Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Η "βόμβα" από την Ελβετία για τον Άκη, τα 80 εκατ. μίζες και ο Ζήγρας

 
© Παρέχεται από: capital.gr
του Παναγιώτη Στάθη
Δύο βόμβες επιφύλασσε η ελβετική δικαιοσύνη τον περασμένο Αύγουστο στον Ακη Τσοχατζόπουλο, τη στιγμή που η δίκη στην Ελλάδα, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για την υπόθεση των εξοπλιστικών και του ξεπλύματος χρήματος, βρίσκεται στην τελική ευθεία.

Η είδηση πως οι Ελβετοί υιοθέτησαν πλήρως τους ισχυρισμούς του Νικ. Ζήγρα και ουσιαστικά αποφάνθηκαν πως ο πρώην ΥΠΕΘΑ διακίνησε μίζες περίπου 80 εκατ., βρήκε τον Α. Τσοχατζόπουλο αποφυλακισμένο μεν αλλά στην κορύφωση της προσπάθειας να μειώσει την ποινή των 20 ετών που του είχε επιβληθεί πρωτοδίκως. Οι αποφάσεις προφανώς και δεν μπορούν να συνδεθούν ευθέως με την εν εξελίξει δίκη πλην αποτελούν έναν επικοινωνιακό "κόλαφο" για τον πρώην υπουργό. Τι λένε οι αποφάσεις:
Οι αποφάσεις-Η πρώτη απόφαση της Ομοσπονδιακής Εισαγγελίας της Βέρνης εκδόθηκε στις 21 Αυγούστου του 2017 και δέχεται ότι ο Νίκος Ζήγρας διακίνησε για λογαριασμό του Ακη Τσοχατζόπουλου, μέσω δύο τραπεζικών λογαριασμών που άνοιξε στη Morgan Stanley, 39,5 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα με την απόφαση, ο Νίκος Ζήγρας αρχικά δήλωσε ότι θα κατέθετε στον νέο του λογαριασμό το ποσό των 5 εκατ. δολαρίων, στη συνέχεια όμως, "κατά το διάστημα από το 1999 έως το 2001, προέβη σε καταθέσεις μέσω πολλαπλών επιταγών, ύψους 47 εκατ. δολαρίων (39,5 εκατ. ευρώ)". Κατά τους Ελβετούς δικαστές, όμως, τα παραπάνω ποσά "δεν ανήκαν στην περιουσία του Ζήγρα, αλλά προέρχονταν αποδεδειγμένα από τη ρωσική εταιρεία Antey, η οποία τέλη της δεκαετίας του 1990 είχε λάβει από τον τότε Ελληνα υπουργό Αμυνας Αθανάσιο-Απόστολο Τσοχατζόπουλο προμήθεια για την αποστολή των οπλικών συστημάτων Tor-M1 προς τον Ελληνικό Στρατό". Ως αντάλλαγμα η Antey, σύμφωνα με την απόφαση, "κατέβαλε στον Ακη Τσοχατζόπουλο αντίστοιχες δωροδοκίες"!
-Με τη δεύτερη απόφαση, η οποία εκδόθηκε στις 28 Αυγούστου, η ελβετική Δικαιοσύνη δέχεται ότι ο Ακης Τσοχατζόπουλος λάμβανε όλες τις αποφάσεις για τη διακίνηση των χρημάτων και έδινε εντολές ή εμφανιζόταν ακόμη και ο ίδιος στις ελβετικές τράπεζες. Άλλωστε ο πρώην υπουργός, όπως προκύπτει από έγγραφα της ελληνικής Δικαιοσύνης, είχε ταξιδέψει με διαβατήριο του Νίκου Ζήγρα στην Ελβετία, το οποίο σημειωτέον είχε κλαπεί, για να πραγματοποιήσει τραπεζικές συναλλαγές στο όνομά του. Μάλιστα, όπως αναφέρεται στην απόφαση, κατά το άνοιγμα του πρώτου λογαριασμού από τον Ζήγρα στη Morgan Stanley το 1999, ο αρμόδιος τραπεζικός σύμβουλος ήταν ενημερωμένος για το ότι πραγματικός δικαιούχος των περιουσιακών στοιχείων θα είναι ο Ακης Τσοχατζόπουλος. Για τη συμπεριφορά του αυτή μάλιστα ο εν λόγω τραπεζικός σύμβουλος έκανε έναν χρόνο φυλακή στην Ελβετία.  Η απάντηση του Άκη  
Ο Ακης Τσοχατζόπουλος αντέδρασε και σε δήλωσή του χαρακτηρίζει "γνωστό, συνειδητό, ψεύτη και σκευωρό" τον Νίκο Ζήγρα, επίσης κατηγορούμενο, υποστηρίζοντας ότι "προσπάθησε για ακόμη μια φορά, να ¨κατασκευάσει¨ ψευδείς εντυπώσεις και να με ενοχοποιήσει, με στόχο να επηρεάσει την απόφαση του Δικαστηρίου" για τις "χρυσές μίζες" των εξοπλιστικών η οποία θα εκδοθεί στις 30 Οκτωβρίου 2017.

"Ουδέποτε είχα τραπεζικούς λογαριασμούς στο εξωτερικό, ούτε και καμία σχέση, τόσο εγώ όσο και η γυναίκα μου με τους λογαριασμούς του ΖΗΓΡΑ.
Ο μόνος λόγος για τον οποίο κατηγορήθηκα και καταδικάστηκα είναι οι πολιτικές επιλογές μου στην υπηρεσία του εθνικού συμφέροντος της Ελλάδας, στον τομέα της ενέργειας, της ασφάλειας, των εξοπλισμών, της άμυνας και της οικονομίας, που ενόχλησαν πολλούς στα γεωενεργειακά, γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα τους" αναφέρει μεταξύ άλλων ο Άκης Τσοχατζόπουλος.
Η πρόταση του εισαγγελέαΥπενθυμίζεται πως την ενοχή -όπως και πρωτοδίκως- του Άκη Τσοχατζόπουλου, της Βίκυς  Σταμάτη, της Αρετής Τσοχατζοπούλου -η οποία αν γινει δεκτή μπορεί να θέσει εκ νέου θέμα επιστροφής τους στις φυλακές- έχουν προτείνει οι εισαγγελείς της έδρας του Πεντεμελούς Εφετείου Κακουργημάτων. Η εισαγγελική πρόταση ζητεί την ενοχή συνολικά  των 12 εκ των 16 κατηγορούμενων.
Στην αγόρευσή της  η Αναστασία Δημητριάδου ζητησε την καταδίκη όπως και πρωτοδίκως 12 εκ των κατηγορουμένων, καθώς επίσης την απαλλαγή λόγω αμφιβολιών τεσσάρων και συγκεκριμένα των Παναγιώτη Σταμάτη, Νίκου Καρατζά, Νίκου Γεωργουλάκη και Γιώργου Κωνσταντάτου για τους οποίους όπως τόνισε διατηρεί αμφιβολίες ότι γνώριζαν για την παράνομη προέλευση των χρημάτων.
Η εισαγγελέας μίλησε για ένα "δαιδαλώδες δίκτυο τραπεζικών λογαριασμών και εξωχώριων εταιριών με στόχο την νομιμοποίηση της παράνομης περιουσίας του πρώτου κατηγορούμενου, Άκη Τσοχατζόπουλου, ενώ ο αναπληρωτής της Σταμάτης Δασκαλόπουλος αναφέρθηκε σε "εγκλήματα διαφθοράς πολιτικού προσώπου” και σε "παράνομες χρηματορροές δωροδοκίας και στη χρησιμοποιηση του παράνομου χρήματος”.
Όσο για το ακίνητο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, κατά την κ. Δημητριάδου, "αποδείχθηκε ότι η πώληση του ακινήτου που κατέληξε στην ιδιοκτησία της κατηγορούμενης ήταν εικονική. Οι αγοραπωλησίες επέτρεψαν τη μεταβίβαση για να συγκαλύψει την αληθινή προέλευση των χρημάτων".  Όπως ανέφερε μέσω του χρηματοπιστωτικού συστήματος αποπειράθηκε και πέτυχε να νομιμοποιήσει μίζες που έλαβε από το Tor M1 και των υποβρυχίων.
Παράλληλα, η κυρία Δημητριάδου ζήτησε να κηρυχθεί ένοχη η κόρη του πρώην υπουργού, Αρετή Τσοχατζοπουλου και η σύζυγος του, Βίκυ Σταμάτη όπως επίσης και ο κατασκευαστής, Αστέριος Οικονομίδης καθώς και ο επιχειρηματίας, Γιώργος Σαχπατζίδης, όπως και η λογίστρια του, Ευφροσύνη Λαμπροπούλου. Επίσης, ζήτησε την ενοχή και πρώτου εξαδέλφου του πρώην υπουργού, Νίκου Ζήγρα καθώς και των χρηματιστών, Οράτιου Μελά και Νίκου Αντωνιάδη όπως και της δικηγόρου, Μαρίας-Ταλίτα Τσεκούρα και της πρώην συζύγου του Άκη Τσοχατζόπουλου, Γκούντρουν καθώς και του πρώην διευθυντή εξοπλισμών του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, Γιάννη Σμπώκου.
Η Βίκυ ΣταμάτηΓια την Βίκυ Σταμάτη η εισαγγελέας είπε πως "είναι έξυπνη γυναίκα, εργαζόμενη και απόλυτα ικανή να κατανοήσει από που προέρχονταν τα χρήματα. Απέκρυψε τον τρόπο απόκτησης περιουσίας και μετέτρεψε μέρος της περιουσίας σε εργασίες και απέκρυψε την προέλευση της περιουσίας”.
Ζήτησε επίσης την ενοχή του Γιάννη Σμπώκου για διακίνηση 10.000.000 ευρώ και όχι 40.000.000 ευρώ όπως του αποδίδονται κατά την κατηγορία ενώ εμφανίστηκε πεπεισμένη ότι σε αυτόν αναφέρονται οι έγγραφες σημειώσεις του πρώην υπουργου.