Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

Η Άλωση της Τριπολιτσάς – Σαν σήμερα 23 Σεπτεμβρίου 1821

Σαν σήμερα το 1821…. Η Άλωση της Τριπολιτσάς. Έλληνικές δυνάμεις, υπό την αρχηγία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ύστερα από τρίμηνη πολιορκία καταλαμβάνουν την Τρίπολη, όπου είχαν συγκεντρωθεί 40.000 Τούρκοι. Η άλωση της Τριπόλεως αποτέλεσε βαρύ πλήγμα για τους Τούρκους και την πρώτη μεγάλη νίκη της Επαναστάσεως.
     …. Την ίδια μέρα, τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις καταλαμβάνουν και πυρπολούν το Γαλαξίδι.


Κείμενο της Εύας Γαλανιάδη 
από το arcadiaportal.gr
Τριπολιτσά, 23 Σεπτεμβρίου 1821. Ο Κολοκοτρώνης και το ασκέρι του, που απείχε πολύ από το να ονομαστεί στρατός, αλώνουν ή απελευθερώνουν ή σφάζουν την Τριπολιτσά και από το αποτέλεσμα της πράξης τους οι ελληνικές δυνάμεις πιστεύουν ότι καθορίζουν την έκβαση της Επανάστασης.
Ανάμεσα στον ηρωισμό και στη συγκυρία, ανάμεσα στην ευφυή στρατηγική και στον πατριωτισμό που μεταγενέστερα αποκτήσαμε χάρις στα ανδραγαθήματα ή κατ’ άλλους χάρις στα εγκλήματα των αγωνιστών, υπάρχει η αλήθεια μιας πρωτεύουσας που κάηκε, λεηλατήθηκε, βιάστηκε και πυρπολήθηκε. Υπάρχει η αλήθεια της βίας, που, αν την αγνοήσουμε, κινδυνεύουμε να χάσουμε ένα μεγάλο μέρος της αλήθειας της άλωσης, της απελευθέρωσης, της σφαγής της Τριπολιτσάς που έγινε πριν από 195 χρόνια και για τρεις ολόκληρες ημέρες και ξεκίνησε στις 23 Σεπτεμβρίου του 1821.
Το ίδιο επικίνδυνο είναι να αγνοήσουμε τη θέληση -και μήπως η δημιουργία είναι κάτι άλλο εκτός από καθαρή θέληση;- μιας χούφτας ανθρώπων όχι μόνο να αυτονομηθούν, αλλά να ανεξαρτητοποιηθούν. Από την άλλη, αν η Μεγάλη Βρετανία δεν αποφάσιζε για τους δικούς της λόγους η Ελλάδα να γίνει όχι απλώς αυτόνομο αλλά ανεξάρτητο κράτος, βέβαιον είναι ότι πλήρη ελευθερία δεν θα αποκτούσαμε ποτέ.
Με την ελπίδα ότι τα παρακάτω θα οδηγήσουν σε γόνιμο προβληματισμό και συζήτηση, παραθέτουμε όσες μαρτυρίες είναι δυνατόν από τις ημέρες εκείνες. Η ιστοριογραφία έχει ακόμα πολλές πτυχές των γεγονότων να διερευνήσει.
ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΑ ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ 23 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑ
Η Τριπολιτσά ήταν το σημαντικότερο διοικητικό, στρατιωτικό και οικονομικό κέντρο της Πελοποννήσου και είχε ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, καθώς έλεγχε τις οδούς προς τις άλλες μεγάλες πόλεις της Πελοποννήσου. Η σημερινή πρωτεύουσα της Αρκαδίας ήδη από το 1786 ήταν έδρα του βιλαετιού του Μοριά με διοικητή τον Πασά του Μορέως. Σημειωτέον ότι η έδρα του Πασά από το Ναύπλιο μεταφέρθηκε στην Τριπολιτσά επειδή η πανούκλα είχε λεηλατήσει την πόλη του Αργολικού κόλπου.
Οι κάτοικοι της πόλης πριν από την επανάσταση, σύμφωνα με τον Gordon (Σκώτος φιλέλληνας ο οποίος είχε φθάσει στην Τριπολιτσά με εθελοντές μαχητές, τρία πυροβόλα και 600 τουφέκια), ανέρχονταν σε 15.000, εκ των οποίων 7.000 Έλληνες και 1.000 Εβραίοι. Σύμφωνα με άλλες πηγές, το 1821 κατοικούσαν στην πόλη 13.000 Έλληνες, 7.000 Τούρκοι καθώς και 400 Εβραίοι. Με την έναρξη των εχθροπραξιών, οι Έλληνες έφυγαν και πολλοί Τούρκοι κατέφυγαν στην Τριπολιτσά, όπως και σε άλλες οχυρές πόλεις, με συνέπεια να διπλασιαστεί ο πληθυσμός της και να φτάσει στους 30.000 κατοίκους. H πόλη δεν είχε επάρκεια τροφίμων, αλλά, είχε άφθονο πόσιμο νερό, λόγω των πηγαδιών της.
Διοικητής της Πελοποννήσου ήταν ο Χουρσίτ Μεχμέτ πασάς. Όταν έμαθε για την πολιορκία από την Ήπειρο όπου πολεμούσε τον Αλή πασά, ο Χουρσίτ έστειλε στην Τριπολιτσά 3.500 στρατιώτες υπό τον Κεχαγιάμπεη. Άλλοι ηγέτες των Τούρκων ήταν ο Δεφτερντάρης, ο Σιέχ Νετσίπ εφέντης και ο Κιαμήλμπεης της Κορίνθου, όλοι Πελοποννήσιοι. Διοικητές της πόλης ήταν ο Κεχαγιάμπεης και ο καϊμακάμης Σελίχ Μεχμέτ, αλλά μεγάλη ήταν η επιρροή της γυναίκας του Χουρσίτ. Η δύναμη των ενόπλων ήταν 10.000 άντρες, Αλβανοί, Ασιάτες και Πελοποννήσιοι Οθωμανοί.
Αρκετοί αρχιερείς και προεστοί είχαν προστρέξει εντός των τειχών της πόλης, ύστερα από διαταγή των Τούρκων οι οποίοι είχαν πληροφορίες για τη σχεδιαζόμενη εξέγερση. Οι αρχιερείς και οι πρόκριτοι ήταν στην αρχή απλώς σε περιορισμό μέσα στην πόλη, αλλά καθώς η πολιορκία στένευε, φυλακίστηκαν «εις καθησύχασιν του όχλου», όπως αναφέρει ο Φραντζής. Οι όμηροι έζησαν πέντε μήνες σε τραγικές συνθήκες και πολλοί από αυτούς πέθαναν.
Έως τις αρχές Μαΐου του 1821 οι επαναστάτες είχαν περικυκλώσει την Τριπολιτσά σε Πάπαρη, Βλαχοκερασιά, Διάσελο, Αλωνίσταινα και Βέρβενα. Τότε έφθασε η πληροφορία ότι ο Μουσταφάμπεης με 3.500 άνδρες από τα Γιάννινα είχε διασπάσει την πολιορκία από τα ανατολικά και είχε εισέλθει στην πόλη. Η επιχείρηση κινδύνευε, αλλά οι δύο σημαντικές ήττες που υπέστη στο Βαλτέτσι (12 Μαΐου) και στα Δολιανά (18 Μαΐου) αναπτέρωσαν το ηθικό στο ελληνικό στρατόπεδο και συνέβαλαν καταλυτικά στην επιχείρηση εναντίον της Τριπολιτσάς. Παραμονές της άλωσης, η δύναμη των πολιορκητών είχε φθάσει στους 10.000 άνδρες. Η πόλη υπέφερε από πείνα, καθώς  οι αποθήκες των τροφίμων είχαν σχεδόν αδειάσει, τα χρήματα είχαν εξαντληθεί και οι αρρώστιες θέριζαν.
Τον Αύγουστο μαθεύτηκε ότι ο Κιαμήλμπεης θα μετέφερε ενισχύσεις και πολεμοφόδια και τότε ο Κολοκοτρώνης διέταξε κι ανοίχθηκε τάφρος (γράνα) πάνω στον δρόμο που θ’ ακολουθούσαν οι Τούρκοι, αλλά ο Κιαμήλμπεης δεν βγήκε τελικά. Βγήκαν όμως στις 10 Αυγούστου πάνω από 4.000 Τούρκοι και συγκέντρωσαν άφθονα τρόφιμα από τα γύρω χωριά. Στην επιστροφή τους τούς επιτέθηκαν οι Έλληνες που τους είχαν στήσει ενέδρα στην τάφρο, υπέστησαν βαριές απώλειες και όλες οι τροφές και τα ζώα έπεσαν στα χέρια των πολιορκητών. Η μάχη αυτή, της Γράνας, έφερε σε απόγνωση τους πεινασμένους ήδη Τούρκους.
Ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο οποίος είχε την εποπτεία όλης της επιχείρησης, αν και στη πράξη δεν μετρούσε ο λόγος του, και ενώ είχαν ήδη εκδηλωθεί επιδημίες στην πόλη, πρότεινε παράδοση της πόλης υπό ευνοϊκούς όρους, αλλά αυτή απορρίφθηκε από τους Τούρκους. Από την άλλη, ο Κολοκοτρώνης δεν θα μπορούσε να συγκρατήσει το πλήθος των στρατιωτών του στους οποίους οι οπλαρχηγοί είχαν υποσχεθεί αμοιβή και μερίδιο από τα λάφυρα.
Σύμφωνα με τον Φιλήμονα, «η εκ περάτων της Πελοποννήσου υπερσωρευθείσα πληθύς ηπείλει διαρπαγήν γενικήν» και γι’ αυτό αποφασίστηκε ότι οι στρατιώτες, οι οποίοι δεν είχαν πληρωθεί από την αρχή της πολιορκίας, θα λάμβαναν τα δύο τρίτα της λείας ενώ το υπόλοιπο ένα τρίτο θα πήγαινε στο Εθνικό Θησαυροφυλάκιο. Η μοιρασιά θα ήταν ισότιμη και η οπισθοφυλακή θα λάμβανε όσα και η εμπροσθοφυλακή. Υπήρχαν και ειδικές αμοιβές για κάθε αιχμάλωτο Τούρκο, ενώ μέχρι τότε πληρώνονταν μόνο για τα κομμένα κεφάλια που έφερναν στο στρατόπεδο (τρεις πιάστρες). Οι Κεχαγιάμπεης, Κιαμήλμπεης και άλλοι επίσημοι Τούρκοι επικηρύχθηκαν. Οι Αλβανοί έκαναν μαύρη αγορά τροφίμων και νερού και πήραν τους καθυστερούμενους μισθούς τους, αφού απέκλεισαν τον Κεχαγιάμπεη στο σαράι του. Οι 15.000  Έλληνες πολιορκητές είχαν φτάσει, όπως αναφέρει ο Φιλήμων, «επ’ ελπίδι λαφυραγωγίας»  και ορισμένοι από αυτούς πουλούσαν τη νύχτα εφόδια στους πολιορκημένους. Οι Έλληνες έδιναν τρόφιμα και έπαιρναν όπλα και πολύτιμα αντικείμενα. Αν και οι οπλαρχηγοί έβλεπαν αυτές τις συναλλαγές, δεν τις εμπόδισαν, καθώς οι περισσότεροι Έλληνες δεν είχαν όπλα. Όπως λέει ο Φωτάκος, μερικοί πολεμούσαν «με τη βουκέντρα του βοδιού τους».
Επειδή οι Αλβανοί εντός της πόλης, η φρουρά του πασά, θεωρήθηκε ότι ήταν προσκείμενοι στον Αλή των Ιωαννίνων, Σουλιώτες σύμμαχοι του Αλή πασά πρότειναν να γίνει συμφωνία μεταξύ αυτών και των πολιορκητών, ώστε να αποδυναμωθεί η άμυνα της πόλης. Ο Ελμάσμπεης ήλθε σε συμφωνία με τον Κολοκοτρώνη: οι Αλβανοί θα έφευγαν με τα όπλα τους και όλη τους την αποσκευή, τα χαρέμια και τους επισημότερους Τούρκους, τον Κεχαγιάμπεη δηλαδή, τον καϊμακάμη, τον καδή καθώς και με μερικούς άλλους που δεν ήταν Πελοποννήσιοι. Υπόσχονταν δε να πολεμήσουν κατά του σουλτάνου μόλις επέστρεφαν ασφαλείς στην Ήπειρο. Δόθηκαν όμηροι από πλευράς Κολοκοτρώνη και Κανέλλου Δεληγιάννη. Οι πανικόβλητοι Τούρκοι, μόλις πληροφορήθηκαν για τη συμφωνία των Αλβανών και συνειδητοποίησαν ότι θα έμεναν μόνοι στην πόλη, άρχισαν να παραδίνονται σε γνωστούς τους Έλληνες μαζί με τις περιουσίες τους. Ο Raybaud γράφει για «κατάπτυστες συμφωνίες» των οπλαρχηγών (Κολοκοτρώνης, Μαυρομιχαλαίοι, Μπουμπουλίνα) με τους Τούρκους, ενώ εξαιρεί μόνο τον Νικηταρά. Η Μπουμπουλίνα πήρε πλούσια δώρα από τις πλούσιες Εβραίες «έναντι αορίστων επαγγελιών», σύμφωνα με τους Gordon, Finley και Reybaud. Ωστόσο, η φήμη για τον Κολοκοτρώνη διαψεύδεται καθώς υπάρχει επιστολή του Κολοκοτρώνη με την οποία τον Δεκέμβριο του 1821 παρακαλεί να του στείλουν ύφασμα και χαρτί.

Η ΣΦΑΓΗ
Οι μπέηδες και αγάδες άρχισαν να συσκέπτονται στην Τριπολιτσά για τους όρους της παράδοσης, καθώς έβλεπαν ότι πια δεν υπήρχε ελπίδα. Αλλά, ο στρατιώτης Μανώλης Δούνιας από τον Πραστό Κυνουρίας στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, ημέρα Παρασκευή, μαζί με δύο συντρόφους του αναρριχήθηκε στα τείχη της πόλης που έφθαναν τα πεντέμισι μέτρα ύψος και εισήλθε στην Τριπολιτσά, εκμεταλλευόμενος τη γνωριμία του με τον φύλακα του προμαχώνα. Αφού τον εξουδετέρωσε, άνοιξε την Πύλη του Μυστρά και οι Έλληνες επαναστάτες εισόρμησαν στην πόλη. Οι κάτοικοί της αντιστάθηκαν, χωρίς επιτυχία, επί δίωρο.
Ο Φρανσουά Πουκεβίλ δεν διστάζει να γράψει ότι «μονάχα αν βάλει κανείς στον νου τους τις χειρότερες βιβλικές καταστροφές όπου σφάζανε ακόμη και τα κατοικίδια ζώα, θα έχει μια πιο πιστή εικόνα της σφαγής της Τριπολιτσάς». Ο Ιωάννης Φιλήμων είναι ακόμη πιο γραφυρός:
«Γυναίκες ων η λευκότης διεφιλονείκει και προς αυτήν την χιόνα, νεανίδες, ων ουδ’ ο θάνατος κατεμάρανε την χιόνα, βρέφη, τα μεν χειραπτάζοντα τους μαστούς και βαβάζοντα, τα δε το στόμα έχοντα επί μαστού αιμοφύρτου, νέοι, γέροντες, άντρες, ανάμικτοι κατέκειντο θέαμα βαρυπενθές… Ιδίως δε η εκ της πύλης των Καλαβρύτων μέχρι του σατραπείου λεωφόρος από λιθοστρώτου μετεσχηματίσθη, ιν’ είπωμεν, εις πτωματόστρωτον, και ουθ’ ο πεζός, ουθ’ ο ίππος επάτει επί της γης, αλλά επί πτωμάτων». 
Ο ίδιος ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στα Απομνημονεύματά του (τα οποία υπαγόρευσε το 1839 στον Γεώργιο Τερτσέτη) λακωνικά, όπως πάντα, περιγράφει:
Ο Φωτάκος θυμάται: «Ακόμα και τώρα έρχεται στο νου μου το λιάνισμα και το τρίξιμο των κοκκάλων και ανατριχιάζω. Τους επαρακάλεσα να παύσουν την σφαγή αλλά δεν εκατόρθωσα τίποτα, μάλιστα εφοβήθηκα μη μου δώσουν και εμένα καμία πληγήν. Τόσην ήτο η μέθη των δια να σκοτώνουν Τούρκους…».
Μετά τις τρεις ημέρες σφαγής, δεν υπήρχαν άλλοι ζωντανοί άμαχοι για να δολοφονηθούν: «Η φρενίτις εκείνη της φυλετικής εκδικήσεως δεν εγνώρισεν όρια. Έφτασε μέχρι των τάφων. Το τουρκικόν κοιμητήριον ανεσκάφη, και οστά και νεκροί ταφέντες προ ολίγου καιρού ερρίφθησαν εις τους δρόμους.» (Διονυσίου Κόκκινου Η Ελληνική Επανάστασις, Μέλισσα 1957, τόμος Γ΄, σελ. 318).
Ο Raybaud, που ήταν ο μόνος αυτόπτης από τους ξένους συγγραφείς, αναφέρει: «Σ’ ένα μόνο νόμο υπάκουαν, σ’ αυτόν της καταστροφής. Σ’ ένα σύνθημα, της σφαγής».
Ο William St. Clair, ο οποίος αναφέρει στο βιβλίο του πολλούς αξιωματικούς αυτόπτες μάρτυρες, αναφέρει: «Πολύ πάνω από δέκα χιλιάδες Τούρκοι πέθαναν. Αιχμάλωτοι τους οποίους υποπτευόταν οι Έλληνες ότι έκρυβαν τα χρήματά τους βασανίστηκαν βίαια. Τους ξερίζωσαν χέρια και πόδια και τους σούβλισαν αργά πάνω σε φωτιές. Άνοιγαν τις κοιλιές των εγκύων γυναικών, τους έκοβαν τα κεφάλια και έβαζαν κεφάλια σκυλιών ανάμεσα στα πόδια τους. Από την Παρασκευή ως την Κυριακή ο αέρας ήταν γεμάτος από κραυγές. Ένας Έλληνας καυχάτο ότι έσφαξε ενενήντα αμάχους. Οι Eβραίοι της πόλης υπέστησαν συστηματικούς βασανισμούς … Επί εβδομάδες μετά λιμοκτονούντα παιδιά Τούρκων που έτρεχαν αβοήθητα μέσα στα χαλάσματα σφαγιάσθηκαν και πυροβολήθηκαν από ενθουσιώδεις Έλληνες… Όλα τα πηγάδια μολύνθηκαν από τα πτώματα που είχαν πέσει μέσα». Οι παραπάνω πληροφορίες ελέγχονται από τον Σιμόπουλο ως ανακριβείς, καθώς οι περισσότεροι Τούρκοι έπεσαν νεκροί από τουφέκι, επειδή οι Έλληνες στρατιώτες φοβούνταν να τους πλησιάσουν εξαιτίας της επιδημίας.

ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
Η Άλωση της Τριπολιτσάς αποτέλεσε σταθμό για την εδραίωση και την εξέλιξη της Επανάστασης, ενώ η σύλληψη και η εκτέλεση του σχεδίου ανέδειξε τον Κολοκοτρώνη σε αρχηγό της Επανάστασης. Ολόκληρη η Πελοπόννησος βρισκόταν στα χέρια των Ελλήνων, εκτός των φρουρίων, Πατρών, Μεθώνης, Κορώνης και Ναυπλίου, τα οποία πολιορκούνταν στενά. Σύμφωνα με τον Φιλήμονα «τα αποτελέσματα της αλώσεως της Τριπόλεως επήλθον μέγιστα ως προς τους Έλληνας». Η Επανάσταση εφοδιάστηκε με 11.000 όπλα, εμψυχώθηκε και απέκτησε όνομα στο εξωτερικό. Οι ισχυρότεροι πολεμιστές της Πελοποννήσου νικήθηκαν και όλοι η χερσόνησος, πλην λίγων φρουρίων, περιήλθε στους Έλληνες. Σταθμό «για την εδραίωση και την πορεία του Αγώνα» θεωρεί την πτώση της Τριπολιτσάς ο Βασίλης Σφυρόερας.
Από την άλλη πλευρά, ο Φωτάκος λέει ότι ελάχιστα ήταν τα υλικά οφέλη για τους επαναστατημένους, αφού τα λάφυρα, η λεία, έγιναν αντικείμενο αρπαγής και ούτε καν το ένα τρίτο της δεν έφτασε στο περίφημο εθνικό θησαυροφυλάκιο. Ο Υψηλάντης, ο πάντοτε μετριοπαθής, που ήθελε την παράδοση της πόλης ακριβώς για να ενισχυθεί με τον πλούτο της ο αγώνας, όταν επέστρεψε στην Τριπολιτσά (σημειωτέον ότι ο Κολοκοτρώνης τον είχε απομακρύνει διαβεβαιώνοντάς τον ότι δεν θα πραγματοποιούσε έφοδο) μάταια προσπάθησε να πείσει τους Έλληνες να καταθέσουν μέρος των λαφύρων που είχαν αρπάξει στον κοινό αγώνα.
«Οι μαργαρίται επωλήθησαν διά της οκάδος ως άλλοι φάσηλοι», γράφει ο Φιλήμων, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι πολλοί Έλληνες που είχαν έρθει να πολεμήσουν στην Τριπολιτσά από τη Στερεά και αλλού, γύρισαν στα σπίτια τους. Όπως είχε αναφέρει και η καθηγήτρια του ΕΚΠΑ Μαρία Ευθυμίου κατά τη διάλεξή της για την άλωση εδώ, μαλάματα από την Τρίπολη βρέθηκαν σε στάνες βοσκών σε όλον τον ελλαδικό χώρο.
militaire.gr