Τετάρτη, 4 Οκτωβρίου 2017

«Μέγα το της θαλάσσης κράτος», τόσο επίκαιρο όσο ποτέ


«Μέγα το της θαλάσσης κράτος», τόσο επίκαιρο όσο ποτέ
του Δημήτρη Τσαϊλά*
Γνωρίζουμε ότι η γεωπολιτική είναι η  διαμόρφωση των διεθνών σχέσεων, βασιζόμενες στην αλληλεπίδραση μεταξύ γεωγραφίας και εθνικής ισχύος. Όμως οι περισσότερες γεωπολιτικές ερμηνείες, διακρίνουμε, ότι κυριαρχούνται από την ηπειρωτική οπτική. Στις μεν γερμανικές επιρροές γεωγράφων, αναγνωρίζεται η αξία της ηπειρωτικής διάστασης δίνοντας έμφαση σε αναλυτικές έννοιες,
όπως, τον γεωγραφικό χώρο εκκίνησης, τον γεωγραφικό χώρο προορισμού και τη μεταξύ τους απόσταση. Υποστηρίζουν ότι τα σύνορα μεταξύ των κρατών δεν αποτελούν χαράξεις νομικής φύσεως, αλλά στρατηγικούς στόχους ύπαρξης σε έναν περιορισμένης έκτασης πλανήτη. Ότι τα σύνορα μπορούν να διαστέλλονται και να συστέλλονται ανάλογα με την ισχύ του κάθε κράτους. Επίσης, βασίζονται σε πολιτισμική διαίρεση της υδρογείου. Εμπεριέχουν την έννοια του ζωτικού χώρου και καταλήγουν στη διαίρεση του κόσμου ανάλογα με τον πολιτισμό.
Από την άλλη πλευρά, οι αγγλοσαξονικές μελέτες δίνουν βαρύτητα στον αυστηρό και υπολογιστικό επιστημονικό χαρακτήρα της γεωπολιτικής ανάλυσης. Τα συμπεράσματα τους προκύπτουν από μια σύνθεση παραγόντων, τα οποία έχουν προέλθει από μια επιστημονική, ολοκληρωμένη και ενδελεχή μελέτη του φυσικού γεωγραφικού και ανθρωπογενούς χώρου. Βασίζονται στο θέμα της ασφάλειας. Εφαρμόζουν γεωγραφική διαίρεση της υδρογείου. Η «περιοχή της καρδιάς» (Heartland) είναι η κεντρική και πιο σημαντική περιοχή της Ευρασίας, όποιος την κατέχει μπορεί να ελέγξει τον κόσμο, αναφέρει ο Mackinder. Επίσης, ότι η περίμετρος της Ευρασίας (Rimland) είναι πιο σημαντική μας αντιτείνει ο Spykman. Αυτή δε η θεωρεία απετέλεσε και τον προάγγελο της ευρωατλαντικής συμμαχίας (ήταν το δόγμα του ΝΑΤΟ στον ψυχρό πόλεμο).
Διακρίνουμε λοιπόν, σαφέστατα, την ηπειρωτική αντίληψη, καθώς ασχολούνται με τα ηπειρωτικά σύνορα, τα εδάφη, τις εθνότητες και τις μειονότητες. Κύριο μέλημά τους ο πολιτικός χάρτης, ενώ ο θαλάσσιος χώρος αντιμετωπίζεται ως απλή προέκταση της ξηράς, με περιορισμένη αυτονομία. Παρά του ότι από την αυγή του πολιτισμού, οι θάλασσες προΐστανται σε μέγα μέρος της ανθρώπινης ιστορίας. Καθώς στις θάλασσες άνθισε το εμπόριο, η εξάπλωση των ιδεών, ακόμη και πόλεμοι που διαμόρφωσαν τον κόσμο όπως τον γνωρίζουμε. Αν μη τι άλλο, η ναυτική ιστορία, μας δίνει τα αποτελέσματα από τη μεγάλη ναυμαχία της Σαλαμίνας και της Ναυπάκτου για τον Ελληνισμό, όπως στο Τραφάλγκαρ, τη Μάχη του Ατλαντικού, και τις υποβρύχιες συγκρούσεις του Ψυχρού Πολέμου. Είναι επίσης έντονοι οι φόβοι για μεγάλες ναυτικές συγκρούσεις, ιδιαίτερα στον Αρκτικό Ωκεανό, την Ανατολική Μεσόγειο και τη Θάλασσα της Νότιας Κίνας. Πράγματι, όμως, όταν κάποιος σκέφτεται τη γεωγραφία, συνήθως τη συνδέει με τα χαρακτηριστικά στην ξηρά και τις επιπτώσεις της στην ανθρωπότητα. Ωστόσο, οι θάλασσες έχουν διαδραματίσει πολύ μεγαλύτερο ρόλο, δεδομένου ότι είναι φυσικοί διάδρομοι επικοινωνίας (θαλάσσιες γραμμές μεταφοράς) και συνδέουν τις μακρινές χώρες και τους ανθρώπους μεταξύ τους.
Οι διώρυγες  και όπου οι θαλάσσιες  περιοχές παρουσιάζουν εγγύτητα ξηράς (περάσματα), αποτελούν στρατηγικής άποψης, προσβάσεις γνωστές ως  “σταθμοί ελέγχου” (check points) για τα έθνη που τα ελέγχουν και επωφελούνται. Όπως είναι τα Στενά Βοσπόρου και Δαρδανελλίων, οι διώρυγες του Σουέζ και του Γιβραλτάρ, για τη Θαλάσσια περιοχή της Μεσογείου που είναι και ζωτικός χώρος της πατρίδας μας. Αδιαφιλονίκητη άποψη και όχι διότι είναι μέρος της καριέρας μου στο Πολεμικό Ναυτικό, η ιστορία των θαλασσών του πλανήτη επηρεάζει την ανθρωπότητα, και μέρος της σύγχρονης γεωπολιτικής ανάλυσης που επηρεάζει τις εξωτερικές σχέσεις, την παγκόσμια οικονομία και την στρατιωτική στρατηγική. Πεποίθηση μου είναι ότι τις περισσότερες φορές, η μοίρα της ανθρωπότητας κρίθηκε στη θάλασσα, αυτό θα συμβεί και στο μέλλον.
Χαρακτηριστική η φράση του Περικλή "Μέγα το της Θαλάσσης Κράτος" που διαβάζουμε στον Θουκυδίδη, και αποδίδει την ερμηνεία ότι η «θαλάσσια ισχύς» στηρίζεται σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά όπως η γεωγραφία, το ανάπτυγμα της ακτογραμμής και το χαρακτήρα του λαού. Από την εποχή των Αρχαίων Ελλήνων και των Περσών που συγκρούσθηκαν, η θαλάσσια ισχύς έχει καθοριστεί ως παγκόσμια δύναμη. Η γεωγραφία των θαλασσών έχει διαμορφώσει τη μοίρα των εθνών, και η ναυτική ισχύς έχει μια πραγματική αίσθηση χάραξε τον κόσμο στον οποίο ζούμε σήμερα και θα διαμορφώσουν τον κόσμο στον οποίο θα ζούμε αύριο. Βασιζόμενη σε αυτή την αρχή η Ελλάδα διαθέτει τα παραδοσιακά συγκριτικά πλεονεκτήματα για την απόκτηση της θαλάσσιας ισχύος. Επιπλέον, ευνοείται από τις πρόσφατες τάσεις και εξελίξεις. Η διεθνοποίηση της θαλάσσιας δράσης και η εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα προσδίδουν σημαντικό ρόλο στην ελληνική ιδιαιτερότητα, αφού οι Έλληνες κατέχουν επίσης τον πρώτο παγκοσμίως εμπορικό στόλο.
Το πλεονέκτημα του Ελληνισμού, είναι ότι πρέπει να δούμε κυρίως την Ανατολική Μεσόγειο με μια στρατηγική αίσθηση αναπτύσσοντας την ουσία της ναυτικής δύναμης ως συνδετική δύναμη της ενότητας των θαλασσών στα παγκόσμια κοινά, καθώς υπάρχουν ιστορικές, πολιτιστικές, πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές αιτίες  για να σκεφτούμε  για το καθένα ξεχωριστά αλλά και για όλα μαζί με στρατηγική άποψη στην περιοχή μας. Ο ελληνισμός βρίσκεται σε όλο και πιο περίπλοκο περιβάλλον ασφαλείας που περιγράφεται από την επίμονη διαταραχή, στο λειτουργικό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου. Οπότε καλούμαστε να αναπτύξουμε μια στρατηγική για τη διατήρηση του γεωπολιτικού ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος σε σχέση με τον Τούρκο αμφισβητία, αφού οι Τούρκοι δεν στέκονται στην αδράνεια, όταν πρόκειται για θαλάσσια ισχύ, καθώς έχουν αυξήσει τις επενδύσεις τους στη ναυτικές δυνατότητές τους. 
Υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι για τους οποίους η εθνική μας στρατηγική είναι σήμερα υποχρεωμένη να έχει προ οφθαλμών ένα ευρύτατο φάσμα πιθανών εξελίξεων και σεναρίων, εντελώς απλοϊκά πρέπει να γίνει απώτερος σκοπός της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ο πλήρης έλεγχος των θαλάσσιων δρόμων της ευρύτερης νοτιοανατολικής Μεσογείου. Στο πλαίσιο αυτής της κατεύθυνσης είναι αναπόφευκτο πως θα υπάρξουν στιγμές έντασης από τους βασικότερους παίκτες στη περιοχή δράσης.
Παρά την αναγκαιότητα, της μείωσης του ελλείμματος που δεν είναι το μόνο ή ακόμα και το πιο σημαντικό πράγμα σε σχέση πάντα με την εθνική μας ασφάλεια, δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε τον σταθεροποιητικό ρόλο στο Αιγαίο, παραμελώντας τη στρατιωτική ισορροπία, καθώς και να αρνηθούμε την παραίτηση από εθνικές θέσεις που είναι πλήρως ταυτισμένες με την επιβίωση μας. Μόνο η θαλάσσια ισχύς θα συγκρατήσει τις επερχόμενες τεκτονικές ανακατατάξεις μεταξύ των εθνών της Μεσογείου. Κρίμα, αν παραμελήσουμε την θαλάσσια ισχύ μας.

liberal.gr