Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

Ο τρίτος γύρος του Τζιχάντ

«Τα μυαλά εκατομμυρίων νέων στην χώρα έχουν γεμίσει όλα αυτά τα χρόνια με κηρύγματα μίσους για την δύση και το Ισραήλ. Προσθέστε σε αυτό την ύπαρξη μισού εκατομμυρίου πτυχιούχων που βρίσκονται στην ανεργία. Η ύπαρξη ενός ακραίου ισλαμικού κινήματος στην χώρα μας είναι απόλυτα φυσιολογική»: Το χαρακτηριστικό απόσπασμα από άρθρο του σπουδαίου Αιγύπτιου δημοσιογράφου Μουχάμεντ Χαϊκάλ θα μπορούσε να έχει γραφτεί σήμερα.

Στην πραγματικότητα, δημοσιεύτηκε στον αραβικό Τύπο το 1994. Είχε προηγηθεί μία σειρά αιματηρών επιθέσεων εις βάρος ξένων τουριστών, χριστιανών κοπτών και μελών των αιγυπτιακών δυνάμεων ασφαλείας. Οι επιθέσεις είχαν πραγματοποιηθεί από μέλη φονταμενταλιστικών, ισλαμικών οργανώσεων.
Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 σημειώνονται στην Αίγυπτο επιθέσεις φανατικών ισλαμιστών, πολύ πριν αρχίσει τη δράση της η Αλ Κάιντα του Οσάμα Μπιν Λάντεν. Στην Αίγυπτο ιδρύθηκε το 1929 η πρώτη ισλαμική φονταμενταλιστική οργάνωση του αραβικού κόσμου, η Μουσουλμανική Αδελφότητα. Ο σημερινός ηγέτης της Αλ Καϊντα, ο Αλ Ζαουάχρι, είναι Αιγύπτιος. Υπήρξε στο παρελθόν ηγετικό στέλεχος της αιγυπτιακής φονταμενταλιστικής οργάνωσης Αλ Τζιχάντ.
Ο Αιγύπτιος πρόεδρος Χόσνι Μουμπάρακ απέδιδε την τρομοκρατία των φανατικών ισλαμιστών σε «πράκτορες ξένων δυνάμεων». Για τον έμπειρο δημοσιογράφο, τα αίτια ήταν πολύ πιο πολύπλοκα από θεωρίες συνωμοσίας. Ένας από τους κυριότερους μελετητές του ισλαμικού φονταμενταλισμού, ο καθηγητής Hrair Dekmejian, έχει υποστηρίξει πως «το ριζοσπαστικό Ισλάμ κληροδοτεί μια νέα ταυτότητα σε άτομα αλλοτριωμένα και παρέχει μια ιδεολογία διαμαρτυρίας ενάντια στις κατεστημένες τάξεις».

Το τέλος του νασερισμού

Η άποψή του εξηγεί άριστα την ψυχολογία των Αράβων μετά την ήττα τους από τον στρατό του Ισραήλ το 1967 στον «Πόλεμο των Έξι Ημερών». Αυτό υπήρξε ένα κομβικό γεγονός για την εξέλιξη του ριζοσπαστικού Ισλάμ. Αρχικά στην Αίγυπτο, μετέπειτα σε όλο τον αραβικό κόσμο.
Για την ντροπιαστική ήττα θεωρήθηκε υπεύθυνος ο πρόεδρος Νάσερ, ο πιο χαρισματικός πολιτικός της νεότερης αραβικής ιστορίας. Ήταν η αρχή του τέλους για την κυριαρχία της εκκοσμικευμένης ιδεολογίας του αραβικού εθνικισμού, της οποίας ο Αιγύπτιος συνταγματάρχης υπήρξε ο κυριότερος εκπρόσωπος. Το 1970 ακολούθησε και ο βιολογικός του θάνατος, που σήμανε το τέλος μιας εποχής για τον αραβικό κόσμο.
Το ιδεολογικό κενό που άφησε στην αιγυπτιακή κοινωνία η αποτυχία του νασερισμού έσπευσαν να το καλύψουν οι ισλαμικές οργανώσεις της Αιγύπτου. Η Μουσουλμανική Αδελφότητα είχε ξεκινήσει τον πρώτο γύρο του τζιχαντιστικού πολέμου στην Αίγυπτο τα προηγούμενα έτη, χωρίς επιτυχία. Οι πρακτικές ατομικής τρομοκρατίας της Αδελφότητας δεν απείλησαν ιδιαίτερα το καθεστώς του Νάσερ. Ο νεαρός συνταγματάρχης ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στον λαό της Αιγύπτου.
Ο Νάσερ ακολούθησε σκληρή καταστολή εναντίον της οργάνωσης. Χιλιάδες μέλη της Αδελφότητας φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν. Όμως, μετά το 1967 ήταν η ευκαιρία να πάρουν την ρεβάνς από το καθεστώς του «άπιστου Φαραώ», όπως αποκαλούσαν τον Αιγύπτιο πρόεδρο.

Ο τυχοδιωκτισμός του Σαντάτ

Ο καλύτερος στρατολόγος τους υπήρξε παραδόξως ο ίδιος ο διάδοχος του Νάσερ, ο Ανουάρ Σαντάτ, με την τυχοδιωκτική πολιτική που ακολούθησε. Είχε αποφασίσει να συγκρουστεί με τους πολυάριθμους οπαδούς του προκατόχου του και με την τότε πανίσχυρη αιγυπτιακή Αριστερά. Ως αντίβαρο, αποφάσισε να εξασφαλίσει την συμμαχία των ισλαμικών οργανώσεων.
Απελευθέρωσε χιλιάδες στελέχη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας από τις φυλακές. Ίδρυσε τζαμιά σε όλη την αιγυπτιακή επικράτεια. Επέτρεψε τη δημιουργία ισλαμικών ομάδων στα πανεπιστήμια. Εισήγαγε μέχρι και διατάξεις της Σαρία στο αιγυπτιακό Σύνταγμα.
Υπό την ηγεσία του, ο αιγυπτιακός στρατός ξέπλυνε την ντροπή της ήττας του 1967 στον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ το 1973. Η προπαγάνδα του καθεστώτος εμφάνισε τον Ανουάρ Σαντάτ ως «ήρωα του Ισλάμ», όχι ως ήρωα του αραβικού έθνους. Είχε παρέλθει το οριστικό τέλος της κληρονομιάς του Νάσερ. Το σύνθημα «Αλλάχ ακμπάρ» κοσμούσε όλα τα δημόσια κτίρια της χώρας. Ο πρόεδρος Σαντάτ παρέθετε στις ομιλίες του εδάφια του Κορανίου, εμφανιζόμενος ως ευσεβής μουσουλμάνος. Ο Σαντάτ ήταν σφοδρός επικριτής της εισβολής της ΕΣΣΔ στο Αφγανιστάν το 1979 και θερμός υποστηρικτής των Αφγανών μουτζαχεντίν.

Προσεταιρισμός μέσω φιλανθρωπίας

Οι ισλαμικές οργανώσεις στα χρόνια του Σαντάτ χωρίστηκαν σε δύο κατηγορίες, τους «μετριοπαθείς» και τους «ριζοσπάστες». Η Μουσουλμανική Αδελφότητα εκπροσωπούσε τους «μετριοπαθείς». Με εξαίρεση τη βία των μελών της κατά των Αιγύπτιων κομμουνιστών, άρχισε να απομακρύνεται από την τρομοκρατική δράση του παρελθόντος.
Δεν υπήρχε λόγος για βίαιο ακτιβισμό, όταν ηγούνταν της Αιγύπτου ένας «ευσεβής μουσουλμάνος». Σύμφωνα με έναν από τους επιφανέστερους μελετητές της αραβικής ιστορίας, τον καθηγητή Παναγιώτη Βατικιώτη, «το Ισλάμ, στα χρόνια του Σαντάτ, απέκτησε την πνευματική ηγεμονία στην Αίγυπτο». Η αυστηρή λογοκρισία του καθεστώτος δεν επηρέαζε την κυκλοφορία των πολυάριθμων εντύπων των ισλαμικών ομάδων.
Η φιλελεύθερη οικονομική πολιτική του Σαντάτ οδήγησε σε στρατιές νεόπτωχων στην αγκαλιά της οργάνωσης. Ο βιοπορισμός χιλιάδων Αιγυπτίων εξαρτιόταν από το φιλανθρωπικό έργο της Αδελφότητας. Η επιβολή της Σαρία παρέμενε στόχος, αλλά θα γίνονταν μακροπρόθεσμα, με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα να ηγείται ενός μαζικού κινήματος.
Η οργάνωση αρκούσε να έκανε μερικά χρόνια υπομονή. Ήταν θέμα χρόνου η οργανωτική της ισχύ να την οδηγήσει σε ολοκληρωτική κατάληψη της εξουσίας. Η υπομονή τους επιβραβεύτηκε καθώς, μετά την «Αραβική Άνοιξη», η Μουσουλμανική Αδελφότητα σχημάτισε την πρώτη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση στη χώρα, το 2012.

Στροφή στον εξτρεμισμό

Είχε όμως προηγηθεί ο πόλεμος των ριζοσπαστών του Ισλάμ στην Αίγυπτο, που πήρε μεγάλη έκταση από το 1977 και μετέπειτα. Ο Σαντάτ είχε πραγματοποιήσει τότε την ιστορική του επίσκεψη στο Τελ Αβίβ. Λίγους μήνες μετά θα ακολουθούσε η υπογραφή της συνθήκης ειρήνης με το Ισραήλ. Για τον αραβικό κόσμο ήταν η «ειρήνη της ντροπής».
Η ανοχή που είχαν δείξει οι ισλαμιστές προς τον Αιγύπτιο πρόεδρο είχε πλέον τελειώσει. Αν και η Μουσουλμανική Αδελφότητα παρέμεινε μετριοπαθής, νέες ισλαμικές ομάδες ήθελαν να ξεπλύνουν με αίμα την «προδοσία του Σαντάτ». Ήταν μικρότερες από την Αδελφότητα, αλλά πολύ πιο εξτρεμιστικές.
Ήταν η αρχή του «δεύτερου γύρου» της αντιπαράθεσης των ριζοσπαστών του Ισλάμ με το αιγυπτιακό κράτος. Αυτός ο γύρος θα ήταν πολύ πιο αιματηρός από τον πρώτο. Άρχισε η ένοπλη δράση διάφορων ακραίων ισλαμικών ομάδων, με κυριότερες την «Αλ Τζιχάντ» και την «Τζαμάτ Ισλαμίγια». Η δράση τους εμπνεύστηκε ιδιαίτερα από τα γραπτά του Σαγίντ Κουτμπ, ενός διανοητή της Αδελφότητας που είχε εκτελεστεί από τον Νάσερ.
Ο Κουτμπ υποστήριζε πως οι πιστοί δεν πρέπει να υπακούν έναν ηγέτη ο οποίος ισχυρίζεται υποκριτικά ότι είναι μουσουλμάνος. Αν δεν υπάρχει καθολική εφαρμογή της Σαρία, ο ηγέτης αυτός είναι «καφίρ», δηλαδή «αποστάτης». Οι «αποστάτες» είναι εχθροί του Ισλάμ, όπως η Δύση, το Ισραήλ, και φυσικά οι «άθεοι» κομμουνιστές. Ο Κουτμπ δεν στοχοποιούσε στα γραπτά του τους σιίτες μάλλον γιατί παρέμεναν στο περιθώριο του ισλαμικού κόσμου. Η επανάσταση του Χομεϊνί δεν είχε γίνει ακόμα στο Ιράν.
Για τους ριζοσπάστες, «καφίρ» ήταν ο πρόεδρος Σαντάτ. Οι πιστοί επομένως έπρεπε να αγνοήσουν τα «μετριοπαθή» κηρύγματα της Αδελφότητας και να στραφούν στην ένοπλη βία. Ο στόχος δεν θα ήταν μόνο οι «άπιστοι», οι χριστιανοί και ο Εβραίοι. Στόχος ήταν και η ανατροπή του καθεστώτος των «καφίρ» και η δημιουργία ενός πραγματικού κράτους των πιστών.
Το 1981, στην πιο θεαματική τους ενέργεια, δολοφονούν τον Ανουάρ Σαντάτ, κατά τη διάρκεια μιας στρατιωτικής παρέλασης. Δεν ακολούθησε όμως η «ισλαμική εξέγερση» της αιγυπτιακής κοινωνίας, όπως ανέμεναν τα μέλη των «ριζοσπαστών». Ούτε ένα πραξικόπημα «ευσεβών» αξιωματικών, καθώς οι ένοπλες δυνάμεις έμειναν πιστές στον νέο πρόεδρο της χώρας, τον Χόσνι Μουμπάρακ.
Ο «δεύτερος γύρος» της αντιπαράθεσης των «ριζοσπαστών» του Ισλάμ με τις δυνάμεις ασφαλείας της Αιγύπτου έληξε το 1999, αφήνοντας περίπου 2000 νεκρούς. Οι «ριζοσπάστες» είχαν ηττηθεί κατά κράτος. Η εξουσία του Μουμπάρακ δεν είχε απειληθεί ούτε η ειρήνη με το Ισραήλ. Οι «ριζοσπάστες» είχαν ηττηθεί, όχι όμως και οι «μετριοπαθείς». Ο Αιγύπτιος πρόεδρος ανεχόταν όλα αυτά τα χρόνια την κοινωνική δράση της Αδελφότητας, φοβούμενος ότι η γενικευμένη απαγόρευσή της θα οδηγούσε σε κοινωνική έκρηξη.

Με την ταμπέλα του τρομοκράτη

Η στάση του σημερινού προέδρου της Αιγύπτου Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι είναι διαφορετική από αυτήν του Σαντάτ και του Μουμπάρακ. Αφού ανέτρεψε πραξικοπηματικά τη νόμιμη κυβέρνηση των Αδελφών Μουσουλμάνων το 2013, εξαπέλυσε ένα ολοκληρωτικό κύμα καταστολής εναντίον της οργάνωσης.
Ο Σίσι θεωρεί συλλήβδην την Αδελφότητα «τρομοκρατική» οργάνωση, όπως και την παλαιστινιακή οργάνωση Χαμάς που δραστηριοποιείται στην Αίγυπτο. Έχει κηρύξει τον πόλεμο εναντίον των μεγαλύτερων οργανώσεων του πολιτικού Ισλάμ. Χιλιάδες οπαδοί της Αδελφότητας έχουν οδηγηθεί στις φυλακές από την ημέρα που ανέλαβε την εξουσία. Εκατοντάδες είχαν σκοτωθεί τις ημέρες του πραξικοπήματος. Η στυγνή καταστολή ακόμα και των μετριοπαθών στοιχείων της Αδελφότητας ήταν το καλύτερο δώρο για τους ριζοσπάστες του Ισλάμ.
Είναι φανερό πως έχει ξεκινήσει «ο τρίτος γύρος». Από τη μια πλευρά οι ριζοσπάστες μαχητές των ισλαμικών ομάδων που ανασυγκροτήθηκαν μετά τις διώξεις εναντίον της Αδελφότητας. Από την άλλη, το αυταρχικό καθεστώτος του Σίσι, του «νέου Φαραώ». Με τους φανατικούς ισλαμιστές να εμπνέονται από την δράση του Ισλαμικού Κράτους, είναι βέβαιο πως αυτός ο γύρος θα είναι ο αιματηρότερος όλων.
Το αποκορύφωμα ήταν η επίθεση με τους εκατοντάδες νεκρούς που σημειώθηκε σε τέμενος μουσουλμάνων σούφι στο Σινά. Πρέπει να σημειωθεί πως πολλοί αξιωματικοί του αιγυπτιακού στρατού είναι σούφι. Ίσως αυτό εξηγεί την επίθεση, αφού στο τέμενος βρίσκονταν πολλοί νεοσύλλεκτοι με τις οικογένειές τους.

Χωρίς λαϊκό έρεισμα

Το τζιχαντιστικό Ισλάμ όμως δεν έχει κανένα περιθώριο επιτυχίας στην Αίγυπτο. Η αιματηρή του δράση στρέφεται πλέον ακόμα και εναντίον αμάχων μουσουλμάνων. Είναι σίγουρο πως οι εξτρεμιστές θα απομονωθούν από την πλειοψηφία των Αιγυπτίων, χωρίς να καταφέρουν να αποκτήσουν σημαντικό λαϊκό έρεισμα. Μοιάζει αδύνατον να έχουν ερείσματα στον στρατό ή στα σώματα ασφαλείας, όπως είχε καταφέρει στο παρελθόν η «Αλ Τζιχάντ».
Οι τζιχαντιστές δεν διαθέτουν έναν χαρισματικό ηγέτη που θα μπορούσε να κινητοποιήσει τις φτωχές τάξεις του Καΐρου, όπως είχε καταφέρει ο Χομεϊνί στο Ιράν. Ο αιγυπτιακός στρατός έχει συντριπτική δύναμη πυρός και άριστη εκπαίδευση από Αμερικανούς στρατιωτικούς συμβούλους. Σε διάγγελμά του, ο Σίσι ορκίστηκε εκδίκηση και η αιγυπτιακή αεροπορία βομβάρδισε θέσεις ισλαμικών οργανώσεων στο Σινά. Οι ριζοσπάστες είναι βέβαιο πως θα ηττηθούν ακόμα μία φορά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το ριζοσπαστικό Ισλάμ θα καταθέσει τα όπλα. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις είναι θέμα χρόνου να επαναληφθούν. Οι φανατικοί δεν πρόκειται ποτέ να παραδοθούν, καθώς θεωρούν πως θα έχουν φρικτό τέλος στα χέρια των δυνάμεων ασφαλείας του Σίσι. Είναι βέβαιο πως θα προτιμήσουν να πολεμήσουν, μέχρι να πέσει νεκρός ο τελευταίος των μαχητών τους.

 slpress.gr - Ειδήσεις | Επικαιρότητα | Αναλύσεις & Σχόλια