Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017

Γιατί ήταν διαφορετική αυτή τη φορά η επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα στις ΗΠΑ


Είναι παράδοση με ελάχιστες εξαιρέσεις, να προσκαλείται κάθε νέος Έλληνας πρωθυπουργός στην Ουάσιγκτον. Σκοπός αυτών των προσκλήσεων ήταν να επιβεβαιώνονται αφενός ο προσανατολισμός της χώρας μας στον Ατλαντισμό, αφετέρου οι ποικίλες δεσμεύσεις που κατά καιρούς έχουμε αναλάβει.
Του Σταύρου Λυγερού
Ο σκοπός αυτών των προσκλήσεων, ωστόσο, δεν ακυρώνει το γεγονός ότι δίνεται η δυνατότητα στην εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση να θέσει στην υπερδύναμη –και μάλιστα στο ανώτατο επίπεδο– ζητήματα που άπτονται κρίσιμων εθνικών συμφερόντων.
Ταυτοχρόνως, βεβαίως, δίνεται και η ευκαιρία στους Έλληνες πρωθυπουργούς να “πουλήσουν” πολιτικά στο εσωτερικό τη συνάντηση και τις φωτογραφίες με τον Αμερικανό πρόεδρο.
Η πρόσφατη επίσκεψη Τσίπρα στις ΗΠΑ είχε όλα αυτά τα στοιχεία. Είχε, όμως, και μία άλλη διάσταση, η οποία υπαγορεύεται όχι από κάποιες κινήσεις της ελληνικής διπλωματίας, αλλά από το ρήγμα στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Για πρώτη φορά από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο διαφοροποιείται ο τρόπος που η Ουάσιγκτον βλέπει την Ελλάδα και την Τουρκία.
Παραδοσιακά τις έβλεπε σαν πακέτο και γι’ αυτό φρόντισε στις αρχές της δεκαετίας του 1950 να τις εντάξει ταυτοχρόνως στο ΝΑΤΟ. Η Τουρκία ήταν η χώρα πρώτης γραμμής, που συνόρευε με τη Σοβιετική Ένωση και επίσης εκτεινόταν στην καρδιά της Μέση Ανατολής.
Η δε Ελλάδα μπορεί να συνόρευε στα Βαλκάνια με χώρες-μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας, αλλά ουσιαστικά ήταν χώρα δεύτερης γραμμής. Ήταν ο κρίκος που συνέδεε την Τουρκία με τη Δύση. Η δε χρόνια ελληνοτουρκική διένεξη ήταν ένας μόνιμος πονοκέφαλος για τους Αμερικανούς, επειδή ακριβώς απειλούσε την ενότητα και την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.
Το τουρκικό “οικόπεδο”
Όταν κατέρρευσε το Σύμφωνο της Βαρσοβίας και τελείωσε ο Ψυχρός Πόλεμος οι χώρες επαναξιολογήθηκαν από γεωπολιτικής απόψεως με βάση τα νέα δεδομένα. Η Τουρκία χαρακτηρίσθηκε και πάλι υψηλής γεωπολιτικής σημασίας “οικόπεδο”.
Πρώτον, λόγω της επαφής της με τα μέτωπα της Μέσης Ανατολής.
Δεύτερον, επειδή θα μπορούσε να διεισδύσει λόγω φυλετικής και θρησκευτικής συγγένειας στις νεοπαγείς (πρώην σοβιετικές) Δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας.
Τρίτον, επειδή θα μπορούσε να αποτελέσει υπόδειγμα φιλοδυτικού προσανατολισμού για τον μουσουλμανικό κόσμο.
Η Ελλάδα επαναξιολογήθηκε ως σημαντική, αλλά πάντα ως χώρα δεύτερης γραμμής. Αφενός ως κρίκος στήριξης της Τουρκίας, αφετέρου ως χώρα που θα μπορούσε να αναλάβει ηγετικό ρόλο στα μεταψυχροπολεμικά Βαλκάνια.
Η εκλογική νίκη των νεοοθωμανών το 2002 όχι μόνο δεν άλλαξε την εκτεθείσα παραπάνω θεώρηση των Δυτικών, αλλά και την ενίσχυσε. Κρίθηκε ότι το ήπιο δυτικόφιλο πολιτικό Ισλάμ μπορούσε να διεκπεραιώσει πολύ πιο αποτελεσματικά τον ρόλο που είχε επιφυλάξει η Δύση στην Τουρκία. Γι’ αυτό και τόσο οι Αμερικανοί όσο και οι Ευρωπαίοι υποστήριξαν ποικιλοτρόπως τον Ερντογάν στον ακήρυχτο εσωτερικό πόλεμο με το βαθύ κεμαλικό κράτος.
Τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν όταν ο Ερντογάν εκδήλωσε την πρόθεσή του να αυτονομηθεί και να παίξει παιχνίδι για λογαριασμό του. Κυρίως να διεκδικήσει ηγετικό ρόλο και να καταστεί σημείο αναφοράς για τους απανταχού μουσουλμάνους. Ήταν τότε που άνοιξε μέτωπο με το Ισραήλ και κατέστη δύσκολος σύμμαχος για τους Αμερικανούς και δύσκολος συνομιλητής για τους Ευρωπαίους.
Η Δύση έκανε προσπάθειες, αλλά απέτυχε να γεφυρώσει το ρήγμα. Η νεοοθωμανική Τουρκία είχε μπει σε άλλη τροχιά. Ως εξ αυτού, οι Αμερικανοί άρχισαν να πλαγιοκοπούν –κυρίως μέσω της Αδελφότητας του Γκιουλέν– τον ίδιο τον Ερντογάν, προκειμένου να τον επαναφέρουν στον “ίσιο δρόμο”. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το ρήγμα να βαθύνει και στην Άγκυρα να επικρατήσει μία ολοένα και μεγαλύτερη καχυποψία για τους πραγματικούς σκοπούς της Ουάσιγκτον.
Το ρήγμα γίνεται χάσμα
Εντωμεταξύ, η αρχική αμερικανοτουρκική σύμπλευση στο μέτωπο της Συρίας, που είχε ως στόχο την ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ, αποδομήθηκε. Η δυναμική εισβολή του Ισλαμικού Κράτους στο προσκήνιο της Μέσης Ανατολής και τα βίντεο με τους τελετουργικούς αποκεφαλισμούς υποχρέωσαν τη Δύση να αλλάξει γραμμή πλεύσης. Δεν μπορούσε πλέον να κάνει πως δεν βλέπει τον κίνδυνο του τζιχαντισμού μόνο και μόνο επειδή την βόλευε σε τακτικό επίπεδο. Δεν της το επέτρεπε, άλλωστε και η ισχυρή ρωσική παρουσία στη Συρία.
Η ενίσχυση των Κούρδων και στο βόρειο Ιράκ και στη βόρεια Συρία άρχισε να μετατρέπει σε πραγματικότητα τον εφιάλτη της Άγκυρας. Το παρακλάδι του PKK στη Συρία αναδείχθηκε ο πιο αξιόπιστος και αξιόμαχος παράγοντας, υποχρεώνοντας και τους Ρώσους και τους Αμερικανούς να παίξουν μαζί του. Το δε Ισραήλ είχε από νωρίς κάνει τη στρατηγική επιλογή του υπέρ της ίδρυσης κουρδικού κράτους.
Συνειδητοποιώντας ότι η τουρκική παρέμβαση στη Συρία μετατρέπεται σε μπούμερανγκ, ο Ερντογάν επιχείρησε με την κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού να παρασύρει το ΝΑΤΟ σε μία στρατιωτική επέμβαση στη Συρία. Όταν διαπίστωσε πως η προβοκάτσιά του δεν είχε αποτέλεσμα και πως οι Αμερικανοί πόνταραν ολοένα και περισσότερο στον κουρδικό παράγοντα, ο Τούρκος πρόεδρος έκανε στροφή 180 μοιρών και έπεσε στην αγκαλιά του Πούτιν.
Το αμερικανοτουρκικό ρήγμα μετετράπη σε χάσμα. Το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου 2016 ήταν ουσιαστικά η χαριστική βολή στις παραδοσιακές αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Ο Ερντογάν είναι πεπεισμένος πως πίσω από τους πραξικοπηματίες ήταν η Ουάσιγκτον. Όταν καταγγέλλει τον Γκιουλέν, στην πραγματικότητα δείχνει τη CIA.
Οι συνεχείς τριβές και τα ουκ ολίγα επεισόδια που μεσολάβησαν από τότε έχουν καταστήσει το χάσμα αγεφύρωτο. ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΥΠΕΡΩΚΕΑΝΙΟΥ ΠΟΥ ΕΞΗΓΕΙ ΤΟΝ ΡΥΘΜΟ ΤΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ ΣΤΙΣ ΗΠΑ ΣΤΗΝ ΠΗΓΗ

www.defence-point.gr