Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Μοσούλη, η ώρα της εκδίκησης

Ενώ οι τελευταίες εστίες αντίστασης των τζιχαντιστών του ισλαμικού κράτους κατερρευσαν κατά την επίθεση του ιρακινού στρατού πάνω στα ερείπια της παλιάς πόλης, στην καρδιά της ανατολικής Μοσούλης, χτύπησε η ώρα της εκδίκησης για τους σιίτες στρατιώτες που ανακαταλάβουν τις σουνιτικές περιοχές του Ιράκ.
Η πολιτικά πολύ ορθή εικόνα που δίνεται για την «απελευθέρωση» της Μοσούλης και ενός πληθυσμού που γιορτάζει φωνάζοντας και δεχόμενου με ανοιχτές αγκάλες τους «απελευθερωτές» του, που μεταδίδεται παντού από το ιρακινό Τύπο και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης των κρατών μελών του διεθνούς συνασπισμού με επικεφαλής την Ουάσινγκτον που προέδρευσε στην ανακατάληψη της πόλης, είναι σίγουρα καλωσορισμένη σε μια τεταμένη κατάσταση όπου είναι καλύτερα να μην επιδεινωθεί περαιτέρω η εχθρότητα που αισθάνονται οι σιίτες εναντίον των σουνιτών (και αντίστροφα), αλλά δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα στο έδαφος· και πιθανότατα τους επόμενους μήνες ή ακόμα και τα επόμενα χρόνια, επιφυλάσσονται  εκπληκτικές απογοητεύσεις για εκείνους που εμπιστεύονται αυτή την ευκαιριακή προπαγάνδα.

Μειοψηφία στο Ιράκ (εγκαταστημένοι κυρίως στο βορειοανατολικό ήμισυ της χώρας) και στους οποίους το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν στηρίχθηκε για σχεδόν τριάντα χρόνια σε βάρος της σιιτικής πλειοψηφίας, οι σουνίτες συστηματικά αποκλείστηκαν από όλες τις διοικητικές θέσεις και κυρίως από το ιρακινό στρατό, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες εισέβαλαν στη χώρα το 2003, για να στηριχθούν στη συνέχεια στους σιίτες, προωθώντας την άνοδο της κυβέρνησης του Νούρι αλ-Μαλίκι. Για πάνω από δέκα χρόνια, λοιπόν, η σιιτική κοινότητα πήρε εκδίκηση από τους σουνίτες, οι οποίοι σταδιακά εκδιώχθηκαν  από την πρωτεύουσα, Βαγδάτη, σήμερα σχεδόν εξ ολοκλήρου σιιτική πόλη.


Και έτσι, όταν οι μαχητές του Ισλαμικού Κράτους (σουνίτες) εγκαταστάθηκαν στο Ιράκ και ανακήρυξαν το χαλιφάτο στη Μοσούλη το 2014, οι σουνίτες του Ιράκ, στην πλειοψηφία υποστήριξαν την επέλαση του, τουλάχιστον σε όλες τις ιρακινές περιοχές με σουνιτική πλειοψηφία.

Εκεί που επέκτεινε την αυτοκρατορία του, το Χαλιφάτο διέπραξε πολλές αγριότητες εναντίον των «αιρετικών» σιίτών, συχνά χειροκροτημένο από τους σουνίτες ανακουφισμένους από την απαλλαγή των διεφθαρμένων αξιωματούχων που έστελνε η Βαγδάτη και των σιιτών στρατιωτικών που τους ταπείνωναν και εκβίαζαν καθημερινά· μια κατάσταση που έμοιαζε με μια μορφή κατοχής. Αυτό συνέβη στη Φαλούτζα και Τικρίτ, για παράδειγμα, καθώς και στη Μοσούλη.

Σήμερα, η κατάσταση έχει αντιστραφεί, και πάλι. Ο στρατός, ο οποίος από το 2003 αποτελείται από σιίτες στο 90%, ξανακατέχει τις σουνιτικές περιοχές και οι στρατιώτες, που υποστηρίζονται από σιίτικές πολιτοφύλακες που χρηματοδοτούνται εν μέρει από το Ιράν, δεν διστάζουν να εκδικηθούν: δυναμιτίζουν σπίτια, εκατοντάδες εκτελέσεις με συνοπτικές διαδικασίες, απίστευτα βασανιστήρια, εξαφανίσεις και φυλάκιση για όποιον υπάρχει υποψία ότι έχει συμπάθεια για το «Νταές».

Η κυβέρνηση της Βαγδάτης, πάντα στα χέρια των σιιτών, παρά την επίφαση εθνικής ενότητας καθώς η Ουάσιγκτον είχε προτείνει στα τέλη του 2014, ένα καλλυντικό επανασχεδιασμό και την απομάκρυνση του πρωθυπουργού Νούρι αλ-Μαλίκι, είχε διατάξει τις σιιτικές πολιτοφυλακές να μην εισέλθουν στη Μοσούλη, μετά από αίτημα του Μπαράκ Ομπάμα για να αποτραπούν σφαγές όπως στο Τικρίτ και τη Φαλούτζα.

Αλλά είναι πλέον ο ίδιος ο στρατός που εμπλέκεται στην εκδίκηση.

Η υπόσχεση της επιστροφής του ΙΚ στο κόρφο του σουνιτικού πληθυσμού των περιοχών που ανακαταλήφθηκαν...

Και μια πολύ ενοχλητική μιντιατική κατάσταση για την εικόνα των «απελευθερωτών».

Μετάφραση στα ελληνικά από Κριστιάν Άκκυριά για τον Ινφογνώμονα Πολιτικά, Αθήνα, 11.7.2017