Σάββατο, 26 Αυγούστου 2017

Η αποδόμηση της Ε.Ε. και η κρίση της ευρωπαϊκής ταυτότητας

Η αποδόμηση της Ε.Ε. και η κρίση της ευρωπαϊκής ταυτότητας
Του Μιχάλη Διακαντώνη*
Η λαϊκή σοφία υποστηρίζει ότι οι καλές φιλίες κρίνονται στις δύσκολες προσωπικές στιγμές. Έτσι και το ευρωπαϊκό οικοδόμημα -που λειτουργούσε κατά τα φαινόμενα ικανοποιητικά εντός του κοινού νομίσματος- άρχισε να δοκιμάζεται σοβαρά μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Η κρίση αυτή ανέδειξε τόσο τις συστημικές αδυναμίες της ευρωζώνης, όσο και την απουσία ενός κοινού οράματος που θα λειτουργούσε ενοποιητικά για τα κράτη, μακριά από αυστηρά ιδιοτελή συμφέροντα και επιδιώξεις.

Τα αδιέξοδα της ευρωπαϊκής οικονομίας
Οι αντιθέσεις στους κόλπους της Ευρωζώνης, διαφαίνονται σε μια σειρά σημαντικών τομέων ενδιαφέροντος, όπως είναι η οικονομία, η ενέργεια και το μεταναστευτικό ζήτημα. Η οικονομική κρίση που προέκυψε ως αποτέλεσμα της ανεξέλεγκτης επέκτασης της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής σφαίρας, ενισχύθηκε απ’ τις δομικές ανωμαλίες της Ευρωζώνης, τον οικονομικό εθνικισμό αλλά και απ’ τις εγγενείς οικονομικές αδυναμίες κάθε χώρας. Αυτό, όμως, που αναδείχθηκε εντονότερα, ήταν η έλλειψη κοινής πίστης και πολιτικής αποφασιστικότητας προς την κατεύθυνση μιας λειτουργικής αμοιβαιότητας της  ευρωπαϊκής οικονομίας.

Η εφαρμογή σκληρής λιτότητας στον Ευρωπαϊκό Νότο -που σαφώς και όφειλε να τακτοποιήσει τα δημοσιονομικά του μεγέθη- υπήρξε τόσο αναποτελεσματική, ώστε 8 χρόνια μετά το ξέσπασμά της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, οι χώρες να έχουν ακόμη ασθενικούς ρυθμούς ανάπτυξης και μειωμένα μεν, αλλά υψηλά ποσοστά ανεργίας (Ισπανία 18.75%, Πορτογαλία 10%, Ελλάδα 21.7%, ενώ στους νέους τα αντίστοιχα ποσοστά στην Ιταλία είναι 35.4%, στην Ισπανία 39.2% και στην Ελλάδα 45.5%). Η οικονομική λιτότητα «μετακομίζει» πλέον και στη Γαλλία, ενώ η Γερμανία αρνείται επίμονα να μειώσει τα υψηλά εμπορικά της πλεονάσματα που προκαλούν πονοκέφαλο, όχι μόνο στους κόλπους της Ε.Ε., αλλά και στις ΗΠΑ. Τα πλεονάσματα αυτά είναι αποτέλεσμα όχι τόσο της διεθνούς γερμανικής ανταγωνιστικότητας, όσο κυρίως δύο άλλων παραγόντων: α) της ιδιοτελούς εφαρμογής των αρχών του ελεύθερου εμπορίου απ’ την Γερμανία, που αρνείται επίμονα να ανακυκλώσει τα πλεονάσματά αυτά[1] μέσω μιας επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής που θα αύξανε τη ζήτηση για τα προϊόντα των υπολοίπων χωρών και β) της λειτουργίας μεγάλων καρτέλ στη γερμανική βιομηχανία[2] που δρουν μέσω μυστικών συμφωνιών, δωροδοκιών κρατικών αξιωματούχων, αλλά και δια της παραβίασης των διεθνών προτύπων παραγωγής (βλέπε σκάνδαλο ρύπων της VW).
Όσο για το τραπεζικό σύστημα της Ευρωζώνης, αυτό διατηρείται εν ζωή μέσα από συνεχείς ανακεφαλαιοποιήσεις και το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, που κάποια στιγμή θα πάψει να υφίσταται, προκαλώντας την ανατίμηση του Ευρώ και την ακόλουθη μείωση των ευρωπαϊκών εξαγωγών. Ακόμη και στις ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών, όμως, τηρούνται δύο μέτρα και δύο σταθμά: Στην Κύπρο, οι καταθέτες και οι μέτοχοι «κουρεύτηκαν» μέσω της εγκεκριμένης πλέον σε ευρωπαϊκό επίπεδο διαδικασίας του bail in, ενώ στην Ιταλία προσφάτως -όπως και στην Ελλάδα- εφαρμόσθηκε η αρχή της διάσωσης με κρατικά κεφάλαια (bail out) και η μεταβίβαση των τραπεζικών χρεών στις πλάτες των φορολογουμένων.

Στον εμπορικό και επενδυτικό τομέα, όπου θεωρητικά υπάρχει πίστη στις αρχές της ελεύθερης διακίνησης αγαθών και κεφαλαίων, φαίνεται επίσης να υιοθετούνται πολιτικές δύο ταχυτήτων: Την ίδια στιγμή που τα κράτη του Νότου εγκαλούνται για τη μειωμένη εξωστρέφεια και παραγωγικότητά τους και την αδυναμία τους να προσελκύσουν άμεσες ξένες επενδύσεις ενώ παράλληλα ωθούνται σε μεγάλες ιδιωτικοποιήσεις, η Ε.Ε. επιβάλλει πολιτικές υψηλής φορολόγησης στην Ελλάδα, εμπορικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας που εμποδίζουν τις εξαγωγές, αλλά και εμπόδια απέναντι στα κινεζικά κεφάλαια που επιθυμούν να εξαγοράσουν εταιρείες μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών [3].
Οι αντιφάσεις στον ενεργειακό τομέα
Στον ενεργειακό τομέα, ενώ υπάρχουν αποφάσεις για τη δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Ενεργειακής Ένωσης, που θα συμβάλλει στην ενεργειακή ασφάλεια και την περιβαλλοντική προστασία της Ευρώπης, πρακτικά παρατηρούμε να προκύπτουν φυγόκεντρες τάσεις απ’ αυτήν την πολιτική. Η Γερμανία, προκειμένου να εξασφαλίσει φθηνό φυσικό αέριο για τη βιομηχανία της, προωθεί την κατασκευή του αγωγού Nord Stream 2 που παρακάμπτει την Ουκρανία, ενώ απ’ την τυχόν πραγματοποίηση του έργου θα ωφεληθούν πέραν της γερμανικής Ε.ΟΝ και άλλες ευρωπαϊκές εταιρείες, όπως η oλλανδο-βρετανική Shell, η γερμανική E.ON, η γαλλική ENGIE και η αυστριακή OMV.  Αν ο αγωγός κατασκευαστεί, θα προκληθούν οικονομικές δυσχέρειες τόσο στο Κίεβο όσο και στην Πολωνία, παρατείνοντας παράλληλα την εξάρτηση των Βαλτικών χωρών απ’ τη ρωσική ενέργεια. Η υποκρισία που συνεπάγεται μια τέτοια πολιτική είναι προφανής, όταν την ίδια στιγμή επιβάλλονται κυρώσεις στη Ρωσία για τον ουκρανικό εμφύλιο, αλλά και διοργανώνονται διεθνή συνέδρια για τις επιπτώσεις του Κομμουνισμού στη Βαλτική.
Στο Ιράν, η γαλλική Total αναλαμβάνει σημαντικά ενεργειακά projects, παρά τις κατά καιρούς ανησυχίες της διεθνούς κοινότητας για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης και τη στάση της στο συριακό ζήτημα. Οι πρώην Κομμουνιστικές χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης υιοθετούν και αυτές τις δικές τους πολιτικές μέσω της «Πρωτοβουλίας των Τριών Θαλασσών», που έχει σκοπό να αναπτύξει μια αυτόνομη, οικονομική, επενδυτική και ενεργειακή agenda, δημιουργώντας μια μικρή «κεντρο-ανατολική Ε.Ε» εντός της Ευρώπης. που θα διατηρεί ειδικές σχέσεις με τις ΗΠΑ. Εν τοις πράγμασι, οι εθνικές και εταιρικές επιδιώξεις προηγούνται των υποτιθέμενων ευρωπαϊκών στοχεύσεων.
Το κρίσιμο μεταναστευτικό ζήτημα
Αποκορύφωμα της διχασμένης ευρωπαϊκής πολιτικής, αποτελεί το μεταναστευτικό ζήτημα. Ενώ ο ευρωπαϊκός Νότος, με επίκεντρο την Ελλάδα, καλείται να διαχειριστεί δεκάδες χιλιάδες προσφύγων και οικονομικών μεταναστών, τα σύνορα της Κεντρικής και Νοτιο-Ανατολικής Ευρώπης κλείνουν εγκλωβίζοντας τους ανθρώπους αυτούς σε συνθήκες δυστυχίας και απελπισίας. Η οικονομική βοήθεια που παρέχεται από πλευράς Ε.Ε. για το μεταναστευτικό ζήτημα είναι πενιχρή και λόγω της αθρόας και ταχύτατης έλευσης πληθυσμών με διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο, δημιουργούνται δύο εύλογα ερωτήματα που θα πρέπει να απαντηθούν άμεσα, καθώς θα διαμορφώσουν το νέο ευρωπαϊκό τοπίο σε βάθος δεκαετιών: Πρώτον, είναι ικανές οι ευρωπαϊκές χώρες, με τους υπάρχοντες θεσμούς, αλλά και με τα πληθυσμιακά, οικονομικά και πολιτισμικά δεδομένα που διαθέτουν, να ενσωματώσουν αρμονικά στους κόλπους τους αυτούς τους ανθρώπους; Δεύτερον, είναι διατεθειμένοι οι μεταναστευτικοί πληθυσμοί να συγκεράσουν τα ιδιαίτερα πολιτισμικά τους στοιχεία με αυτά της Ευρώπης, χωρίς παράλληλα να θυσιάσουν την ατομικότητά τους και την πολιτισμική τους κουλτούρα;
Ως  προς το πρώτο ερώτημα: Η γόνιμη ενσωμάτωση πληθυσμών με διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο, αν θεωρήσουμε ότι είναι εφικτή (και αυτό είναι ένα μεγάλο ΑΝ που δεν μπορεί εύκολα να απαντηθεί σε λίγες γραμμές), προϋποθέτει ως ελάχιστο όρο την παροχή ίσων ευκαιριών εντός των δομών μια πολιτείας. Αυτό με τη σειρά του συνεπάγεται αυξημένες δημοσιονομικές δαπάνες για μια σειρά από λόγους (υλική στήριξη και κοινωνικά επιδόματα στους μετανάστες κατά τους πρώτους μήνες παρουσίας τους στις χώρες υποδοχής, δημιουργία υποδομών για τη στέγαση και την εκπαίδευσή τους, κατασκευή νέων θρησκευτικών χώρων κλπ.). Στην παρούσα οικονομική κατάσταση, είναι αμφίβολο αν οι ευρωπαϊκές χώρες μπορούν ή και θα ήθελαν να προβούν σε τέτοιες δαπάνες χάριν της πολύ-πολιτισμικότητας και της απαραίτητης πληθυσμιακής ανανέωσής τους[4], καθώς κάτι τέτοιο αναπόφευκτα θα σήμαινε –αρχικά τουλάχιστον- των περιορισμό των κοινωνικών παροχών σε κάποιους άλλους τομείς της δημόσιας ζωής.
Ως προς το δεύτερο ερώτημα: Υπάρχουν έρευνες που παρέχουν ανησυχητικά πορίσματα για την επιθυμία των μουσουλμανικών πληθυσμών να υιοθετήσουν τα δυτικά πρότυπα ζωής[5]. Το αν τα αποτέλεσματα αυτά είναι γνήσια τέκνα πολιτισμικής διαφορετικότητας ή αποτελούν συνέπεια μιας εργαλειακής χρήσης των Πολιτισμών –όπως θα υποστήριζε ο Παναγιώτης Κονδύλης[6]- προκειμένου να προωθηθούν πολιτικές ισχύος που διαθέτουν τα κρατικά και μη υποκείμενα σε διεθνές επίπεδο, μένει να αποδειχθεί σε βάθος χρόνου. Εντούτοις, στην Ιστορία, ο πολιτικός χρόνος είναι αμείλικτος. Συνεπώς, αν οι πολιτισμικές ζυμώσεις απαιτήσουν δεκαετίες ή και εκατονταετίες για να ολοκληρωθούν, ίσως να οδηγήσουν προηγουμένως σε ανεπίστρετα αποτελέσματα, που τελικά δεν θα επιτρέψουν στις ίδιες αυτές τις ζυμώσεις να λάβουν χώρα.
Η ευρωπαϊκή ταυτότητα σε κρίση
Θα κλείσουμε αναφέροντας ότι οι  à la carte ευρωπαϊκές πολιτικές, πέραν των εθνικών ή και πολιτικών καιροσκοπισμών, φανερώνουν και μια βαθύτερη κρίση της ευρωπαϊκής ταυτότητας, όπως αυτή έχει εξελιχθεί απ’ την εποχή του Διαφωτισμού και εντεύθεν. Η αρχική πίστη στην καλή φύση του Ανθρώπου (Ζαν Ζακ Ρουσσώ) και στην ικανότητα του Ορθολογισμού να επιλύει κοινωνικά προβλήματα, άρχισε να κλονίζεται απ’ τα πορίσματα της Βιολογίας και της Ψυχιατρικής που έδειξαν ότι η κληρονομικότητα και το Υποσυνείδητο περιορίζουν την αποτελεσματικότητα και την αυτενέργεια του Ατομικού Δρώντος. Αποκορύφωμα αλλά και έμπρακτη απόδειξη των περιορισμών αυτών, υπήρξαν η Αποικιοκρατία, η άνοδος των Εθνικισμών, ο Φασισμός και ο Ολοκληρωτισμός και τελικά οι Δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι, που στοιχειοθέτησαν με τον πιο σκληρό τρόπο τις αδυναμίες που παρουσιάζει η επιδίωξη της «μεγιστοποίησης της χρησιμότητας» απ’ το Άτομο.
Καθώς, όλες οι ταυτότητες –συλλογικές και ατομικές- με το πέρασμα του χρόνου διέρχονται από κρίσεις, οφείλουν να ανασυντίθενται εμπλουτιζόμενες με γονιμότερα στοιχεία. Αυτό που δείχνει να απουσιάζει σήμερα απ’ τον ευρωπαϊκό –και εν γένει απ’ τον Δυτικό-  Πολιτισμό είναι η δυνατότητα του να σκέπτεται πέρα απ’ το Εκστατικό του Εγώ. Η Ταυτότητα αρθρώνεται πάντα μέσα απ’ τη σχέση μας με τα υπόλοιπα μέλη της Κοινωνίας, αλλιώς παραμένει κενό γράμμα, αποτελεί ένα «χωρίς Εμείς» Εγώ που καταλήγει στον απόλυτα κυνικό ρεαλισμό, αλλά και στον μηδενισμό, όπου όλα είναι σχετικά και γι’ αυτό όλα επιτρέπονται. Αντιθέτως, όταν ο Άνθρωπος αρχίσει να ορίζει την ύπαρξή αλλά και τη δράση του λιγότερο ως Άτομο και περισσότερο ως Πρόσωπο («ως προς τους Άλλους»), τότε θα είναι ευκολότερο να κατανοηθούν οι διαφορετικές ιδεολογικές, πολιτισμικές και ιστορικές αφετηρίες και να δημιουργηθούν νοήματα και στόχοι που ικανοποιούν κοινές ανάγκες και δημιουργούν αμοιβαία επωφελή αποτελέσματα.
* Ο κ. Μιχάλης Διακαντώνης είναι οικονομολόγος και διεθνολόγος, συντονιστής έρευνας στο Παρατηρητήριο Ανατολικής Μεσογείου του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (Πάντειο Πανεπιστήμιο).


liberal.gr