Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

Ο Άσαντ νικητής των μαχών, αλλά όχι της πολιτικής, εκτιμά το Ινστιτούτου Διεθνών Στρατηγικών Σχέσεων

A handout photo made available by Syria's Arab News Agency SANA shows Syrian President Bashar al-Assad(R) with Russian Defense Minister Sergey Shoygu (L) in Damascus, Syria. EPA/SANA HANDOUT HANDOUT EDITORIAL USE ONLY/NO SALESA handout photo made available by Syria's Arab News Agency SANA shows Syrian President Bashar al-Assad(R) with Russian Defense Minister Sergey Shoygu (L) in Damascus, Syria.


Έπειτα από έξι χρόνια πολέμου ο Σύρος πρόεδρος Μπασάρ αλ Άσαντ κατάφερε να ανακαταλάβει περισσότερη από τη μισή Συρία, όμως παραμένει απομονωμένος στη διεθνή σκηνή, με εξαίρεση τους μόνιμους συμμάχους του, το Ιράν και τη Ρωσία.

«Το καθεστώς έχει ανακαταλάβει στρατιωτικά μεγάλο μέρος του συριακού εδάφους, όμως το να μιλάμε για πολιτική και διπλωματική νίκη θα ήταν υπερβολικό», σχολίασε ο Καρίμ Μπιτάρ του Ινστιτούτου Διεθνών και Στρατηγικών Σχέσεων (Iris).
Μετά τη στρατιωτική επέμβαση της Ρωσίας το 2015, που στήριξε τον συριακό στρατό, οι δυνάμεις του Άσαντ έχουν ανακάμψει. Ελέγχουν πλέον το 52% του εδάφους όπου ζουν περισσότερα από τα δύο τρίτα του πληθυσμού, σύμφωνα με τον Γάλλο γεωγράφο, ειδικό σε θέματα Συρίας Φαμπρίς Μπαλάνς.
Η υπόλοιπη χώρα είναι χωρισμένη μεταξύ αποδυναμωμένων ομάδων της αντιπολίτευσης, του Ισλαμικού Κράτους και κυρίως των κουρδικών δυνάμεων στα βόρεια και βορειοανατολικά, που ελέγχουν το 25% του συριακού εδάφους.
Σύμφωνα με τους αναλυτές, έπειτα από έξι χρόνια πολέμου είναι ξεκάθαρο ότι η Δαμασκός βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση.
«Το καθεστώς έχει αναμφισβήτητα κερδίσει τον πόλεμο από στρατηγικής άποψης», διότι «κανείς» δεν θέτει πλέον ως προϋπόθεση «την αποχώρησή του», εκτιμά ο Χάσαν Χάσαν, αναλυτής του Ινστιτούτου Ταχρίρ για τη Μέση Ανατολή που έχει την έδρα του στις ΗΠΑ.
Ωστόσο «ο πόλεμος δεν έχει τελειώσει σε ό,τι αφορά τις συγκρούσεις», σημειώνει, διευκρινίζοντας ότι αναμένει «ότι η εξέγερση θα συνεχιστεί για πολλά χρόνια, από τους τζιχαντιστές ή άλλους».
Όλες οι προσπάθειες να σταματήσει ο εμφύλιος, που ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2011 με ειρηνικές διαδηλώσεις, έχουν αποβεί μέχρι στιγμής άκαρπες, ενώ ο απολογισμός των νεκρών ξεπερνά τους 330.000.
Έχουν πραγματοποιηθεί πολλοί γύροι διαπραγματεύσεων μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών υπό την αιγίδα του ΟΗΕ χωρίς όμως αποτέλεσμα, ενώ ένας νέος είναι προγραμματισμένος για τις 28 Νοεμβρίου στη Γενεύη.
Παράλληλα διεξάγονται διαπραγματεύσεις στην Αστάνα του Καζακστάν, που οργανώνονται από τους συμμάχους του Άσαντ, τη Ρωσία και το Ιράν, με την Τουρκία, η οποία στηρίζει την αντιπολίτευση.
Παρά τις προόδους που έχουν σημειωθεί σε αυτές τις συνομιλίες, δεν έχει διευθετηθεί το βασικό ζήτημα: η τύχη του Άσαντ. Η αντιπολίτευση δεν σταματά να ζητεί την αποχώρησή του, κάτι που αρνείται κατηγορηματικά η Δαμασκός και οι σύμμαχοί της.
Ο Σύρος πρόεδρος παραμένει απομονωμένος, καμία μεγάλη πρωτεύουσα δεν έχει αποκαταστήσει τις διπλωματικές της σχέσεις με τη Συρία.
Πρόσφατα ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Ρεξ Τίλερσον είχε δηλώσει ότι «η βασιλεία της οικογένειας Άσαντ» φτάνει «στο τέλος της» μετά τη δημοσιοποίηση μιας έκθεσης του ΟΗΕ που κατηγορεί τον συριακό στρατό για μια επίθεση με αέριο σαρίν που κόστισε τη ζωή σε 87 ανθρώπους.
Παρόλα αυτά η Δύση δεν ζητεί πλέον ξεκάθαρα την αποχώρηση του Άσαντ, όπως γινόταν τα πρώτα χρόνια του πολέμου.
«Η ατμόσφαιρα στην Ευρώπη έχει αλλάξει σημαντικά», σχολίασε ο Μπιτάρ.
«Πολλοί σημαντικοί παράγοντες –υπηρεσίες Πληροφοριών, πράκτορες της αντιτρομοκρατίας, κόμματα της ακροδεξιάς, οικονομικές ομάδες—έχουν ήδη αρχίσει να ανοίγονται προς το καθεστώς και κάνουν παρασκηνιακές κινήσεις ενόψει της εξομάλυνσης των σχέσεων», πρόσθεσε.
Ο Τζόσουα Λάντις, ειδικός στη Συρία και καθηγητής του πανεπιστημίου της Οκλαχόμα, αναμένει επίσης μια αναθέρμανση των σχέσεων μεταξύ της Δαμασκού και των χωρών της περιοχής.
«Με τον καιρό πιστεύω ότι όλοι οι γείτονες της Συρίας θα εξομαλύνουν τις σχέσεις τους, αν η κατάσταση ασφαλείας συνεχίζει να βελτιώνεται», δήλωσε αναφερόμενος σε χώρες όπως η Ιορδανία και η Τουρκία. «Έχουν ανάγκη να επιστρέψουν στη χώρα οι πρόσφυγες και να επαναληφθούν οι εμπορικές τους σχέσεις», τόνισε.
Η νέα κατάσταση έχει ωστόσο ένα τίμημα για τη Δαμασκό, την «ακραία εξάρτηση» από τους συμμάχους της. «Οι Ιρανοί και οι Ρώσοι σύμμαχοί της δεν θα επιτρέψουν στη Δαμασκό να λάβει μεγάλες αποφάσεις χωρίς εκείνους», εκτιμά ο Μπιτάρ.
Σε εσωτερικό επίπεδο, υπάρχει μια μεγάλη πρόκληση για την ανοικοδόμηση της χώρας: το καθεστώς των Κούρδων.
Η μειονότητα αυτή, που διώκεται εδώ και χρόνια από τη Δαμασκό, κατάφερε στη διάρκεια του πολέμου να αποκτήσει ένα καθεστώς ημιαυτονομίας, το οποίο δεν είναι έτοιμη να χάσει. Οι κουρδικές δυνάμεις είναι επίσης στην αιχμή του δόρατος της μάχης εναντίον των τζιχαντιστών.
Αν και η Δαμασκός δηλώνει έτοιμη να συζητήσει με τους Κούρδους, είναι δύσκολο να δεχθεί την αυτονομία τους. «Η αποκέντρωση (…) θα ήταν αδύνατο να εφαρμοστεί (…) διότι κάτι τέτοιο θα απαιτούσε μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις για τεχνικά και οικονομικά θέματα, όπως το πετρέλαιο», σημείωσε ο Μπιτάρ. «Οι συζητήσεις αυτές δεν μπορούν να γίνουν χωρίς αμοιβαία εμπιστοσύνη», τόνισε.

ΑΠΕ-ΜΠΕ- AFP-mignatiou.com
Δαμασκός