Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

Η ΣΣΕ ως ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, με εθνομηδενιστές καθηγητές και χωρίς μαθήματα Πολεμικής Τέχνης, Στρατηγικής και Ηγεσίας



ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΣΕ ΤΗΝ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΚΑΘΗΓΗΤΩΝ ΤΗΣ ΣΣΕ!!
 
του Παναγιώτη Μαυρόπουλου, Απόστρατου Αξιωματικού

Το ακαδημαϊκό έτος 2016-2017 η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων (ΣΣΕ) επεφύλαξε στον εαυτό της και σε όλους τους ενδιαφερόμενους μια εξαιρετικά αρνητική έκπληξη· ήταν η πρώτη φορά που οι Ευέλπιδες δεν διδάχθηκαν τα μαθήματα της Πολεμικής Τέχνης, της Στρατηγικής και της Ηγεσίας. Τα συγκεκριμένα μαθήματα, για ουσιαστικούς λόγους, παραδοσιακά διδάσκονται από αποστράτους αξιωματικούς με σχετικό θεωρητικό
υπόβαθρο ή/και σχετική εμπειρία, μετά από την προβλεπόμενη διαδικασία επιλογής από το ακαδημαϊκό και το εκπαιδευτικό συμβούλιο της Σχολής. Το πρόβλημα δημιουργήθηκε από την εφαρμογή του νέου νόμου Ν.4000 της 12ης Μαΐου 2016, σύμφωνα με τον οποίο η δυνατότητα διδασκαλίας συνταξιούχων για περιορισμένο χρόνο χωρίς περικοπή της σύνταξής τους, όπως προβλεπόταν σε προηγούμενους νόμους, καταργήθηκε. Παρά το γεγονός ότι ο νόμος δημοσιεύθηκε την 12 Μαΐου 2016 και οι εμπλεκόμενοι φορείς ήταν ενήμεροι από τον Ιούνιο του 2016, προφανώς το θέμα θεωρήθηκε ήσσονος σημασίας για να επιληφθούν και να το επιλύσουν εγκαίρως, πριν την έναρξη του ακαδημαϊκού έτους. Έτσι, κατά την κρίση της συγκεκριμένης ηγεσίας (Διοικητής Σχολής, Διεύθυνση Εκπαιδεύσεως του ΓΕΣ, Α’ Υπαρχηγός, Αρχηγός), η διδασκαλία των προαναφερομένων μαθημάτων δεν είναι απαραίτητη για την αποφοίτηση από την ΣΣΕ. Να υπενθυμίσουμε ότι στα ακαδημαϊκά ιδρύματα όλου του κόσμου, αν ο φοιτητής δεν περάσει ένα μάθημα (οποιοδήποτε) δεν αποφοιτά. Από την άλλη πλευρά, η τελευταία εγκεκριμένη από το Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο αναθεώρηση του προγράμματος της ΣΣΕ, από τον καλύτερο Διοικητή της ΣΣΕ όλων των εποχών Αντιστράτηγο ε.α. Κουτρή Σταύρο, η οποία αναιτίως και παρανόμως δεν εφαρμόσθηκε από τους διαδόχους του Διοικητές, τα συγκεκριμένα μαθήματα εντάσσονται στον πυρήνα του εκπαιδευτικού προγράμματος. Συνεπώς, δεν πρόκειται περί κάποιων περιφερειακών μαθημάτων τύπου επιλογής, αλλά περί μαθημάτων που συγκροτούν τον κορμό του εκπαιδευτικού προγράμματος της Σχολής, άκρως απαραιτήτων για την ακαδημαϊκή εκπαίδευση των Ευελπίδων.


Και όμως, δεν ανησυχεί και δεν ντρέπεται κανένας, ακόμα και όταν γνωρίζει ότι πρόκειται περί βαρείας δικής του αμελείας. Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα μιας σχολής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως το πρόγραμμα εκπαίδευσης βροχερών ημερών μιας στρατιωτικής υπομονάδος. Και όμως, εκ του αποτελέσματος συνάγεται ότι αυτή είναι η επικρατούσα αντίληψη.

Πως είναι λοιπόν δυνατόν οι προβλέψεις και πρακτικές που ισχύουν στα πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας (και όχι μόνον) να μην ισχύουν σε μια Σχολή η οποία είναι ενταγμένη στα ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης της χώρας; Το ερώτημα που φυσιολογικά ανακύπτει, και δεν είναι ρητορικό, είναι μήπως η Σχολή δεν είναι επιπέδου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Είναι δυνατόν οι ιδιαιτερότητές της ως στρατιωτικού ιδρύματος να επιτρέπουν την καταστρατήγηση προβλέψεων του εκπαιδευτικού συστήματος που αποτελούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις για το χαρακτηρισμό της ως τριτοβάθμιο εκπαιδευτικό ίδρυμα; Όμως έχουμε ήδη εισέλθει σε βαθειά νερά· το ερώτημα είναι σχεδόν φιλοσοφικό και τρομακτικό στο βαθμό που όσοι διαχειρίσθηκαν τις τύχες του αρχαιότερου εκπαιδευτικού ιδρύματος στην Ελλάδα να μην θέλουν να το απαντήσουν· επί της ουσίας· διότι τυπικά έχει απαντηθεί με τον νόμο του 2003 περί Ανωτάτων Στρατιωτικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων. Όμως δεν αρκεί ο τύπος. Εάν η Σχολή ήταν επί της ουσίας Ανώτατο Εκπαιδευτικό  Ίδρυμα, τότε δεν θα χρειαζόταν ο νόμος για την αναγνώρισή της· θα την είχε κατακτήσει de facto. Το μόνο που θα χρειαζόταν είναι η εκπόνηση και αυστηρή υλοποίηση ενός ορθολογικού και υψηλού επιπέδου εκπαιδευτικού προγράμματος κατά τα πρότυπα των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, και η διεξαγωγή έρευνας (κατά τον νόμο απαιτείται και αυτοτέλεια).

Άμεσα συνδεδεμένο με το θέμα του ακαδημαϊκού επιπέδου της Σχολής είναι το σχεδόν υπαρξιακό θέμα του χαρακτήρα της σχολής ως ακαδημαϊκού ή στρατιωτικού ιδρύματος και το ερώτημα εάν είναι εφικτός ένας συνδυασμός των δύο. Εκ προοιμίου η δική μας θέση, στην περίπτωση που η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι αρνητική, είναι ότι πρέπει να οδηγηθούμε στην βρετανική λύση της επιλογής αποφοίτων ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, των ειδικοτήτων που απαιτούνται στις ένοπλες δυνάμεις (συμπεριλαμβανομένων και αυτών της ΣΣΑΣ), οι οποίοι στην συνέχεια θα παρακολουθούν για κάποιο διάστημα (1-2 ετών) ένα πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών στην στρατιωτική επιστήμη και τέχνη, ενώ παράλληλα θα υφίστανται την σχετική στρατιωτική εκπαίδευση.

Εάν ο συνδυασμός ακαδημαϊκού και στρατιωτικού ιδρύματος θεωρηθεί εφικτός, όπως ισχύει σήμερα, τότε το ερώτημα αφορά στο είδος της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης που θεωρείται απαραίτητο για τους μελλοντικούς αξιωματικούς μας. Είναι γεγονός ότι η επικρατούσα μεταξύ του σώματος των αποφοίτων της Σχολής κουλτούρα θέλει την Σχολή πρωταρχικά ένα στρατιωτικό ίδρυμα, το οποίο μόνο δευτερευόντως θα ασχολείται με την θεωρητική κατάρτιση των Ευελπίδων. Η προσέγγιση αυτή του στρατιωτικού επαγγέλματος είναι απολύτως και καταστροφικώς εμπειρική. Κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί την αξία της εμπειρίας στην παραγωγή επαγγελματιών (οποιουδήποτε επαγγέλματος), όμως η απόκτηση του σχετικού θεωρητικού υποβάθρου είναι αυτή που, σε συνδυασμό με την εμπειρία, παράγει επαγγελματίες υψηλού επιπέδου. Συνεπώς, η θεωρητική κατάρτιση των μελλοντικών επαγγελματιών της στρατιωτικής ισχύος είναι πρωταρχικής σημασίας και θα έπρεπε να έχει προτεραιότητα έναντι της ανάπτυξης των στρατιωτικών δεξιοτήτων, στα πρώτα στάδια της δια βίου εκπαίδευσης των αξιωματικών. Σε κάθε περίπτωση, κανείς δεν αρνήθηκε την παράλληλη διεξαγωγή ακαδημαϊκής και στρατιωτικής εκπαίδευσης, γεγονός που καθιστά την Σχολή εξαιρετικά απαιτητική για τους σπουδαστές της σε διάφορα επίπεδα, σωματικά, ψυχολογικά κλπ.

Όλα τα ανωτέρω συναρτώνται με πρακτικά θέματα της καθημερινότητος, τα οποία όμως αναδεικνύουν τα προβλήματα της Σχολής όσον αφορά στην παρεχόμενη, ανωτάτου επιπέδου, εκπαίδευση. Ο περιορισμένος χώρος ενός άρθρου δεν επιτρέπει  την ανάλυση όλων των θεμάτων και κατά συνέπεια θα περιοριστούμε ενδεικτικά στην εκτενή αναφορά σε δύο θέματα και στην απλή απαρίθμηση ενός περιορισμένου αριθμού άλλων.

Ο χαρακτήρας της Σχολής ως ακαδημαϊκού ιδρύματος αποκαλύπτεται από το πρόγραμμα σπουδών της και τον τρόπο υλοποίησής του. Αμφότερα αποτελούν θλιβερές ιστορίες. Τα διδασκόμενα μαθήματα, συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών, ανέρχονται σε 80 περίπου στα τέσσερα έτη σπουδών, όταν στα πανεπιστήμια της χώρας μας διδάσκονται 40 έως 45. Είναι αδύνατον να συγκροτηθεί ένα σοβαρό πρόγραμμα σπουδών, αν δεν μειωθεί ο αριθμός των μαθημάτων σε λογικά επίπεδα, όπως εξάλλου επεσήμανε και η επιτροπή εξωτερικής αξιολόγησης της Σχολής. Το 2008 – 2009, επί Διοικήσεως του τότε Υποστρατήγου Κουτρή Σταύρου, κατεβλήθη η μόνη σοβαρή προσπάθεια των τελευταίων τουλάχιστον ετών για την υιοθέτηση ενός σύγχρονου και λογικού προγράμματος σπουδών.

Η φοίτηση σε κάποιο ανώτατο ακαδημαϊκό ίδρυμα δεν θα έπρεπε να σημαίνει απαραίτητα και αυτομάτως αποφοίτηση. Μάλιστα, ένα από τα μη διαφημιζόμενα σχετικά κριτήρια είναι το ποσοστό αποτυχίας στην απόκτηση πτυχίου (ένα πραγματικό ερώτημα που ετέθη σε αντιπροσωπεία της Σχολής κατά την επίσκεψή της σε μια από τις αραβικές χώρες του περσικού κόλπου). Συνεπώς, η Σχολή πρέπει να εξετάσει με την δέουσα σοβαρότητα το θέμα της αποτυχίας των σπουδαστών της σε ένα ή περισσότερα μαθήματα. Η ισχύουσα πρόβλεψη στον κανονισμό της Σχολής είναι η επανάληψη του έτους. Όμως αυτό είναι παραλογισμός και κάτι που αντιβαίνει στην παγκόσμια ακαδημαϊκή πρακτική. Δεν είναι δυνατόν εξαιτίας της αποτυχίας σε ένα μάθημα να επαναλαμβάνεται η παρακολούθηση όλων των μαθημάτων του συγκεκριμένου έτους. Ένας καθηγητής πολύ δύσκολα θα απορρίψει κάποιον σπουδαστή υπό αυτές τις προϋποθέσεις, ειδικά εάν ο σπουδαστής είναι τελειόφοιτος. Λύσεις μπορούν να εξευρεθούν, αρκεί να υπάρξει η θέληση να αντιμετωπισθεί το θέμα.

Άλλα θέματα ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος τα οποία πρέπει να αντιμετωπισθούν είναι η έναρξη εφαρμογής της απόφασης του Ανωτάτου Στρατιωτικού Συμβουλίου περί του προγράμματος εκπαίδευσης, η μείωση των μαθημάτων σε λογικό αριθμό, το αίσχος της μη δωρεάν διανομής συγγραμμάτων όπως ισχύει σε όλα τα ελληνικά ακαδημαϊκά ιδρύματα και το οποίο αποτελεί παραβίαση του συντάγματος περί της ισότητος των πολιτών, το γυμνασιακού τύπου σύστημα διδασκαλίας, η υποχρεωτική παρακολούθηση των διαλέξεων, η ύπαρξη ελευθέρου χρόνου των Ευελπίδων τα πρωινά και μεταξύ των διαλέξεων για μελέτη, η μηδενική ανοχή στις απουσίες από την εκπαίδευση, και άλλα ων ου έστιν αριθμός.

Οι λύσεις δεν είναι εύκολες. Απαιτείται ολιστική προσέγγιση της εκπαίδευσης στις στρατιωτικές σχολές, η οποία απαιτεί την συμμετοχή της ακαδημαϊκής κοινότητος και της πολιτείας ευρύτερα. Σε μια αντίστοιχη προσπάθεια αναθεώρησης της εκπαίδευσης των αξιωματικών στην Μεγάλη Βρετανία, επικεφαλής της σχετικής επιτροπής ορίσθηκε Λόρδος, ενώ πρόεδρος της επιτροπής αναδιοργάνωσης των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων ορίσθηκε ο πρώην πρόεδρος της Γερμανίας Βαιτσέκερ· θλιβερή και απογοητευτική σύγκριση.

Μια καλή αρχή για την ανακοπή της κατιούσας πορείας της Σχολής θα ήταν η επιλογή και η τοποθέτηση ενός Διοικητού, κατόχου διδακτορικού διπλώματος (υπάρχουν αρκετοί), επιλεγμένου μέσω μια αυστηρής διαδικασίας από κατάλληλη επιτροπή, με συμβόλαιο παραμονής επί χρονικό διάστημα επαρκές για την σχεδίαση και υλοποίηση των απαραίτητων αλλαγών. Ο Διοικητής θα χρειαστεί έναν μέντορα, κατά προτίμηση παλαιότερο διοικητή. Δεν μπορεί να πιστεύουμε, δεδομένων των ιδιαιτεροτήτων της Σχολής ως ενός συνδυασμού ακαδημαϊκού και στρατιωτικού ιδρύματος, ότι μπορεί να διοικηθεί από κάποιον που αποφοίτησε ως ανθυπολοχαγός και επέστρεψε ως Υποστράτηγος. Πρωτευόντως όμως απαιτείται σοβαρότητα, επαγγελματισμός, αυτογνωσία και ανιδιοτέλεια!


 http://infognomonpolitics.blogspot.gr/2017/06/blog-post_454.html?spref=fb