Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

Γιατί θα επιμείνει η βία στη χερσόνησο του Σινά

Γιατί θα επιμείνει η βία στη χερσόνησο του Σινά
Του Ιωάννη-Σωτηρίου Ιωάννου*
Η πολύνεκρη τρομοκρατική επίθεση στο τέμενος αλ Ράουντα στη καρδιά της επαρχίας του Βόρειου Σινά στην Αίγυπτο αποτελεί την μεγαλύτερη –μέχρι ίσως την επόμενη- τρομοκρατική επίθεση στην ιστορία της Αιγύπτου. 305 νεκροί, Μουσουλμάνοι, σκοτώθηκαν με βάρβαρο τρόπο από τζιχαντιστές που έρχονται να υπενθυμίσουν έναν πόλεμο που μαίνεται στην χερσόνησο εδώ και δεκαετίες.
Πέραν της απειλής του Daesh (ISIS) και της προσχώρησης των τζιχαντιστών της περιοχής σε αυτό (σ.σ. η οργάνωση Ansar Bait al-Maqdis δήλωσε πίστη στο ISIS το 2014, χωρίς αυτό βέβαια να την απομακρύνει από τους περιφερειακούς της στόχους στην περιοχή του Σινά) η κατάσταση στο Σινά έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας συνεχιζόμενης «ανταρσίας» (σ.σ. εφεξής στο κείμενο θα χρησιμοποιούμε τον ακριβέστερο όρο insurgency) που ξέσπασε μετά τα γεγονότα της απομάκρυνσης του Χόσνι Μουμπάρακ το 2011 και κλιμακώθηκε αμέσως μετά την ανατροπή του Μοχάμεντ Μόρσι –από τον στρατηγό αλ Σίσι- το 2014.

Επιπλέον, η περιοχή βρίσκεται σε μια παρεμφερή κατάσταση από την δεκαετία το ’80 με τις προεκτάσεις της ένοπλης σύγκρουσης των τζιχαντιστών του Σινά και του αιγυπτιακού στρατού να αφορούν ένα ευρύτερο φάσμα πολιτικών, γεωπολιτικών κι άλλων διαστάσεων σε περιφερειακό και διεθνές –εντός του αραβομουσουλμανικού κόσμου- επίπεδο.

Σύντομο ιστορικό
Η ιστορία της σύγχρονης τρομοκρατίας στο έδαφος της Αιγύπτου –με επίκεντρο την περιοχή της χερσονήσου του Σινά- περνάει συχνά απαρατήρητη στον δυτικό κόσμο για μια σειρά λόγων που δεν είναι της παρούσης, ωστόσο είναι συγκλονιστική και συνδέεται με τον ρόλο της Αιγύπτου στη σύγκρουση Χαμάς-Ισραήλ αλλά και με την ιστορική κατάληψη της περιοχής από το Ισραήλ, μετά το πέρας του πολέμου του ’67. Όταν το 1982 ο ισραηλινός στρατός αποχώρησε από την περιοχή οι κάτοικοι του Σινά, στη πλειοψηφία τους νομαδικές φυλές βεδουίνων απέκτησαν αυτόματα το στάτους του πολίτη β’ κατηγορίας για την πλειοψηφία των αρχών της Αιγύπτου. Ο βεδουίνος από το Σινά αντιμετωπίζονταν ως «κατάσκοπος του σιωνιστή εχθρού» ή «τρομοκράτης» παρά ως ισότιμος πολίτης. Επιπλέον, η πολιτική του Καίρου καταπίεσε την περιοχή με τους βεδουίνους στο Σινά να μην έχουν το δικαίωμα ιδιοκτησίας γης και την περιοχή να παραμένει εξαιρετικά υποανάπτυκτη σε σχέση με άλλες επαρχίες της αιγυπτιακής επικράτειας. Η εγγύτητα της περιοχής στη Γάζα συνέβαλε ασφαλώς και στην διοχέτευση της βίας της αραβοισραηλινής σύγκρουσης στην περιοχή.

Η πρώτη και η δεύτερη Ιντιφάντα –ιδίως η δεύτερη- έθεσαν το βορειοανατολικό Σινά στο επίκεντρο της λογιστικής υποστήριξης της Χαμάς με όπλα και μαχητές με τις τοπικές φυλές να ριζοσπαστικοποιούνται εξαιτίας της διαχρονικά συνεχιζόμενης σύγκρουσης Ισραήλ-Παλαιστινίων. Η ανάμιξη τοπικών δρώντων στην ενεργό στήριξη της Χαμάς απλά γιγάντωσε την καταπίεσή τους από τις αρχές της Αιγύπτου. Το 2004 είναι μεταβατική χρονιά. Οι βομβιστικές επιθέσεις –με θύματα Ισραηλινούς τουρίστες- σε Taba και Nuweimba έπληξαν για χρόνια τον αιγυπτιακό τουρισμό και οδήγησαν σε ένα πογκρόμ εναντίον 3.000 βεδουίνων στην περιοχή. Στις αναφορές της εποχής το ηλεκτροσόκ στα γεννητικά όργανα έγινε… επιστήμη στα χέρια των αρχών ασφαλείας του καθεστώτος Μουμπάρακ. Η Al-Tawhid wa al-Jihad (Monotheism and Struggle, ή απλά TJS) υπήρξε η πρώτη οργανωμένη τζιχαντιστική ομάδα στο Σινά που το 2005 ξεκίνησε να πλήττει στόχους στο Σαρμ ελ Σέιχ –τουριστικό θέρετρο της Αιγύπτου. Το 2005 ήταν χρονιά σταθμός επίσης διότι το insurgency στο Ιράκ και η εμφάνιση της Αλ Κάιντα του Ιράκ –του αλ Ζαρκάουι, ενέπνευσαν το παγκόσμιο τζιχαντιστικό ένοπλο κίνημα υιοθετώντας ένα μοντέλο δράσης αρκετά διαφοροποιημένο από την «μητέρα των οργανώσεων» του παγκόσμιου τζιχαντισμού, την Αλ Κάιντα. Η σημερινή οργάνωση, al-Maqdis –ή απλώς «επαρχία Σινά» έχει ακριβώς εδώ τις ρίζες της. Και μέχρι την περασμένη Παρασκευή κατείχε το ρεκόρ θυμάτων με την πτήση της Metrojet που κατέπεσε στο Σινά. Αυτή την φορά, ξεπέρασε τον εαυτό της…
Γιατί τώρα
Το timing της επίθεσης της Παρασκευής δεν είναι τυχαίο. Πέραν του συνεχιζόμενου πολέμου με την Αίγυπτο οι τζιχαντιστές του Σινά αντιτίθεται στο στρατηγικής σημασίας άνοιγμα του περάσματος στη Ράφα και φυσικά στην ιστορική συμφιλίωση Χαμάς-Παλαιστινιακής Αρχής η οποία επετεύχθη με την διπλωματική διαμεσολάβηση της Αιγύπτου. Άνοιγμα της Ράφα σηματοδοτεί –πέραν της ανθρωπιστικής διάστασης- απρόσκοπτο εμπόριο μεταξύ Γάζας και Αιγύπτου και κατ’ επέκταση μεταξύ της Χαμάς και των αρχών ασφαλείας της χώρας –μια προσέγγιση που ξεκίνησε ήδη από το 2016 καθιστώντας τους μαχητές της Χαμάς «απίστους» για τους τζιχαντιστές του Σινά. Η αλλαγή της προσέγγισης της Χαμάς –με απώτερους στρατηγικούς στόχους που αφορούν την κατάσταση του πολιτικού ελέγχου στη Γάζα, τα εσωτερικά της αλλά και την σχέση της με την Παλαιστινιακή Αρχή- έχουν θορυβήσει τους τζιχαντιστές του Σινά που συχνά με μέλη τους στελέχωναν μαχητικές οργανώσεις που συνδέονταν με την Χαμάς (βλέπε ταξιαρχίες του Izz ad-Din al-Qassam). Το χτύπημα της Παρασκευής εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια αποδόμησης της Χαμάς από την οργάνωση «επαρχία Σινά» η οποία εντάσσει στη ρητορική της το κλασικό τρίπτυχο της θρησκευτικής και πολιτικής προπαγάνδας περί απιστίας, μη εφαρμογής της Σαρία και σύμπραξης με τον αιγυπτιακό και ισραηλινό εχθρό. Πέραν του συνεχιζόμενου insurgency συνεπώς διαπιστώνεται και μια προσπάθεια βίαιου ανταγωνισμού μεταξύ Χαμάς και τζιχαντιστών του Σινά η οποία ξεφεύγει από τα στενά όρια της Αιγύπτου και της χερσονήσου.
Που αποτυγχάνει η Αίγυπτος
Η κατάσταση στο Σινά από την σκοπιά του insurgency/counter insurgency αποτελεί από μόνη της μια περιπτωσιολογία για το πώς δεν πρέπει να αντιμετωπίζεις την απειλή των τζιχαντιστών. Οι μαχητές της περιοχής χρησιμοποιούν δύο κλασικές μεθόδους: Αντάρτικο και αστική τρομοκρατία. Κατορθώνουν συνεπώς να εκθέτουν συνεχώς τον αιγυπτιακό στρατό και παράλληλα να κερδίζουν την στήριξη των ντόπιων πληθυσμών –που διαχρονικά βίωσαν την αδιαφορία από το Πρόγνωση καιρού Κάϊρο. Επιπλέον στοιχεία όπως η γεωμορφολογία του εδάφους, η απόσταση από το κέντρο, οι επιμέρους τακτικές αποτυχίες έχουν συμβάλλει στην δημιουργία ενός παρατεταμένου πολέμου –από τον οποίο η Αίγυπτος αδυνατεί να βγει κερδισμένη. Επαναλαμβάνει μάλιστα το ίδιο στρατηγικό λάθος της κυβέρνησης Μουμπάρακ θεωρώντας πως θα διαλύσει μια συνεχιζόμενη εξέγερση –ιδεολογικοποιημένη θρησκευτικά και πολιτικά- με το να χρησιμοποιεί τεράστια ισχύ. Σε κάθε περίπτωση το χτύπημα της Παρασκευής έρχεται να υπενθυμίσει αυτή την αποτυχία και κυριότερα να καταδείξει ότι από την σύγχρονη τζιχαντιστική τρομοκρατία ο μεγαλύτερος αριθμός θυμάτων είναι οι ίδιοι οι Μουσουλμάνοι –που στην προκείμενη έχασαν την ζωή τους ενώ προσεύχονταν. Η βελτίωση, τέλος, της κατάστασης ασφάλειας στο Σινά περνάει μέσα κι από μια σειρά προκλήσεων για την ίδια την κυβέρνηση του αλ Σίσι στην Αίγυπτο. Προκλήσεις που εκτείνονται από την εθνική συμφιλίωση και την οικονομική ανάπτυξη μέχρι τον πλήρη σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
*Ο Ιωάννης-Σωτήριος Ιωάννου είναι δημοσιογράφος στην εφημερίδα «Πολίτης» της Κύπρου και αναλυτής στην Διπλωματική Ακαδημία του Πανεπιστημίου Λευκωσίας. Κάντε τον follow στο Twitter: @JohnPikpas.
 liberal.gr