Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Οι αμερικανοί αναλυτές καταλήγουν στην κουρδική ανεξαρτησία. Η κυβέρνηση και το κράτος;

Κάπως έτσι ξεκινούν οι πόλεμοι των μεγάλων δυνάμεων
Της Emile Simpson
Μετάφραση: Στέργιος Σεβαστιάν  
Τον περασμένο μήνα, για πρώτη φορά από τότε που ξεκίνησε ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία το 2011, οι Ηνωμένες Πολιτείες επετέθησαν άμεσα σε δυνάμεις ή αντιπροσώπους της Συριακής Κυβέρνησης - όχι μόνο μία φορά, αλλά τουλάχιστον τέσσερις. Η επείγουσα ερώτηση είναι τώρα, έχει να κάνει λιγότερο τη Συρία και περισσότερο με τη Ρωσία, η οποία, απαντώντας στο τελευταίο από αυτά τα περιστατικά, όπου ένα αμερικανικό μαχητικό κατέστρεψε ένα συριακό αεριωθούμενο αεροπλάνο, απείλησε να στοχοποιήσει οποιοδήποτε αεροσκάφος του συνασπισμού υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, που θα πετούσε πάνω από τη Συρία.
Οι ΗΠΑ και η Ρωσία απορροφώνται σε έναν πόλεμο στη Μέση Ανατολή, και αν ναι, πώς μπορεί να αποφευχθεί η κλιμάκωση;

Η σημερινή πολιτική δυναμική στη Μέση Ανατολή μοιάζει ακαθόριστη και πολυποίκιλη. Αλλά για λόγους συντομίας, αφήνοντας κατά μέρος μικρότερους τους παίκτες και προτού σκεφτούμε τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας, οι βασικές διαμορφώσεις ισχύος στην περιοχή, από την Αραβική Άνοιξη του 2011, μπορούν να συνοψισθούν σε πέντε “χαλαρές” ομάδες.

Πρώτον, ένας όμιλος σουνιτικών μοναρχιών (Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Ιορδανία και Μπαχρέιν). Αραβες κοσμικοι εθνικιστες (Αιγυπτος, απο την άνοδο του Προεδρου Abdel Fatteh el-Sisi το 2013, Αλγερια, Μαρόκο και Τυνησία). Και η φατρία του στγου Khalifa Haftar στην ανατολική Λιβύη.

Δεύτερον, η ομάδα της Τουρκίας, του Κατάρ και των προσκείμενων στη Μουσουλμανική Αδελφότητα, όπως η Χαμάς στη Γάζα, η Αίγυπτος υπό τον Πρόεδρο Morsi πριν από το 2013 και η διεθνώς αναγνωρισμένη λιβυκή κυβέρνηση, που εδρεύει στο δυτικό τμήμα της χώρας αυτής.

Τρίτον, το γκρουπ του Ιράν και των σιιτών συμμάχων του, συμπεριλαμβανομένου του Ιράκ (τουλάχιστον μεταξύ των βασικών φατριών της κυβέρνησης της Βαγδάτης), του καθεστώτος Assad στη Συρία και της Χεζμπολάχ στο Λίβανο.

Τέταρτον, η συλλογή διαφόρων σουνιτικών τζιχαντιστικών δικτύων, του Ισλαμικού Κράτους συμπεριλαμβανομένου, διάφορων συνεργατών της Αλ Κάιντα και  αριθμού μικρότερων παρατάξεων.

Πέμπτον, υπάρχει το Ισραήλ, το οποίο δεν εντάσσεται σε καμία από τις ανωτέρω, αλλά μοιάζει πιο ευθυγραμμισμένο με τα μέλη της πρώτης ομάδας.

Τρεις υποθέσεις κλειδιά, από την αραβική άνοιξη του 2011, εξηγούν σε γενικές γραμμές πώς οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία εντάσσονται σε αυτή τη δυναμική και γιατί οι δύο αυτές μεγάλες δυνάμεις σύρονται σε σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.

Η πρώτη ιστορία είναι η ένταση μεταξύ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της σταθερότητας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους στη Δύση, αρχικά με κίνητρο την ανθρωπιστική παρόρμηση (σ.σ. εδώ γελάμε), επέτυχαν αλλαγή καθεστώτος στη Λιβύη και την επιχείρησαν στη Συρία, υποστηρίζοντας σε κάθε περίπτωση τους αντάρτες. Αυτές οι εξεγέρσεις γρήγορα “μολύνθηκαν” από τους ριζοσπάστες ισλαμιστές, δίνοντας τη ευκαιρία στη Ρωσία, όχι αναίτια, για λόγους πρόληψης του ισλαμικού χάους, να υποστηρίξει τους ισχυρούς της αντίθετης πλευράς (Haftar στη Λιβύη και Assad στη Συρία).

Η Αίγυπτος είναι μια παρόμοια περίπτωση. Η Ρωσία εκμεταλλεύτηκε την αποστροφή της κυβέρνησης Obama στις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του καθεστώτος Sisi, μετά την ανατροπή της κυριαρχίας της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, για την αύξηση της ρωσικής επιρροής στο Κάιρο, όπως αποδεικνύεται από την τρέχουσα διπλωματική υποστήριξη της Αιγύπτου για τη Ρωσική παρέμβαση στη Συρία.

Η δεύτερη υπόθεση είναι η πυρηνική συμφωνία του Ιράν που συνήφθη από τη διοίκηση Ομπάμα και  απεδέχθη απρόθυμα η διοίκηση Τράμπ, της οποίας οι υποστηρικτές ισχυρίστηκαν ότι ήταν ο καλύτερος τρόπος να αποτραπεί το Ιράν από την απόκτηση πυρηνικών όπλων, χωρίς προσφυγή στη βία. Η Ρωσία ενέκρινε τις κυρώσεις εναντίον του Ιράν, αλλά από τότε που αυτές άρθηκαν, η Μόσχα ανέπτυξε θερμότερες σχέσεις με την Τεχεράνη, όπως φαίνεται από τον τρόπο με τον οποίο ενεργούσε ως βασικός διαμεσολαβητής μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ιράν, για τη σύναψη της συμφωνίας του ΟΠΕΚ, το Νοέμβριο του 2016.

Σε αντίθεση με τη Μόσχα, η διοίκηση Trump υιοθέτησε μια σκληρή στάση απέναντι στην Τεχεράνη. Έχει διάφορα κίνητρα για αυτή τη μετατόπιση: δοκιμές πυραύλων από τον Ιράν μετά την υπογραφή της συμφωνίας· ιρανική υποστήριξη σε ομάδες σιιτικών πολιτοφυλακών σε Ιράκ, Συρία, Υεμένη και Λίβανο· και την πεποίθηση, ότι οι παραδοσιακοί σύμμαχοι των ΗΠΑ, όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Ισραήλ, χρειάζονται μεγαλύτερη στήριξη (παρά το γεγονός ότι πολλοί Ισραηλινοί υποστήριξαν την πυρηνική συμφωνία).

Η τρίτη υπόθεση είναι ο ρόλος που παίζουν σήμερα τα ριζοσπαστικά σουνιτικά ισλαμικά δίκτυα στην περιοχή, κινητοπούμενα από τα social media και άλλα ηλεκτρονικά εργαλεία που διευκολύνουν τη δικτύωση. Απλά δεν μπορεί κάποιος να εξηγήσει την ταχύτητα και την κλίμακα με την οποία διαμορφώθηκε το ισλαμικό κράτος, για παράδειγμα, χωρίς αυτό το φαινόμενο του δικτύου. Αυτά τα ρευστά δίκτυα τζιχαντιστών αποδείχθηκαν αποτελεσματικά, εκμεταλλευόμενα τα σκισίματα στο ύφασμα της τάξης σε εύθραυστα κράτη και στη συνέχεια κυβέρνησαν τα καταληφθέντα εδάφη, κυρίως σε περιοχές με πλειοψηφικού πληθυσμούς σουνιτών, κυρίως στο δυτικό Ιράκ, τη βόρεια Συρία και τη νότια Υεμένη.

Όταν συνδυάσουμε αυτές τις τρεις υποθέσεις, βλέπουμε το πλέγμα της τρέχουσας κατάστασης των ΗΠΑ-Ρωσίας στη Συρία.

Στο επίκεντρο του πλέγματος αυτού βρίσκεται το γεγονός ότι, ενώ ο συνασπισμός υπό την ηγεσία των ΗΠΑ έχει κάνει καλή δουλειά απωθώντας το ισλαμικό κράτος στο Ιράκ και τη Συρία, ο πολιτικός στόχος των δύο διοικήσεων Ομπάμα και Τράμπ έχει αρνητικά οριστεί  ως η ήττα του Daesh. Καμία διοίκηση δεν έχει θέσει ένα θετικό όραμα, για το ποιος θα κυβερνήσει τα εδάφη που έχουν εκκαθαριστεί από το ισλαμικό κράτος. Με άλλα λόγια, οι Η.Π.Α. έχουν μία στρατιωτική στρατηγική, χωρίς το πολιτικό αντίστοιχό της και όσο περισσότερα εδάφη χάνει το IS, τόσο πιο εμφανής γίνεται η έλλειψη στρατηγικής πολιτικής  των ΗΠΑ.

Με την έλευση της διοίκησης Trump, η οποία, σύμφωνα με την γενικότερα σκληρή στάση της προς το Ιράν, είναι σταθερά σαφής ως προς το ποιος δεν θέλει να κυβερνήσει τα ανακαταληφθέντα εδάφη, δηλαδή οι σιιτικές πολιτοφυλακές που υποστηρίζονται από το Ιράν και οι οποίες αποτελούν μεγάλο μέρος, τόσο των δυνάμεων εδάφους του Ασαντ, όσο και της Βαγδάτης.

Ως εκ τούτου, η διοίκηση Trump θεωρεί ότι, τόσο οι ομάδες των σουνιτών τζιχαντιστών, όσο και οι σιιτικές πολιτοφυλακές, θα πρέπει να ομαδοποιούνται στην ίδια κατηγορία, της ριζοσπαστικής ισλαμικής τρομοκρατίας. Συνεπώς, έχει εντείνει τις ενέργειες της κατά των σιιτικών παραστρατιωτικών ομάδων στη Συρία. Επιπλέον, η σκληρή στάση της διοίκησης, που κοινοποιήθηκε από τον Trump κατά την επίσκεψή του στο Ριάντ τον Μάιο, ενθάρρυνε τον αποκλεισμό του Κατάρ από τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν και την Αίγυπτο, βάσει της εικαζόμενης υποστήριξης του Qatar στους ιρανούς πληρεξούσιους.

Αλλά η εντυπωσιακή απουσία ενός θετικού πολιτικού οράματος των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, έχει αφήσει τους αρνητικά προσδιορισμένους αντί-IS και αντιιρανικούς στόχους της αδιαχώριστους, γεγονός που έχει προκαλέσει περιφερειακή σύγχυση. Φανταστείτε ένα ποιμενικό σκύλο, που είναι καλός στο να γαβγίζει, αλλά έχει ελάχιστη αίσθηση κατεύθυνσης: Η Μέση Ανατολή βρίσκεται τώρα στη θέση του κακοποιημένου κοπαδιού του.

Ακόμα και η ίδια η διοίκηση φάνηκε μπερδεμένη για το πώς θα ανταποκριθεί στις επιπτώσεις της δικής της στρατηγικής, όπως κατέστη σαφές από τα ευκρινώς αντιφατικά της μηνύματα για την κρίση του Κατάρ: Παρότι ο Πρόεδρος Trump εγκωμίασε αρχικά ενθουσιωδώς και δημόσια τον αποκλεισμό του Κατάρ, η ομάδα Εθνικής Ασφαλείας του επιχείρησε παρασκηνιακά να τον αποκλιμακώσει και αυτή η πιο ήπια γραμμή φαίνεται να επικρατεί. Άρα, τι θέλει τελικά η Ουάσινγκτον; Κανείς δεν ξέρει.

Παρόλο που το πιο πιθανό αποτέλεσμα της κρίσης του Κατάρ σε αυτό το σημείο θα είναι η αποκλιμάκωση, μεσιτεία των ΗΠΑ, είναι πιθανό ότι μια κυνηγημένη Ντόχα θα επιχειρήσει να καταστεί αργότερα λιγότερο εξαρτημένη από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οικοδομώντας τις ήδη υπάρχουσες σχέσεις με την Τουρκία, η οποία έχει ήδη μία βάση στη Ντόχα· με τη Ρωσία, η οποία έχει ήδη ισχυρούς εμπορικούς δεσμούς με το εμιράτο (το Κατάρ κατέχει μεγάλο ποσοστό στην Rosneft, για παράδειγμα)· και με το Ιράν, με το οποίο χρειάζεται τις καλές σχέσεις, δεδομένης της ανάγκης συνεργασίας για την κοινή εκμετάλλευση των κοιτασμάτων φυσικού αερίου στον Περσικό Κόλπο.

Τα όρια της μη ύπαρξης θετικής πολιτικής στρατηγικής είναι επίσης εμφανή στο Ιράκ και τη Συρία. Στο Ιράκ, τα στρατεύματα των Ηνωμένων Πολιτειών βοήθησαν αποτελεσματικά στην εκκαθάριση εδαφών, προς όφελος ιρανικών σιιτικών πολιτοφυλακών, κάτι το οποίο έρχεται σε αντίθεση με την αντιιρανική στάση της κυβέρνησης. Η μόνη πραγματική εναλλακτική λύση είναι η στήριξη ενός μεγαλύτερου ρόλου διακυβέρνησης των κουρδικών ομάδων, ενδεχομένως ως μέρος ενός διευρυμένου ανεξάρτητου κουρδικού κράτους. Μέχρι στιγμής, όμως, η θέση των ΗΠΑ ήταν η υποστήριξη της ενότητας του Ιράκ.

Στη Συρία, η κατάσταση είναι πιο περίπλοκη, διότι σε αντίθεση με τους Ιρακινούς Κούρδους, οι οποίοι έχουν εύλογα καλές σχέσεις με την Άγκυρα, η τουρκική κυβέρνηση είναι ένθερμα αντίθετη σε οποιοδήποτε είδος ανεξάρτητου κουρδικού κράτους στη βόρεια Συρία. Αλλά ο συνασπισμός υπό την ηγεσία των ΗΠΑ βασίζεται κατά κύριο λόγο στις κουρδικές δυνάμεις εδάφους στη Συρία και κατέχουν μεγαλύτερο μέρος του εδάφους από το ισλαμικό κράτος. Υποστηρίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες ένα κουρδικό κράτος στη βόρεια Συρία; Δεν ξέρουμε. Έχει προσφέρει μία εναλλακτική λύση ενός κουρδικού κράτους στη βόρεια Συρία; Όχι. Η περιοχή εξακολουθεί να αποτελεί νομικά μέρος της Συρίας; Ναί. Συνεπώς, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός, ότι υπάρχει σοβαρή σύγχυση στην περιοχή, η οποία έχει προκαλέσει την κλιμάκωση ΗΠΑ-Ρωσίας που βλέπουμε σήμερα.

Έτσι γυρνάμε στην αρχική ερώτηση: Κατευθυνόμαστε προς μια σύγκρουση των μεγάλων δυνάμεων στη Μέση Ανατολή;

Κατά τη γνώμη μου, μέχρις ότου οι ΗΠΑ παρουσιάσουν μια θετική πολιτική στρατηγική, θα συνεχίσουμε να έχουμε άμεσες συγκρούσεις μεταξύ των σιιτικών πολιτοφυλακών που υποστηρίζονται από τη Ρωσία και των δυνάμεων των ΗΠΑ, πράγμα που μπορεί να προκαλέσει ένα ατύχημα, στο οποίο είτε η Ρωσία θα καταρρίψει αεροσκάφος των ΗΠΑ, είτε αντιστρόφως. Ακόμα και τότε, νομίζω ότι, ούτε η Ουάσινγκτον, ούτε η Μόσχα θα επιθυμούσαν λογικά μία συμβατική αναμέτρηση. Αλλά η δυναμική των συγκρούσεων δεν είναι καθόλου λογική. Κάθε άλλο. Η βία μπορεί να δημιουργήσει νέες συναισθηματικές πιέσεις στην σύγκρουση και να οδηγήσει σε μία απώλεια ελέχγου, προς μια κατεύθυνση που κανείς δεν θα περιμένει.

Εκτός από τον κίνδυνο κλιμάκωσης με τη Ρωσία, όσο περισσότερο επιτίθενται οι ΗΠΑ  εναντίον των σιιτικών πολιτοφυλακών, τόσο πιθανότερο είναι να καταρρεύσει πλήρως η πυρηνική συμφωνία με το Ιράν. Αυτό θα ανοίξει εκ νέου την πιθανότητα ενός πολέμου των ΗΠΑ με το Ιράν. Πριν από αυτό το σημείο, το Ιράν πιθανότατα θα αντιδράσει για να αντιμετωπίσει τις Ηνωμένες Πολιτείες στην περιοχή, ασκώντας πολύ πιο επιθετική επιρροή στη Βαγδάτη. Το σενάριο εφιάλτης θα ήταν μια ιρανική μαριονέτα, όπως ο πρώην πρωθυπουργός Νούρι αλ Μαλίκι, να επανέλθει στην εξουσία και να ζητήσει από τις δυνάμεις των ΗΠΑ να εγκαταλείψουν το Ιράκ, γεγονός που θα έθετε την Ουάσινγκτον στην οργισμένη θέση, είτε να το δεχτεί είτε να επιστρέψει στην άμεση κυριαρχία.

Για να αποφευχθεί η κλιμάκωση αυτού του είδους, η διοίκηση Trump πρέπει τώρα να παρουσιάσει ένα θετικά καθορισμένο πολιτικό όραμα για τη Μέση Ανατολή, το οποίο θα συνοδεύει και θα συνδέει τους αρνητικά καθορισμένους αντιIS και αντιιρανικούς στόχους. Αυτή τη στιγμή, το θεμελιώδες μέρος αυτού του οράματος πρέπει να είναι μια σαφής θέση των ΗΠΑ σχετικά με το μέλλον των κουρδικών περιοχών στο Ιράκ και τη Συρία.

 http://infognomonpolitics.blogspot.gr