Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Το 2017 μοιάζει πολύ με το παρελθόν

Δύσκολα μπορεί να ενταχθώ στην κατηγορία των αποστασιοποιημένων παρατηρητών. Ειδικά στο θέμα των σχέσεων μας με την ΠΓΔΜ. Ασχολούμαι με το ζήτημα συνεχώς και συστηματικά 25 χρόνια, ένα τέταρτο του αιώνα.

Ως διπλωμάτης είχα την τύχη και την ευκαιρία να ασχοληθώ από θέσεις ευθύνης. Σαν πρώτος σύμβουλος για πολιτικές υποθέσεις στην αντιπροσωπεία μας στον ΟΗΕ, στην αρχή της δεκαετίας του ’90, όταν το ζήτημα της ένταξης της γειτονικής μας χώρας ήρθε στο προσκήνιο τον Δεκέμβριο του 1992.
Ήταν μια επική διπλωματική προσπάθεια που στέφθηκε με επιτυχία. Νομίζω ότι η επιστροφή του ζητήματος του ονόματος στην επικαιρότητα επιβάλλει να ανατρέξουμε στα θεμελιώδη κείμενα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών του 1993, δηλαδή στις αποφάσεις 817 και 845, καθώς και στην δήλωση του προέδρου του Συμβουλίου Ασφαλείας της 7ης Απριλίου 1993.
Το αποτέλεσμα -για πρώτη φορά στην ιστορία του ΟΗΕ- ήταν ότι μια υποψήφια για ένταξη χώρα έγινε μέλος με διαφορετική από τη συνταγματική ονομασία της. Αυτή είναι μία πολύ συνοπτική αναφορά στη συστηματική, επική διπλωματική εκστρατεία του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, του συνετού και βαθύ γνώστη των Βαλκανίων και της ιστορίας (τότε υπουργού Εξωτερικών) Μιχάλη Παπακωνσταντίνου και του δεινού διαπραγματευτή πρέσβη Γεωργίου Παπούλια.
Με απορία διαπίστωσα ότι, ενώ τόσα θετικά γράφτηκαν τώρα που έκλεισε ο κύκλος της ζωής του αείμνηστου Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, δυσανάλογα λίγα γράφτηκαν για μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησής του. Δηλαδή, η εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης για την ένταξη της γειτονικής χώρας με την προσωρινή ονομασία «πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας» (the former Yugoslav Republic of Macedonia).

Η κρίσιμη παράγραφος

Θα ήταν, όμως, λάθος να περιοριστούμε μόνο στο θέμα της ονομασίας. Ουσιώδης και κρίσιμη είναι και η τρίτη παράγραφος του σκεπτικού της απόφασης 817 του Συμβουλίου Ασφαλείας (7 Απριλίου 1993). Το υπενθυμίζω : «…η διαφορά, που έχει προκύψει για το όνομα του αιτούμενου (την ένταξη στον ΟΗΕ) κράτους, πρέπει να επιλυθεί προς το συμφέρον της διατήρησης ειρηνικών σχέσεων και σχέσεων καλής γειτονίας στην περιοχή».
Οι όροι «σχέσεις καλής γειτονίας» και «διατήρηση της ειρήνης» έχουν βαρύνουσα και ειδική σημασία στην Χάρτα των Ηνωμένων Εθνών. Αποτελούν δε την κατεξοχήν νομιμοποιητική θεμελίωση της διεθνούς διάστασης –της διεθνοποίησης δηλαδή– ενός ζητήματος, το οποίο εις μάτην οι διαδοχικές κυβερνήσεις των Σκοπίων θεωρούσαν ως αποκλειστικά διμερές.
Εξίσου σημαντική αν και λιγότερο γνωστή (με απογοήτευση είχα διαπιστώσει ότι η ελληνική πλευρά δεν την είχε θέσει υπόψη του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης κατά την εκδίκαση της προσφυγής της ΠΓΔΜ το 2011) ήταν και η δήλωση του προέδρου του Συμβουλίου Ασφαλείας, εξ ονόματος των μελών του, στις 7 Απριλίου 1993, αμέσως μετά την υιοθέτηση της απόφασης 817.
Ειδικότερα: το Συμβούλιο Ασφαλείας διατυπώνει την ελπίδα ότι οι δυο πλευρές (Ελλάδα και ΠΓΔΜ), αλλά και όλοι οι λοιποί ενδιαφερόμενοι «θα αποφύγουν να κάνουν κινήσεις που θα καταστήσουν την επίλυση της διαφοράς δυσκολότερη και ότι οι δυο πλευρές θα αποδεχτούν και θα εφαρμόσουν το αποτέλεσμα. Μια αμοιβαίως αποδεκτή λύση, στα ζητήματα αυτά, θα αποτελούσε μια μείζονα συμβολή στη διατήρηση σχέσεων ειρήνης και καλής γειτονίας στην περιοχή». Για την ιστορία, σημειώνω ότι την φράση «αμοιβαίως αποδεκτή λύση» μετά βδελυγμίας απέρριπταν τα Σκόπια ως ρήτρα ή όρο για την αναζήτηση λύσης στο θέμα του ονόματος.

Οι συνομιλίες

Από τις 8 Απριλίου μέχρι και τις 10 Μαΐου 1993 διεξήχθησαν συνεχείς συνομιλίες στην έδρα του ΟΗΕ, στη Νέα Υόρκη, είτε υπό την αιγίδα των μεσολαβητών λόρδου Ντέιβιντ  Όουεν και του αποβιώσαντος, εδώ και χρόνια, Σάιρους Βανς, είτε απευθείας με την επιβαλλόμενη διακριτικότητα. Κάθε πλευρά υπεστήριζε και προωθούσε, με επιχειρήματα, τις θέσεις της. Υπήρχε εντούτοις ένα θετικό κλίμα και η πεποίθηση ότι μπορούσαμε να πάμε γρήγορα σε μια συνολική λύση. Υπήρχε και στις δυο πλευρές.
Θυμίζω ότι ο πρόεδρος Κίρο Γκλιγκόροφ, το Μάρτιο 1993, υπεραμυνόμενος ενώπιον της Βουλής των Σκοπίων της χρησιμότητας ένταξης στον ΟΗΕ με την προσωρινή ονομασία που προέβλεπε η Απόφαση 817 του Συμβουλίου Ασφαλείας, εξηγούσε ότι πρόκειται για ένα όνομα που θα διαρκέσει έναν, το πολύ δύο μήνες. Έχει ήδη κρατήσει 24 χρόνια παρά τον μεγάλο αριθμό διμερών αναγνωρίσεων με τη συνταγματική ονομασία.
Στις 14 Μαΐου 1993, οι Βανς και Όουεν έδωσαν στην αντιπροσωπεία της ΠΓΔΜ και σε εμάς το Σχέδιο Συνθήκης που περιείχε την ονομασία Nova Makedonija, άκλιτη και στην κυριλλική. Η δική μας προτίμηση ήταν εξ αρχής μια μονολεκτική ονομασία «τύπου Belarus». Μέχρι και την τελευταία στιγμή, προσπαθήσαμε να προτείνουμε την αντικατάσταση της Nova Makedonija με Novomakedonija.
Το σχέδιο Βανς-Όουεν είχε σειρά ικανοποιητικών προνοιών για την Ελλάδα. Είχε, όμως, και κάποιες αδυναμίες. Θυμίζω, επίσης, ότι η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη είχε οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Στην πραγματικότητα, πέραν της ρήξης με τον πρώην υπουργό Εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά, υπήρχε μια τριμελής ομάδα επιφανών κοινοβουλευτικών στελεχών της Νέας Δημοκρατίας, η οποία είχε καταστήσει σαφές στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη ότι δεν μπορούσε να δεχθεί τη συμβιβαστική αυτή ονομασία.
Συνεπώς, οποιαδήποτε απόφαση ή προσπάθειά του θα οδηγούσε, μαθηματικά, στην απώλεια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και στην πτώση της κυβέρνησης, πριν καν έλθει, προς συζήτηση, ενώπιον της Βουλής το σχέδιο της Συνθήκης. Ούτως ή άλλως η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη ανετράπη, εκ των έσω, λίγους μήνες μετά. Το ζήτημα του ονόματος της ΠΓΔΜ προεβλήθη ως ο βασικός λόγος της ανατροπής.
Η Ελλάδα με γραπτή επιστολή του διαπραγματευτή πρέσβη Γεωργίου Παπούλια είχε καταγράψει τις ενστάσεις και προτάσεις της επί του Σχεδίου Βανς-Όουεν. Το ίδιο έπραξε και ο Κίρο Γκλιγκόροφ. Για την ιστορία και τους συνειδητά επιλήσμονες πολιτικούς, διπλωμάτες , δημοσιογράφους, πανεπιστημιακούς κλπ. θυμίζω ότι στην πραγματικότητα οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις ουδέποτε θεώρησαν ότι δεσμεύονται από την λεγόμενη απόφαση των πολιτικών αρχηγών του 1992.
Ήδη η ελληνική αντιπρόταση στην εξαίρετη ονομασία Nova Makedonija ήταν, το Μάιο του 1993, η ονομασία «Slavomakedonija». Δόκιμος μεν όρος για τον προσδιορισμό της σλαβικής εθνότητας, ταυτότητας και γλώσσας, που είχε όμως το μεγάλο μειονέκτημα να μη λαμβάνει υπόψη την αλβανική εθνότητα. Εντούτοις, περιείχε ήδη από τότε τον όρο Makedonija.
Το Συμβούλιο Ασφαλείας αφού έλαβε υπόψη του το Σχέδιο Βανς-Όουεν και τις επ’ αυτού παρατηρήσεις των δυο πλευρών υιοθέτησε στις 18 Ιουνίου 1993 την σημαντική πράγματι Απόφαση 845.

Το πλεονέκτημα της Απόφασης 845

Αποτελεί πεποίθησή μου ότι η Ελλάδα έχει κάθε λόγο και συμφέρον να διεκδικήσει τη λύση του προβλήματος του ονόματος στο πλαίσιο των οριζομένων από την Απόφαση 845. Ειδικά μετά την ασύμφορη, για την πλευρά μας, ερμηνεία των θεμελιωδών διατάξεων της ενδιάμεσης Συμφωνίας από την απόφαση-κόλαφο του Διεθνούς Δικαστηρίου Δικαιοσύνης της Χάγης της 5ης Δεκεμβρίου 2011.
Θυμίζω, λοιπόν, ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, στην πρώτη παράγραφο του Διατακτικού της 845, «εκφράζει την εκτίμησή του προς τους Συμπροέδρους (Σάιρους Βανς και Ντέιβιντ Όουεν) για τις προσπάθειές τους και συνιστά (commends) στα δύο μέρη, ως μια στέρεη βάση για τη διευθέτηση των διαφορών τους, το Σχέδιο…». Η λέξη commends ερμηνεύεται, επίσης, ως «επίσημη πρόταση για αποδοχή», ενώ στο κείμενο της Απόφασης είναι υπογραμμισμένη. Επαναλαμβάνω ότι αφορά, μεταξύ άλλων, στην αποδοχή της πρότασης της σύνθετης ονομασίας «Nova Makedonija».
Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ περιβάλλεται με ειδικές αποφασιστικές αρμοδιότητες. Οι αποφάσεις του λαμβάνονται εκ μέρους του συνόλου των μελών των Ηνωμένων Εθνών και όχι μόνο εκ μέρους των 15 μελών του. Κατά το άρθρο 24 του Χάρτου ειδικότερα, «…τα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών μεταφέρουν στο Συμβούλιο Ασφαλείας την πρωταρχική ευθύνη για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας και συμφωνούν ότι, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του με την ευθύνη αυτή, το Συμβούλιο Ασφαλείας ενεργεί εκ μέρους τους».

Τα λάθη και η ευθύνη

Διευκρίνισα εξαρχής ότι δεν ανήκω στην κατηγορία των αποστασιοποιημένων παρατηρητών ή σχολιαστών. Δεν ανήκω, επίσης, ούτε στην -ανεξάντλητη στη Ελλάδα- δεξαμενή των αλάνθαστων διπλωματών, πολιτικών, δημοσιογράφων και πανεπιστημιακών. Ανήκω στην ολιγομελή ομάδα των διπλωματών που χειρίστηκαν, από καίριες θέσεις και υπό τιμητικές ιδιότητες, τις σχέσεις μας με την ΠΓΔΜ από το 1992 μέχρι πρόσφατα, αναλαμβάνοντας κατά κανόνα τις ευθύνες που μου αναλογούν.
Ας έχουμε το θάρρος να ομολογήσουμε. Έχουμε κάνει και εμείς λάθη. Πολιτικοί, διπλωμάτες, δημοσιογράφοι και πανεπιστημιακοί. Ναι έχουμε κάνει λάθη στις εκτιμήσεις, στην ανάλυση και στην πολιτική που έχουμε, κατά καιρούς, ακολουθήσει έναντι της πΓΔΜ.
Όμως η αναγκαία ανάληψη ευθύνης και η αναπόφευκτη αναγνώριση των δικών μας λαθών δεν μπορεί να είναι το αποκλειστικό συστατικό της «πολιτικό-διπλωματικής κάθαρσης». Η ιστορία δεν επιβεβαιώνει αυτό το συμπέρασμα. Είναι αλήθεια ότι, από το 1991, πολλές φορές προτιμήσαμε το δένδρο από το δάσος. Δεν είμαστε, όμως, οι μόνοι. Αυτή ακριβώς ήταν τότε η πιεστική επιλογή πολιτικής των εταίρων μας, προεξάρχουσας της (ενωμένης πλέον και με ηγεμονική στην Ευρώπη θέση) Γερμανίας, στην οποία προσχώρησαν και άλλοι.
Ούτε οι εκλιπόντες Χανς Ντίτριχ Γκένσερ και (ο αληθινός Ευρωπαίος ηγέτης) Χέλμουτ Κολ έλαβαν υπόψη τις προφητικές προειδοποιήσεις του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Χαβιέ Περέζ ντε Κουεγιάρ. Σε μια ιστορική επιστολή του προς τον κ. Γκένσερ, με ημερομηνία 14 Δεκεμβρίου 1991, ο γ.γ. του ΟΗΕ εξέφραζε τη θέση του κατά της επιλεκτικής αναγνώρισης των πρώην γιουγκοσλαβικών Δημοκρατιών.
Διετύπωσε συγκεκριμένα την ανησυχία του (concern) για την «πρόωρη, επιλεκτική και ασυντόνιστη αναγνώριση συγκεκριμένων Γιουγκοσλαβικών Δημοκρατιών». Μάλιστα, την εποχή εκείνη, τόσο ο ιστορικός ηγέτης και πρόεδρος της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης Αλί Ιζετμπέκοβιτς, όσο και ο πρόεδρος Κίρο Γκλιγκόροφ, είχαν ζωηρά ανησυχήσει από την βούληση της Γερμανίας να σπεύσει να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Κροατίας και της Σλοβενίας.
Η Γερμανία αποφάσισε να αναγνωρίσει την Κροατία και τη Σλοβενία. Εμείς ρίξαμε όλο το βάρος στην ΠΓΔΜ. Υπήρξε μια αναγκαστική συναίνεση στην αρχή και υιοθέτηση των κοινών συμπερασμάτων (αποφάσεων) στο πλαίσιο της ΕΕ, 10 μέρες μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Εν συνεχεία, στη διπλωματική αυτή μάχη, χάσαμε σταδιακά συμμάχους και κατανόηση.

https://stavroslygeros.gr/