Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

Η Διαβόητος Βιαία Ναυτολογία στο Βρετανικό Ναυτικό (ΜΕΡΟΣ Α)


του Ηλία Μεταξά*
Το Βρετανικό Ναυτικό επί αιώνες κυριαρχούσε στους Ωκεανούς. Έδινε το παράδειγμα σε άλλα Πολεμικά Ναυτικά να το μιμούνται, να ακολουθούν τις Τακτικές του και το κυριότερο, τα περισσότερα εξ αυτών να αντιγράφουν τις στολές του μέχρι των ημερών μας. Αυτό το θαυμάσιο Ναυτικό το εδημιούργησαν εκείνοι οι απλοί και αγράμματοι Ναύτες που από μόνοι τους έγιναν θρύλος και τους αξίζει ο θαυμασμός. Οι περισσότεροι από αυτούς
«εναυτολογούντο» δια της βίας, ημείβοντο ελάχιστα και ζούσαν μόνιμα μέσα στην υγρασία και γενικώς κάτω από βρώμικες και εν πολλοίς κτηνώδεις συνθήκες.
Ετιμωρούντο δια το παραμικρό (ή και κανένα παράπτωμα) με απάνθρωπες ποινές. Όταν άρχιζε κάποιος πόλεμος, τους έδιναν τον κυνικό χαρακτηρισμό “DD”(Discharged Dead) = απολυθέντες νεκροί. Οι αντικαταστάτες τους εξηναγκάζοντο να μπουν στα καράβια με τις “Press Gangs”, όπως θα δούμε πιο κάτω.
Όταν τελείωνε το ταξίδι ή ο πόλεμος, εγκατελείποντο στην μοίρα τους άρρωστοι, άφραγκοι και ξεχασμένοι. Είναι απορίας άξιον πώς κατόρθωναν να έχουν τόσο υψηλό ηθικό και να φτιάξουν ένα πανίσχυρο Όπλο το οποίον έβλεπαν με δέος σε όλο τον Κόσμο. Οι Άγγλοι λένε ότι δια την ναυπήγηση ενός πλοίου χρειάζονται 2 χρόνια. Δια να καταρτισθεί ένας Ναύτης απαιτούνται 4 χρόνια. Δια να ετοιμασθεί ένας Κυβερνήτης 10 χρόνια και ένας Ναύαρχος 20 χρόνια.
Οπωσδήποτε και οι Αξιωματικοί τους είχαν τεραστίαν επίδραση και συμβολή στην παντοδυναμία του Royal Navy. Οι περισσότεροι κατετάσσοντο σε πολύ μικρή ηλικία που σήμερα τα παιδιά συνήθως πηγαίνουν ακόμη στο Γυμνάσιο. Συνήθως ήσαν γόνοι αριστοκρατικών ή μεγαλο-αστικών οικογενειών με γονείς επιστήμονες ή εμπόρους. Πολύ λίγοι ήσαν από οικογένειες οι οποίες ανήκαν στα χαμηλότερα (εισοδηματικά) στρώματα της κοινωνίας. Άρχιζαν ως Μαθητευόμενοι δίπλα στους Κυβερνήτες τους, δήθεν ως «Καμαρωτάκια» και μάθαιναν την δουλειά τους από την καρένα μέχρι το άλμπουρο.
Στην εποχή του πανιού μέτραγε ο άνθρωπος και όχι η τεχνολογία (που δεν υπήρχε). Εχρειάζετο μεγάλο κουράγιο και πειθαρχία να πλησιάζεις τον εχθρό αργά-αργά με την πνοή του ανέμου, να δέχεσαι τις βολές του και να μην τις ανταποδίδεις έως ότου ο «Καπετάνιος» σου θα κρίνει την κατάλληλη στιγμή δια να διατάξει πυρ. Επίσης, απαιτούσε θαυμάσια ηγετικά προσόντα από τους
Αξιωματικούς, οι οποίοι έπρεπε να περπατούν ήρεμοι χωρίς να προφυλάσσονται ανάμεσα στα Πληρώματα στις θέσεις μάχης και στις ομοχειρίες των κανονιών δια να τους δίνουν οδηγίες και να τους εμψυχώνουν.
Οι Αξιωματικοί προ της μάχης φορούσαν την καλλίτερη τους “Full Dress” με περισκελίδες τύπου «κυλότ» και λευκές μεταξωτές κάλτσες. Δεν φορούσαν τις υψηλές μπότες τους, ώστε εάν ετραυματίζοντο στα πόδια να μη χάνουν πολύτιμα λεπτά μέχρι να τις βγάλουν δια να επιδέσουν τις πληγές τους. Όποιος ετραυματίζετο πρώτος, εδικαιούτο ιατρική περίθαλψη πρώτος, αδιακρίτως του βαθμού του. Τα καράβια πλησίαζαν το ένα το άλλο και εκανονιοβολούντο συνεχώς. Στα καταστρώματα υπήρχαν διάσπαρτα διαμελισμένα κορμιά και ήταν τόσο ολισθηρά από τους ποταμούς αίματος ώστε έριχναν πολλά μπουγέλα με άμμο δια να μπορούν να σταθούν όρθιοι. Τα πλοία τράκαραν και τα κολλούσαν το ένα δίπλα στο άλλο ρίχνοντας γάντζους. Εκείνο δε το Πλήρωμα το οποίον είχε τις λιγότερες απώλειες, σαλτάριζε επάνω στο εχθρικό με σπάθες, τσεκούρια, πιστόλες, καμάκια, κεφαλοθραύστες κ.λπ. και άρχιζε ο δεύτερος γύρος του μακελειού μέχρι να κατεβάσει την σημαία του ο ηττημένος.
Οι αμυνόμενοι έριχναν στην κουβέρτα γλοιώδη μίγματα και τα ειδικά καρφιά, τους γνωστούς Tριβόλους, οι εισβολείς γλιστρούσαν, έπεφταν και έτσι τους κατέσφαζαν ευκολότερα. Πολλές φορές αυτές οι ανελέητες μάχες διαρκούσαν μέχρι και 3 ακόμη και 4 ημέρες, εφ’ όσον το επέτρεπαν οι καιρικές συνθήκες και το φως της ημέρας. Διεκόπτοντο μόνον όταν ενύκτωνε ή ξεσπούσε ξαφνικά θύελλα και απεκολλούντο τα πλοία.
Όταν ο αμυνόμενος Καπετάνιος έβλεπε ότι χάνει το πλοίο του, το ανετίναζε μαζί με όλους τους εισβολείς επάνω. Όταν τον κατεδίωκαν και τον έφθαναν, το έκαιγε. Όταν νικούσε, απηγόρευε στο Πλήρωμά του να ανασύρουν από την θάλασσα τους επιζήσαντες εχθρούς. Εις πάσαν περίπτωσιν οι Ναύαρχοι αναχωρούσαν από το μέρος της ναυμαχίας έχοντας χάσει περισσοτέρους από τους μισούς άνδρες τους.
Επί κεφαλής του Αγήματος Εμβολής ήσαν οι Αξιωματικοί, πολλές φορές και ο Κυβερνήτης αυτοπροσώπως. Κατ’ επανάληψη την στιγμή του ρεσάλτου τα πλοία συνέβαινε να «ξελασκάρουν» λίγο από τις αρπαγές τους με αποτέλεσμα να πέφτουν ανάμεσα τους οι εφορμούντες, οι οποίοι συνεθλίβοντο, όταν αυτά κολλούσαν πάλι με τον κυματισμό.
Σκηνές κολάσεως που ενδεχομένως να μην είναι σε θέση να καταλάβουν τα Στελέχη των Ναυτικών σήμερα. Όλοι αυτοί έκαναν τρομερά κατορθώματα με την κατάλληλη ηγεσία. Κωπηλατούσαν με τις βάρκες τους ρυμουλκώντας
το πλοίο τους σε περίπτωση απολύτου νηνεμίας.
Επίσης, κωπηλατούσαν αθόρυβα με τα κουπιά τυλιγμένα σε κουρέλια δια να επιτεθούν σε ανυποψίαστα αγκυροβολημένα πλοία ή φρουρές στην ξηρά. Τράβαγαν τα κανόνια τους ή τις βάρκες τους μέσα σε ζούγκλες ή τα ανέβαζαν σε υψώματα δια να τα εγκαταστήσουν σε κάποια στρατηγικά σημεία. Ήσαν οι πρόδρομοι του Ανορθόδοξου Πολέμου χωρίς να το ξέρουν.
Την σήμερον ημέραν η μεγάλη πλειονότης των Ναυτών μας δεν έχει ρίξει ούτε μία σφαίρα. Ίσως κάτι τέτοιο να συμβαίνει και σε άλλα Ναυτικά, αλλά αυτούς μπορούμε να τους δικαιολογήσουμε επειδή δεν έχουν την τιμή να είναι «Έλληνες Θαλασσινοί».
Η Βρετανία είχε την τύχη να ευρίσκεται στην Βορειοδυτική γωνία της Ευρώπης και να «προστατεύεται» απ’ αυτήν από το βολικό English Channel. Τα Βρετανικά νησιά δεν ήσαν ούτε ελκυστικός, ούτε εύκολος στόχος δι’ επιθέσεις. Ενώ οι λοιπές Ευρωπαϊκές Χώρες συνεκρότουν τεραστίους Στρατούς δια τα φιλόδοξα σχέδια τους, η Αγγλία αρχικώς (προτού γίνει Μεγάλη Βρετανία το 1707 και Ηνωμένο Βασίλειο το 1801) έστεκε παράμερα και κατόρθωνε να γλιτώνει από τις δυστυχίες των λοιπών Ευρωπαϊκών Λαών, οι οποίοι αλληλοεσφάζοντο επί αιώνες.
Δια την Αγγλίαν ήταν υπεραρκετός ο παντοδύναμος Στόλος της, καθώς και η σατανική διπλωματία της, η οποία της απέφερε συμφέρουσες συμμαχίες. Έτσι, είχε πάντοτε τη διακριτική ευχέρεια να αποφεύγει μία σύγκρουση όταν οι περιστάσεις δεν την ευνοούσαν, αλλά να μπαίνει σε έναν πόλεμον οσάκις ήταν βεβαία ότι θα εξέλθει πολλαπλώς ωφελημένη. Απέκτησε παντού Κτήσεις διαφόρων νομικών μορφών όπως, Colonies, Dominions, Protectorates, Mandates κ.λπ. Έφτιαξε την Αυτοκρατορία της, αλλά στα τελευταία της την μετέτρεψε σε «Koινοπολιτεία».
Το Royal Navy (RN) ανέκαθεν είχε δυσκολίες ως προς την εξεύρεση ανδρών, ώστε να συμπληρώνει την οργανική δύναμη όλων των πλοίων του. Εξυπακούεται ότι στις πολεμικές περιόδους ήταν ακόμη χειρότερα, καθ’ όσον εχρειάζοντο και περισσοτέρους άνδρες και δια τον Στρατό Ξηράς. Εκ των πραγμάτων ήσαν υποχρεωμένοι να καταφεύγουν στην Βιαία Στρατολογία. Πράγμα όχι πρωτόγνωρο στην Αγγλία. Σε μία φεουδαρχική κοινωνία όλοι οι άνδρες ήσαν υποχρεωμένοι να πολεμήσουν δια την άμυνα του Βασιλείου, όταν αυτό εκινδύνευε. Επομένως, η Βιαία Ναυτολογία (Impressment) ήταν φυσιολογικό εξ ίσου δια Στρατιώτες και δια Ναύτες.
Το 1641 στο Κοινοβούλιο είχε γίνει μεγάλη αντιπαράθεση δια το κατά πόσον είναι ορθή η κατάργηση της Βιαίας Ναυτολογίας. Τελικώς απεφάσισαν ότι είχαν επείγουσα και επιτακικήν ανάγκη των πολυτίμων υπηρεσιών του Ναυτικού. Άρα δεν ήταν εφικτό να καταργήσουν την επιστράτευση σε οιανδήποτε περίοδο κρίσεως διότι εθεωρείτο Βασιλικό προνόμιο. Όμως κατά τις Επαναστάσεις και τους δύο Εμφυλίους Πολέμους 1642-46 και 1648-49, ανεπτύχθησαν οι ιδέες περί ατομικών ελευθεριών και περιστολής των κρατικών εξουσιών με επακόλουθο την κατάργηση της Βιαίας Στρατολογίας, αλλά μόνον των στεριανών.
Τα καθεστώτα άλλαζαν συχνά, το 1649, το 1660, το 1688. Ως εκ τούτου κάθε νέα Κυβέρνηση ησθάνετο πολύ ανασφαλής και πολύ εξηρτημένη από ένα ισχυρό Ναυτικό που θα την βοηθούσε να παραμένει στην εξουσία. Άρα δεν την συνέφερε να κηρύξει παράνομο το “Impressment” διότι έτσι θα αποδυνάμωνε το Ναυτικό της, το οποίον παραδοσιακώς εστήριζε το Κοινοβούλιον, ασχέτως από τον επιθετικό προσδιορισμό, τον οποίον του είχαν προσάψει ως «Βασιλικόν».
Κατά τους τρείς αιματηροτάτους Αγγλο-Ολλανδικούς Πολέμους 1652-54, 1665-67 και 1672-78, οι Ολλανδοί δεν επέβαλαν βιαία στρατολογία παρά τις τεράστιες ανάγκες τους. Προσελάμβαναν Γερμανούς, Νορβηγούς, ακόμη και Άγγλους επιδεινώνοντας την έλλειψη εθνικής ταυτότητος και ομοιογενείας των Πληρωμάτων τους, καθώς και το χάος στην εν γένει διοίκησή τους.
Η Βιαία Ναυτολογία έχει αφήσει τρομερά σημάδια στην Βρετανική λαϊκή συνείδηση. Ήταν ένα απάνθρωπο, ανήθικο και αναποτελεσματικό σύστημα κατατάξεως. Οι “Press Gangs” άρπαζαν τα αθώα και ανυποψίαστα θύματά τους από τους δρόμους, τα καπηλειά, τα πορνεία, ακόμη και μέσα από τα σπίτια τους. Τους εξηνάγκαζαν σε μίαν απαίσια και επικίνδυνη υπηρεσία στον Στόλο της Αυτού Μεγαλειότητος.
Η “Impressment Service” είχε επηρεάσει και την Αγγλική γλώσσα. Η λέξη “PRESS” ήταν μία κακή παραφθορά της ορθής λέξεως “PREST”. Αυτή είχε υποστεί αλλοίωση κατά τα τέλη του 18ου αιώνος, παρά το ότι ήταν ευρείας χρήσεως στην καθομιλουμένη. Η ορθή Αγγλική “PREST” προήρχετο από την παλαιάν Γαλλική “PREST”, η οποία εγράφετο και επροφέρετο ακριβώς το ίδιο.
Αυτή αρχικώς είχε την σημασίαν του δανείου ή της προκαταβολής, συν τω χρόνω εσήμαινε και ένα μικρό ποσό χρημάτων, το οποίον κατεβάλλετο στον ναυτικό κατά την κατάταξή του, ας πούμε κάτι ως δώρο (ή πριμοδότηση). Όμως με την τραγική πορεία των πραγμάτων κατήντησε να την μπερδεύουν με το ρήμα “tο Press”, το οποίον σημαίνει να πιέσεις. Έτσι, απέκτησε μία νέα δυσάρεστη έννοια, η οποία και επεκράτησε. Ο άνδρας που εισέπραττε το “King’s Shilling” δια να καταταγεί, εγένετο “Impresst” ή “Presst”.
Επίσης, η λέξη “Gang” αρχικώς εσήμαινε μίαν ομάδα Ναυτών διηρημένη σε συγκεκριμένην εργασία. Αλλά με τις απάνθρωπες και εν πολλοίς παράνομες δράσεις τους οι “Press-Gangs” συνεδέθησαν νοηματικά με την βία και την εγκληματικότητα και απέκτησαν πλέον την έννοια «Συμμορία Πιέσεως ή Αρπαγής». Ο μετέχων αυτής ελέγετο “Ganger”. Aπό αυτήν προήλθε και η γνωστότατη λέξη “Gangster” = κακοποιός, εγκληματίας, συμμορίτης κ.ο.κ.
Η Βρετανία ανεπτύχθη σε μεγάλη Ευρωπαϊκή και Παγκόσμια Δύναμη χάρη στο Ναυτικό της και ουδείς εκ των κυβερνόντων μπορούσε (ή τολμούσε) να βρει έναν εναλλακτικό τρόπο διευρύνσεως του Στόλου και αυξήσεως των Πληρωμάτων επειγόντως σε περίοδο εθνικού κινδύνου. Στους δυστυχείς Ναύτες λοιπόν έπεφτε το βάρος όλο και περισσότερο της αμύνης του Κράτους. Υπέφεραν δια τον απλούστατο λόγον ότι ήσαν οι πιο κατάλληλοι και χρήσιμοι στην Κυβέρνηση από τις άλλες κοινωνικές ομάδες. Είχε γίνει πλέον παράδοση το Κράτος να διαφεντεύει τις υπηρεσίες των Ναυτικών.
Τοιουτοτρόπως το “Impressment” διετηρήθη σε πείσμα των φιλελευθέρων ιδεών της εποχής και εχειροτέρευε με τα χρόνια. Όσο οι Ναύτες αντιστέκοντο περισσότερο, τόσο ηύξαναν και οι ανταρσίες. Δεν υπήρχε συγκεκριμένος Νόμος, ο οποίος επέτρεπε αυτήν την βαρβαρότητα, αλλά ούτε και να την απαγορεύει. Μία δικαστική απόφαση του 1743 απεφάνθη ότι ο Βασιλεύς, ως επί κεφαλής του Λαού έχει το δικαίωμα να απαιτήσει τις υπηρεσίες οιουδήποτε προσώπου μπορεί να φέρει όπλα. Αβιάστως εξάγεται το συμπέρασμα ότι μπορούσε να απαιτήσει και από αυτήν την συγκεκριμένη μερίδα της κοινωνίας, δηλαδή τους Ναυτικούς, να υπεραμυνθούν της εθνικής ασφαλείας. Μία άλλη παρομοία απόφασις εξεδόθη και το 1776. Στο βιβλίο “The Book of the Warship” εκδόσεως 1933 με έκπληξη διαβάσαμε ότι: «Oι Press - Gangs παρά το ότι ευρίσκονται σε εκκρεμότητα, είναι ακόμη νόμιμες». Επομένως το “Impressment” βάσει Νόμου, εστρέφετο μόνον κατά των επαγγελματιών Ναυτικών. Εξεδίδοντο και Πιστοποιητικά Απαλλαγής δια την προστασίαν άλλων κατηγοριών πολιτών.
Όμως σε περιόδους υψίστου εθνικού κινδύνου επεβάλλετο η κινητοποίηση όλων των Στόλων. Υπήρχε κατεπείγουσα ανάγκη περισσοτέρων Πληρωμάτων, οπότε η ισχύς των Πιστοποιητικών Απαλλαγής ανεστέλλετο και οι “Press-Gangs” οργίαζαν. Άρπαζαν αδιακρίτως οιονδήποτε πολίτη εισβάλλοντας ακόμη και μέσα στα σπίτια τους.
Το 1792 το Βρετανικό Εμπορικό Ναυτικό είχε 118.000 Ναύτες. Το 1793 ήρχισαν οι «Επαναστατικοί Πόλεμοι» με την Γαλλία. Τότε η Μεγάλη Βρετανία είχε πληθυσμό περίπου 9.000.000. Το Κοινοβούλιο εψήφισε την αύξηση του R.N. στους 45.000 άνδρες. Το 1795 έφθασαν στους 85.000 και το 1799 στους 120.000. Την άνοιξη του 1803 επανήρχισαν οι «Ναπολεόντειοι Πόλεμοι». Το R.N. δυστυχώς ήταν καταναλωτής Ναυτών και όχι παραγωγός τους. Θεωρούσε δεδομένο ότι οι Ναύτες του έπρεπε να του έρχονται εκπαιδευμένοι από το Εμπορικό και επέμενε στο παραμύθι ότι δήθεν θα υπηρετούσαν προσωρινώς στο R.N. Θα απελύοντο με την λήξη του πολέμου και θα επανέκαμπταν στο Ε.Ν. Οι μεγάλοι πόλεμοι τότε διαρκούσαν από 8 έως 11 χρόνια χωρίς διακοπή.
Με δέλεαρ το Επίδομα Κατατάξεως παρέσυραν τους Ναύτες στο R.N. αλλά κακά τα ψέματα, η πιο γρήγορη στρατολόγηση ήταν η βιαία. Στα 1770 ο “Able Seaman” μπορούσε να φθάσει ακόμη και τα 30 Σελίνια μηνιαίως, δηλαδή 1,50 Λίρα. Στα 1801 ο μισθός του είχε επταπλασιασθεί λόγω της μεγάλης λειψανδρίας του πολέμου.
Yπήρχαν τρείς τρόποι να εξεύρουν τον απαιτούμενο κόσμο, ας τους πούμε «ναύτες»:
1) VOLUNTEERS. Οι «Εθελονταί» εισέπρατταν κάποια «ψιλά» χρήματα μόλις κατετάσσοντο. Εκτός αυτών, έπαιρναν και προκαταβολικώς δύο μηνιαίους μισθούς.
Με αυτά τα χρήματα έπρεπε να αγοράσουν κάποια απαραίτητα είδη δια να «επιβιώσουν» επάνω στο καράβι, δηλαδή την αιώρα (μπράντα) δια να κοιμούνται και κάποια ρούχα. Φυσικά στολές δεν υπήρχαν ακόμη. Μόλις το 1856 είχε συσταθεί μία Επιτροπή δια το θέμα των στολών. Πρόεδρος ήταν ο Υποναύαρχος Henry John Rous (1795-1877).
Στις 30 Ιανουαρίου 1857 εξέδωσαν την Εγκύκλιο Νο.283 «Περί καθιερώσεως Στολής Υπαξιωματικών, Ναυτών και Ναυτοπαίδων». Ήταν το κλασικό πρότυπο που επεβλήθη σε όλον τον κόσμο και παραμένει σχεδόν το ίδιο μέχρι σήμερα.
Τα ως άνω είδη, πανάκριβα και κακής ποιότητος, επωλούντο στο “Slops” (αποθήκη ιματισμού του πλοίου). Υπόλογος ήταν ένας Warrant Officer, ο “Purser”. Φιλολογική αδεία, ας τον πούμε Ανθυπασπιστή. Το 1807 ωνομάσθη “Purser and Paymaster”, ισόβαθμος του “Lieutenant”. Από το 1945 ονομάζεται “Supply Officer” και μπορεί να φθάσει και στον βαθμό του Αντιναυάρχου. Με λίγα λόγια, είναι ο σύγχρονος Οικονομικός Αξιωματικός στα Πολεμικά και Εμπορικά Ναυτικά παγκοσμίως. Από την λέξη “Slops” με τα παλιόρουχά του, προέρχεται η λέξη “Sloppy”, η οποία σημαίνει κακοντυμένος, ατημέλητος.
Κατ’ ουσίαν, δεν ήσαν όλοι αυτοί οι ταλαίπωροι πραγματικοί «Εθελονταί» με την πλήρη και ελεύθερη βούλησή τους. Πολλούς τους είχαν ήδη αρπάξει οι συμμορίες των “Press-Gangs” και εκ των υστέρων έκαναν την ανάγκη φιλοτιμία ότι δήθεν προσεφέροντο οικειοθελώς. Τοιουτοτρόπως ήλλαζαν το “Status” τους, θα περνούσαν λίγο πιο ανθρώπινα και το σπουδαιότερο, θα εδικαιούντο να εισπράξουν και το “Bounty”. Αυτό ερμηνεύεται ως χρηματική ανταμοιβή δια κάποια γενναία πράξη. Εν προκειμένω δια την «παλικαριά» τους να μπούνε σε τέτοιου είδους πλοία. Το όνομά τους κατεχωρείτο στο “Muster Book” = Δυναμολόγιο και δίπλα έγραφαν την ένδειξη «V», Volunteer. Eκείνοι που παρέμεναν ως αρπαγέντες είχαν την ένδειξη «Ρ», Pressed.
Oι «Εθελονταί», αληθινοί ή όχι, αποτελούσαν την ραχοκοκαλιά του Ναυτικού. Υπήρχε και η έκφραση: «Καλύτερα ένας Εθελοντής, παρά τρείς Αρπαγέντες». Δι’ αυτό επροστάτευε και εδέχετο στις τάξεις του, όσους κατεδικάζοντο σε μικρές ποινές φυλακίσεως δια χρέη κάτω των 20 Pounds Sterlings. Kάτι μικροαπατεώνες, λωποδυτάκους κ.ο.κ, οι οποίοι προτιμούσαν να «μπαρκάρουν», παρά να εκτίσουν τις ποινές τους στις πανάθλιες φυλακές. Ενδεχομένως να διατηρούσαν κάποιαν ελπίδα ότι θα είχαν την ευκαιρία να λιποτακτήσουν κάπου.
Πηγή: Περί Αλός http://perialos.blogspot.gr/2017/08/blog-post.html

*τ. Οικονομικού Αξιωματικού του Ε.Ν.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ναυτική Επιθεώρηση», έκδοση Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού/ΓΕΝ, τεύχος 598, σελ. 30, ΔΕΚ 2016- ΦΕΒ 2017.
(Ακολουθείται η ορθογραφία του συγγραφέως)