Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

Πολέμησε το '74 και τον έστειλαν Στρατοδικείο

Αν έμεινε λίγη περηφάνια, αν περίσσεψε λίγος πατριωτισμός, αν μπορούν ακόμη μερικοί να κοιτάξουν την ιστορία κατάματα, ένας από αυτούς είναι ο Στέλιος Κυριάκου από τη Μύρτου ο οποίος μας έστειλε το ημερολόγιο του στο οποίο το 1976 κατέγραψε τις εμπειρίες του από την περίοδο της τουρκικής εισβολής.

Κιτρινισμένες σελίδες, θολές μνήμες, ανεπανάληπτες εμπειρίες. Χωρίς ωραιοποιήσεις, δίχως μεγάλα λόγια. Απλά, λιτά, αυθεντικά. Διότι υπήρξαν και αυτοί που δεν το έβαλαν στα πόδια και έμειναν και πολέμησαν και μύρισαν το μπαρούτι του πολέμου και την οσμή του θανάτου. Και βεβαίως η Πολιτεία τον τίμησε.

Ήταν ίσως από τους τελευταίους που οπισθοχώρησε έχοντας ζήσει την πρώτη και τη δεύτερη φάση της εισβολής. Και όταν όλα κρίθηκαν, πήγε να βρει την οικογένεια του και ένα μήνα μετά παρουσιάστηκε  στο τάγμα του. Τον έστειλαν στρατοδικείο το οποίο τον καταδίκασε σε τρίμηνη φυλάκιση με αναστολή.

Η αναγνώριση ήρθε χρόνια μετά, όταν τυχαία συνάντησε κάποιον και όπως το έφερε η κουβέντα αυτός του είπε πως ήταν ο τελευταίος που εγκατέλειψε τη Μύρτου προτού καταληφθεί. «Ήμουν ο τελευταίος που έφυγε από το χωριό σου», ανέφερε ο συνομιλητής του. «Εγώ ήμουν ο τελευταίος» απάντησε ο Στέλιος Κυριάκου.

«Στις 14 Αυγούστου πέρασα με ένα φορτηγό γεμάτο στρατιώτες, ήμουν ο οδηγός» ανέφερε ο συνομιλητής. «Για να είσαι σήμερα εδώ ζωντανός, το χρωστάς σε μένα» είπε ο Στέλιος Κυριάκου, ο οποίος τον ενημέρωσε πως δεν έβαλε με το ΠΑΟ εναντίον του φορτηγού παρόλον ότι ο συμπολεμιστής του επέμεινε ότι ήταν Τούρκοι.

«Εσύ ήσουν; Είσαι ζωντανός;», ρώτησε ο συνομιλητής.

Ο κ. Κυριάκου ανέφερε στον «Φ», πως παρόλον πως ήταν ζήτημα χρόνου να εμφανιστούν οι Τούρκοι, κάτι μέσα του, του έλεγε πως δεν έπρεπε να πλήξει το φορτηγό. Ήταν γεμάτο στρατιώτες κι εμείς ήμασταν μόνο τρεις και αν ήταν δικοί μας ήταν κρίμα να πεθάνουν ενώ εμείς ήμασταν μόνο τρεις και αν ήταν Τούρκοι θα σκοτωνόμασταν μόνο τρεις, είπε.

Αφήνουμε, όμως, τον ίδιο τον Στέλιο Κυριάκου να περιγράψει κάποιες από τις στιγμές που έζησε, αφού ήταν αδύνατο να χωρέσουν όλα στο παρόν κείμενο.

Στις 20 του Ιούλη με ξύπνησε η μάνα μου και μου είπε ότι το ραδιόφωνο καλούσε σε γενική επιστράτευση. Παρουσιάστηκα στο στρατόπεδο 281 που ήταν το πλησιέστερο. Ως στρατιώτης είχα υπηρετήσει στα ΠΑΟ 106 αλλά όπως πληροφορήθηκα τα χωριά Γερόλακκος και Κοντεμένος βομβαρδίζονταν ανελέητα. Ακολούθως αναχωρήσαμε για τον Καραβά. Φτάσαμε στα Πάναγρα, όπου βλέπαμε τα αεροπλάνα να βομβαρδίζουν. Φτάσαμε στον Άγιο Γεώργιο όπου μείναμε άπραγοι με βάση οδηγίες που είχαμε. Προπορεύθηκαν τρία άρματα μάχης και 6 BTR τα οποία κατέλαβαν οι Τούρκοι, ευτυχώς χωρίς δικές μας απώλειες.

Στις 2 τα ξημερώματα της 21 Ιουλίου μας ανακοίνωσαν ότι θα διενεργούσαμε επίθεση με σκοπό να φτάσουμε στην Κερύνεια αλλά σημειώθηκε καθυστέρηση που αποδείχτηκε μοιραία. Ξεκινήσαμε και πλησιάσαμε ένα δίπατο σπίτι από όπου δεχτήκαμε πυρά τα οποία ανταποδώσαμε με έξι βολές που είχαν ως αποτέλεσμα να σιγήσουν τα όπλα των Τούρκων. Δεν είχαμε στήριξη και επιστρέψαμε πίσω και όταν ξημέρωσε επανάρχισε η δράση της αεροπορίας καθώς και βολές από τα πλοία της απόβασης.

Καθηλωθήκαμε αρκετές ώρες και όταν αναζητήθηκαν αξιωματικοί από κάποιους συναδέλφους, δεν εντοπίστηκαν. Μας πλησίασαν Τούρκοι σε απόσταση 200 μέτρων και βάλαμε εναντίον τους με μαρτίνια και οπισθοχώρησαν. Όμως, εκεί που ελέγχαμε την κατάσταση παρενέβη η αεροπορία και η μισή ώρα που καθυστερήσαμε να επιτεθούμε ήταν καθοριστική, αφού στη συνέχεια αναθάρρεψαν οι Τούρκοι και αντεπιτέθηκαν. Δυστυχώς, περίπου 60 δικοί μας στρατιώτες οπισθοχώρησαν επειδή τους είχαν εγκαταλείψει οι αξιωματικοί τους.

Νύχτωσε και με δύο λεωφορεία πήγαμε στη Μύρτου και την άλλη μέρα μας είπαν ότι πρέπει να φτάσουμε στα Πάναγρα, όπου μείναμε έξι μέρες. Μετά πήγα στη Μύρτου για να φέρω φαγητό και από εκεί μου είπαν πως έπρεπε να πάω στον Άγιο Ερμόλαο επειδή προωθούνταν οι Τούρκοι. Καθοδόν μας εντόπισαν οι Τούρκοι και μας έβαλαν με όλμους και κανόνια. Γύρω στις 4:00 μ.μ. εμφανίστηκε ένα αυτοκίνητο βαν πράσινου χρώματος. Του κάναμε νόημα να σταματήσει και όταν μας πλησίασε από αυτό βγήκαν τρία άτομα τα οποία άρχισαν να μας πυροβολούν. Ανταποδώσαμε και σκοτώθηκαν τρεις από αυτούς και διασώθηκε μόνο ο οδηγός. Από αυτούς δύο ήταν υπολοχαγοί και παραλάβαμε τα πολεμικά έγγραφα που είχαν στην κατοχή τους.

Τις επόμενες τρεις μέρες δεν σημειώθηκαν μάχες. Βρήκαμε ένα Λαντ Ρόβερ με τον Σωτήρη και πήγαμε στη Λευκωσία και αφού προετοιμαστήκαμε αναχωρήσαμε για τη Μύρτου, όπου από ό,τι μας είχαν πει προέλαυναν τουρκικά άρματα μάχης. Όμως επικρατούσε ησυχία και  μας έστειλαν να μεταφέρουμε  βλήματα όλμου στο Αγριδάκι, όπου θα υποστηρίζαμε περίπου 30 καταδρομείς. Εκεί βρήκα και έναν καρδιακό μου φίλο, ο οποίος είχε επιστρέψει από το νοσοκομείο και μου είπε, «ξεψύχησε στα χέρια μου ο Κωστής». Οι Τούρκοι έβαλλαν εναντίον μας όλο το βράδυ και δεν μπορέσαμε να κοιμηθούμε.

Μόλις που γλυτώσαμε από ρουκέτες

Στις 13 Αυγούστου άρχισαν τα αεροπλάνα να μας βομβαρδίζουν ενώ ο Κοντεμένος δεχόταν βλήματα όλμων.  Ήθελαν να διαλύσουν τα πάντα. Πέρασε η μέρα και πήγα να ελέγξω αν βρισκόταν στην περιοχή μια διμοιρία από το Διόριος αλλά δεν υπήρχε κανείς. Είχαν φύγει και δεν ενημερωθήκαμε.

Ακούστηκε θόρυβος αρμάτων και ήμουν έτοιμος να βάλω εναντίον τους αλλά δεν το έκανα. Τελικά ήταν στρατιώτες δικοί μας οι οποίοι μας προέτρεψαν να φύγουμε επειδή οι Τούρκοι βρίσκονταν κοντά μας. Φτάσαμε στη Μύρτου αλλά δεν βρήκαμε ούτε στρατιώτη ενώ η Αστυνομία είχε καταστρέψει ήδη και τους ασυρμάτους. Πήγαμε στη Μόρφου και δεν υπήρχε κανείς και από εκεί κινηθήκαμε ξανά προς Μύρτου.

Κοντά στο Καπούτι αεροπλάνα μάς έριξαν δύο ρουκέτες και ύστερα επέστρεψαν και έριξαν άλλη μία η οποία έπεσε στο σημείο από το οποίο μετακινηθήκαμε μόλις προηγουμένως. Έφυγα προς Κυπερούντα όπου έφτασα τα μεσάνυχτα.

Εμφανίστηκα στη μονάδα μου σε ένα μήνα. Με έστειλαν στρατοδικείο και με καταδίκασαν σε τρεις μήνες φυλάκιση με αναστολή. Αυτό ήταν το «ευχαριστώ» που μείναμε και πολεμήσαμε.

Το άρμα τινάχτηκε στον αέρα

Κινηθήκαμε προς Κοντεμένο όπου συνάντησα τον αδελφό μου και αφού τα είπαμε, πήγαμε στη Μύρτου όπου μας χώρισαν σε ομάδες. Επιβιβαστήκαμε σε φορτηγά και κινηθήκαμε προς Λάρνακα της Λαπήθου και φτάσαμε στην περιοχή Κόρνος. Το βράδυ είχε ανάπαυλα και ήρθε ένας υπολοχαγός και είπε πως δεν του άρεσε η πολλή ησυχία και ότι κάτι θα σκαρώσουν οι Τούρκοι το βράδυ, γι' αυτό να είμαστε σε ετοιμότητα. Κάποιος φώναξε ότι ακούγονται άρματα και ο Παντελάκης ζήτησε άδεια να βάλει εναντίον τους. Υπήρχε στροφή και εμφανίστηκαν στα 30 μέτρα. Έριξε ένα βλήμα και ταυτόχρονα το πρώτο άρμα πάτησε σε τέσσερις νάρκες και εξερράγη.

Αρχίσαμε να τους κτυπάμε κι εμείς για περίπου 15 λεπτά και όταν δεν υπήρξε πλέον αντίδραση κυριεύσαμε τέσσερα άρματα εκ των οποίων τα δύο με κανόνια και τα άλλα δύο τύπου BTR. Το πρωί λάβαμε σήμα να κάψουμε το τελευταίο για να μην μπορούν οι Τούρκοι να τα πάρουν και αφαιρέσαμε τον όλμο και τα πολυβόλα που μετέφεραν. Λάβαμε δεύτερο σήμα να μην κάψουμε το αυτοκίνητο αλλά ήταν ήδη αργά αφού του ρίξαμε βενζίνη και το κάψαμε. Έφτασε όχημα βαρέως τύπου και μετακίνησε το καμένο άρμα ενώ το δεύτερο έπεσε κατά λάθος στον γκρεμό και έτσι μας έμεινε ένα άρμα και ένα BTR.
 http://www.philenews.com/