Ο στόχος του υπουργείου Εξωτερικών είναι να δημιουργήσει τη «συμμαχία των προθύμων», ένα νέο σχήμα για μια νέα διαδικασία συνεργασίας και ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο. Αποτελεί θετική σύμπτωση το γεγονός ότι η Δεύτερη Άτυπη Υπουργική Διάσκεψη της Ρόδου, με θέμα «Συμβίωση και Συνεργασία σε ένα Περιβάλλον Ειρήνης και Σταθερότητας» έγινε στη Ρόδο, υπό την προεδρία του υπουργού Εξωτερικών της Ελλάδος, εν μέσω της περιοδείας του προέδρου των ΗΠΑ στην περιοχή.
Όπως προκύπτει από το κοινό ανακοινωθέν, «οι συμμετέχοντες Υπουργοί Εξωτερικών και Υψηλοί Αξιωματούχοι της Αλβανίας, της Αλγερίας, της Βουλγαρίας, της Κύπρου, της Αιγύπτου, της Ελλάδας, της Ιταλίας, του Κουβέιτ, του Λιβάνου, της Λιβύης, του Ομάν, του Κατάρ, της Ρουμανίας, της Σαουδικής Αραβίας, της Σλοβακίας, της Τυνησίας, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, καθώς και του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου και του Αραβικού Συνδέσμου, είχαν την ευκαιρία να δηλώσουν εκ νέου την βούλησή τους για την προώθηση, εν μέσω των πολλαπλών προκλήσεων ασφαλείας που αντιμετωπίζει η Ανατολική Μεσόγειος, μιας θετικής ατζέντας συνεργασίας προς όφελος της σημαντικής από στρατηγικής, οικονομικής και πολιτιστικής απόψεως γειτονίας τους, καθιστώντας την ένα ασφαλέστερο μέρος για την ευημερία των λαών της».
Οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν σε τρεις βασικές θεματικές ενότητες:
1. «Κοινές προκλήσεις στην περιοχή μας», με έμφαση στη μετανάστευση, στην εμπορία ανθρώπων, στο διακρατικό οργανωμένο έγκλημα και στο εμπόριο ναρκωτικών, στην τρομοκρατία, στη θρησκευτική ανεκτικότητα και στην πρόληψη ριζοσπαστικοποίησης των νέων.
2. «Εκπαίδευση, Πολιτισμός και Περιβάλλον», με έμφαση, κατά προτεραιότητα, στην εκπαίδευση, στις περιβαλλοντικές προκλήσεις στο οικοσύστημα της Μεσογείου, στην ασφάλεια στη σημαντική θαλάσσια οδό της Μεσογείου και στην ενέργεια, όπου υπογραμμίστηκαν οι «θετικές προοπτικές των νέων σχεδίων στην πολλά υποσχόμενη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου».
3. «Ενισχύοντας την ασφάλεια και τη σταθερότητα» με τη συμφωνία των συμμετεχόντων «ως προς την ανάγκη συλλογικής σκέψης και δράσης επί τη βάσει μιας θετικής ατζέντας για την προώθηση διαβουλεύσεων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην επόμενη γενιά ιδεών και για τη διευκόλυνση της διαμόρφωσης συνθηκών στις οποίες θα κυριαρχεί η έννοια της σταθερής ασφάλειας. Σε αυτό το πλαίσιο, συζήτησαν την προοπτική να αποδοθεί στη Διάσκεψη της Ρόδου ο χαρακτήρας ενός φόρουμ μόνιμου διαλόγου, ως ευέλικτου, απλοποιημένου και «ήπιου» εργαλείου, με ειδική όμως προστιθέμενη αξία. Η αποστολή του θα είναι να προωθεί κοινές αξίες, υπερβαίνοντας τις διαφορές, μέσω κοινών και εποικοδομητικών πρωτοβουλιών ως μια μακροπρόθεσμη επένδυση για την ειρήνη, την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην περιοχή. Ως γενικό συμπέρασμα, οι συμμετέχοντες υπογράμμισαν την ανάγκη σεβασμού του διεθνούς δικαίου, ως θεμελιώδους παράγοντα που συμβάλλει στη σταθερότητα και την ασφάλεια στις διεθνείς σχέσεις. Ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου συνεπάγεται την κυρίαρχη ισότητα των κρατών, το απαραβίαστο των συνόρων που έχουν καθοριστεί από Συνθήκες, όπως η Συνθήκη της Λωζάννης και η αποφυγή κάθε ανάμειξης στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων κρατών».

Πέραν της σημαντικής αυτής παραγράφου, η ειδική σημασία της οποίας, κατά την παρούσα ιδιαίτερα συγκυρία, δεν χρειάζεται μεγαλύτερη εξειδίκευση, αξίζει να σημειωθεί ότι με προσεκτικά μεν σταθερά δε βήματα μπαίνουν τα θεμέλια της συγκρότησης θεσμικών οργάνων στη Διαδικασία της Ρόδου.
Πρόκειται πράγματι για μια αξιέπαινη πρωτοβουλία του υπουργείου Εξωτερικών και προσωπικά του υπουργού Εξωτερικών, η οποία πρέπει να έχει συνέχεια.
Ταυτόχρονα όμως οι συμμετέχουσες χώρες πρέπει να επιδείξουν συνέπεια όσον αφορά στην υλοποίηση των συμφωνηθέντων.
ΤΟ ΦΙΛΟΔΟΞΟ ΒΗΜΑ – ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΚΑΙ ΜΕΣΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
Μόνο η συνολική επίλυση του Μεσανατολικού, με μία λύση ευρείας και γενικής αποδοχής που θα περιλαμβάνει και μέτρα αναλογικής και ταυτόχρονης μείωσης και των συμβατικών εξοπλισμών, θα μπορούσε να αποτελέσει μια αναγκαία προϋπόθεση για τον περιορισμό αιτιών και αφορμών πολεμικών συγκρούσεων.
Ως επέκταση ή κατ’ αναλογίαν της Διαδικασίας του Ελσίνκι (νυν του Οργανισμού για την Ασφάλεια και Συνεργασία της Ευρώπης) και της Σύμβασης Περιορισμού των Συμβατικών Όπλων (Conventional Forces in Europe Treaty), δεν αποκλείω ένα ενδιάμεσο στάδιο Διαδικασίας Οικοδόμησης Μέτρων που θα αφορούν στους εξοπλισμούς και στις στρατιωτικές ασκήσεις.
Η υπογραφή της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι, την 1η Αυγούστου 1975, δικαίως θεωρήθηκε ως μία ιστορική στιγμή. Σηματοδότησε το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Θυμίζω ότι η διαπραγμάτευση ξεκίνησε δύο χρόνια νωρίτερα, τον Ιούλιο του 1973, στο Ελσίνκι. Χρειάστηκαν, με λίγα λόγια, δύο ολόκληρα χρόνια για την συνομολόγηση και την υπογραφή της. Τι σχέση όμως μπορεί σήμερα να έχει το κορυφαίο αυτό πολιτικά δεσμευτικό κείμενο, που υπεγράφη πριν από 42 χρόνια και αφορούσε, κυρίως, στις σχέσεις μεταξύ των χωρών του ΝΑΤΟ και της Συνθήκης της Βαρσοβίας, με την θετική και καταλυτική παρεμβολή των λεγόμενων «Ουδετέρων και Αδέσμευτων» (Neutral and Non-Aligned), μεταξύ των οποίων η Κύπρος, η Ελβετία, η Αυστρία και η κραταιά τότε Γιουγκοσλαβία, με την κατάσταση στη Μέση Ανατολή;
Θυμίζω κατ’ αρχάς ότι πολύ λίγοι από τους πρωτεργάτες-διαπραγματευτές της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι πίστευαν στη δυνατότητα κατάληξης σε ένα κοινά αποδεκτό και δεσμευτικό Κείμενο. Κι όμως, υπεγράφη από 35 χώρες. Στην πραγματικότητα, η ΔΑΣΕ (Διάσκεψη για την Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη) ανταποκρινόταν στις ανάγκες της εποχής.
Η σημερινή κατάσταση στη Βόρειο Αφρική και στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, που στην ανάγνωσή μου περιλαμβάνει και τον Περσικό Κόλπο, στερείται ακριβώς ενός σχήματος Ασφάλειας και Συνεργασίας που να τη συνδέει άρρηκτα με την Ευρώπη. Πρόκειται άραγε για μια νεωτεριστική προσέγγιση; Πρόκειται για μια καινοτόμο σκέψη; Η απάντησή μου είναι όχι. Ή μάλλον δεν είναι εντελώς και στην ολοκληρότητά της καινούργια.
Λείπει ένα πλαίσιο, μια δεσμευτική διαδικασία όρων, προϋποθέσεων και παραμέτρων που θα μπορούσαν να οριοθετήσουν ένα νέο πλαίσιο πολιτικής, πολιτιστικής και οικονομικής συνεργασίας. Ταυτόχρονα δε και ασφάλειας. Θα ισχύει η αρχή των δεσμεύσεων και υποχρεώσεων του τύπου «Όλοι έναντι –και όχι εναντίον– όλων», «όλοι έναντι ενός» και «ένας έναντι όλων». Αυτό που βλέπω είναι, σε βάθος κάποιου χρόνου βέβαια, ένα μίγμα μιας Βεστφαλικού τύπου ισορροπίας σε συνδυασμό με τις Αρχές του ΟΗΕ.
Χάρις στην διορατικότητα συγκεκριμένων ηγετών της εποχής εκείνης, όπως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, ο Ζόσιπ Τίτο, ο Ντον Μίντοφ (Μάλτα) και ο Αυστριακός Καγκελάριος Μπρούνο Κρέισκι, η τελική πράξη του Ελσίνκι περιελάμβανε ένα ειδικό κεφάλαιο με τίτλο «Ζητήματα αφορώντα στην Ασφάλεια και Συνεργασία στην Μεσόγειο» (Questions relating to Security and Co-operation in the Mediterranean).
Η τελική πράξη του Ελσίνκι υπογράμμιζε ότι «[…] Τα συμμετέχοντα κράτη είναι πεπεισμένα ότι η ασφάλεια της Ευρώπης πρέπει να ιδωθεί στο ευρύτερο πλαίσιο της παγκόσμιας ασφάλειας και συνδέεται στενά με την ασφάλεια στην περιοχή της Μεσογείου στο σύνολό της (closely linked with security in the Mediterranean area as a whole) και συνεπώς ότι η διαδικασία βελτίωσης της ασφάλειας δεν θα πρέπει να περιοριστεί στην Ευρώπη, αλλά θα πρέπει να επεκταθεί και σε άλλες περιοχές του κόσμου και ειδικότερα στην περιοχή της Μεσογείου. […]».
Στο ειδικό αυτό κεφάλαιο είχαν περιληφθεί επίσης πρόνοιες για την σημασία της ανάπτυξης σχέσεων καλής γειτονίας με τα Κράτη της Μεσογείου σύμφωνα με τις αρχές του Χάρτου των Ηνωμένων Εθνών.
Να σημειώσω ότι, κατά την διάρκεια των εργασιών της προπαρασκευαστικής φάσης της Τελικής Πράξης της ΔΑΣΕ (Ελσίνκι), προσκλήθηκαν και έλαβαν μέρος, υποβάλλοντας συγκεκριμένες προτάσεις η Αλγερία, το Μαρόκο, η Τυνησία, η Αίγυπτος, το Ισραήλ και η Ιορδανία.

Με σημερινά δεδομένα, το μόνο βέβαιο είναι ότι ο κατάλογος δεν είναι πλήρης. Ποιοι λείπουν; Δεκαεπτά ανεξάρτητες χώρες κράτη-μέλη του ΟΗΕ και βέβαια η Παλαιστινιακή Αρχή. Οι Δεκαοκτώ είναι: Ιράν, Ιράκ, Συρία, Λίβανος, Κουβέιτ, Μπαχρέιν, Κατάρ, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Ομάν, Υεμένη, Σαουδική Αραβία, Σουδάν –δεκαοκτώ αν θεωρηθεί ότι θα πρέπει να μετάσχει και το Νότιο Σουδάν–, Ερυθραία, Τζιμπουτί, Αιθιοπία, Σομαλία και Λιβύη.
– Πρόταση: Επέκταση του ΟΑΣΕ στην Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική.
Είναι μια φιλόδοξη πρόταση. Ευκολότερη στη σύλληψη και δυσκολότερη στην υλοποίηση. Είναι όμως χρήσιμη και αναγκαία. Σε βάθος χρόνου θα γίνει αναπόφευκτη.

Ξεκινώ κατ’ αρχάς με την σοφή και προφητική θέση της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι περί της αμεσότητας της ασφάλειας της Ευρώπης με την Μεσόγειο. Την επεκτείνω σ’ ολόκληρη την Μέση Ανατολή. Η πρόταση άρα πρέπει να διατυπωθεί ως εξής:
– Πρώτον, υποστηρίζω την ανάγκη έναρξης μίας Διαδικασίας στην οποία σε πρώτο στάδιο θα κληθούν να μετάσχουν όλα τα κράτη που μετέχουν σήμερα του Οργανισμού Ασφάλειας και Συνεργασίας στην Ευρώπη, των δεκαοκτώ κρατών που ανέφερα, καθώς και της Παλαιστινιακής Αρχής.
– Δεύτερον, θα κληθούν οι μετέχοντες να δεσμευτούν με πρόνοιες ανάλογες και αντίστοιχες των βασικών καταληκτικών κειμένων που υιοθετήθηκαν στο πλαίσιο της Διαδικασίας του ΟΑΣΕ. Πέραν των γενικών αρχών, που άλλωστε διατυπώνονται και στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, θα προβλεφθεί ένα νομικά δεσμευτικό κείμενο Συνθήκης για τον ισόρροπο έλεγχο και την μείωση των Συμβατικών Ενόπλων Δυνάμεων στην Μέση Ανατολή. Κάτι αντίστοιχο δηλαδή της γνωστής ως «Treaty on Conventional Armed Forces in Europe» (υπεγράφη στο Παρίσι τον Νοέμβριο του 1990 από τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ και της Συνθήκης της Βαρσοβίας). Το πεδίο εφαρμογής (scope of application) θα αποτελέσει αντικείμενο σκληρής διαπραγμάτευσης.
– Τρίτον, κατά την ολοκλήρωση των εργασιών της νέας αυτής Διαδικασίας που θα περιλαμβάνει και το σύνολο των χωρών της ευρύτερης περιοχής της Μέσης Ανατολής και Βορείου Αφρικής, ο ΟΑΣΕ θα μπορούσε να αντικατασταθεί με τον Οργανισμό για την Ασφάλεια και Συνεργασία στην Μέση Ανατολή και Βόρειο Αφρική.
Η δυσχέρεια του εγχειρήματος, σε σύγκριση με την αρχική ΔΑΣΕ της δεκαετίας του 1970, έγκειται και στους εξής λόγους:
• Σε αντίθεση με την κατάσταση που επικρατούσε στις αρχές της δεκαετίας του 1970, δεν υπάρχουν δύο οριοθετημένες πολιτικο-στρατιωτικές συμμαχίες χωρών (ΝΑΤΟ και Συνθήκη Βαρσοβίας) με επικεφαλής δύο τότε Υπερδυνάμεις. Από τον Ατλαντικό (Μαρόκο) μέχρι τον Περσικό Κόλπο υπάρχουν τουλάχιστον έξι χώρες με άλλοτε συγκλίνοντα και άλλοτε συγκρουόμενα συμφέροντα. Είναι η Τουρκία, το Ιράν, το Ισραήλ, η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και η Αίγυπτος. Η πολυπολικότητα του συστήματος ισχύος και συμφερόντων πρέπει να αντανακλάται μέσα στο νέο σύστημα περιφερειακής ισορροπίας.
• Η θρησκεία σήμερα –αυτό που πολλοί αποκαλούν το πολιτικό Ισλάμ– κατισχύει των κρατικών με στενή έννοια συμφερόντων. Είτε αυτό αφορά στο Σουνιτικό είτε στο Σιϊτικό Ισλάμ. Η Ευρώπη, και αυτό που αποκαλούμε Δύση γενικότερα, δεν έχει να προσφέρει κατάλληλη συνταγή για να αντικρούσει αυτό το φαινόμενο.
Όπως τουλάχιστον είναι σήμερα η κατάσταση, έχω δυσκολία να αντιληφθώ με ποια επιχειρήματα θα μπορούσε να πεισθεί η Βασιλική οικογένεια του Ριάντ να ελέγξει τον Ουαχαμπισμό και να περιορίσει την συμμετοχή του στο μέρισμα αξιών ισχύος της Σαουδικής Αραβίας. Μέχρι στιγμής τουλάχιστον, παρά τις κάποιες ενδείξεις υποχώρησης ή περιορισμού του φανατισμού, ανάλογη δυσκολία αντιμετωπίζουμε και στην Τεχεράνη σε σχέση με τον Σιϊτισμό.
Ακόμα και στην Τουρκία, μου είναι προσωπικά δύσκολο να προβλέψω κατά πόσο η επιστροφή στον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους θα ήταν επιθυμητή και εφικτή στην μετά τον Πρόεδρο Ερντογάν και ΑΚΡ εποχή. Αν δηλαδή θεωρήσουμε ότι είναι πλέον εφικτή η δημοκρατική εναλλαγή στην εξουσία κομμάτων με διαφορετική του ΑΚΡ θέση. Όσο περνάνε τα χρόνια, τόσο δυσκολότερο φαίνεται. Οποιαδήποτε πρόβλεψη την στιγμή αυτή, με τα δεδομένα που έχουμε, είναι δυσχερής και μάλλον αυθαίρετη.
Στο πλαίσιο αυτό ενδιαφέρον θα έχει να δούμε πώς θα αντιμετωπίσουν οι Πυλώνες και Θεματοφύλακες του Ισλάμ την συμμετοχή, στην Διαδικασία που περιγράφω και προτείνω, της Αγίας Έδρας (Βατικανό) το οποίο είναι επίσης μέλος του ΟΗΕ.
• Η «Αραβική Άνοιξη» σηματοδοτεί και το τέλος μιας εποχής 60 περίπου χρόνων, αυτής του λεγόμενου Αραβικού Εθνικισμού. Τουλάχιστον, όπως τον ενσάρκωσε ο Νάσερ. Άρα, η πολυπολικότητα του συστήματος και των ισορροπιών, στις οποίες αναφέρθηκα ήδη, δεν περιορίζεται μόνο στους πέντε κύριους περιφερειακούς παίκτες. Επεκτείνεται σχεδόν σε όλους.
Το προτεινόμενο σχήμα της νέας αυτής Διαδικασίας θα ήταν ατελές χωρίς την συμμετοχή της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας. Τόσο με την ιδιότητα του Μόνιμου Μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας, όσο και με τη χρησιμότητά της ως αποδεκτού και αναγνωρισμένου από όλα τα εμπλεκόμενα στις συγκρούσεις μέρη, ως «Εντίμου Μεσολαβητού». Η Κίνα, με την πολιτική των ίσων αποστάσεων και ίσων προσεγγίσεων, είναι, πιθανώς, η μόνη παγκόσμια δύναμη που έχει την δυνατότητα να ομιλεί και να συναλλάσσεται με όλες εκείνες τις δυνάμεις που αποτελούν μέρος του προβλήματος.
Η στάση του Πεκίνου δεν υπαγορεύεται από κάποια τυφλή προσήλωση στο εγχειρίδιο της καλής Διπλωματίας. Υπαγορεύεται αποκλειστικά από τα κινεζικά παγκόσμια οικονομικά συμφέροντα. Συμπίπτουν όμως αυτά σε σημαντικό βαθμό με τα οικονομικά, ενεργειακά και χρηματοδοτικά συμφέροντα του συνόλου σχεδόν των χωρών που οριοθετούν την περιοχή της ευρύτερης Μέσης Ανατολής.
Άρα, θεωρώ σημαντική τη συμμετοχή της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας στο σχήμα της «Συνεργατικής Ασφάλειας» της Ευρώπης με τις χώρες της Μέσης Ανατολής, μέσω της προσαρμογής και της μεταβολής των όρων εντολής και του πεδίου εφαρμογής της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι και των θεμελιωδών κειμένων που υιοθετήθηκαν έκτοτε.
  • Πρέσβης
ΠΗΓΗ: περιοδικό ‘Άμυνα & Διπλωματία“, τεύχος Ιουνίου 2017
mignatiou.com