Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

Εορταστικόν

Βρισκόμαστε στον Δεκέμβριο, τον κατ’ εξοχήν μήνα των εορτών. Τούτες τις μέρες μας ξανάρχονται στο νου οι παλιές, όχι απαραίτητα καλές, αλλά οπωσδήποτε καθαρά Ελληνικές γιορτές. Τότε, που στη γιορτή του πατέρα κυρίως ή της μητέρας δευτερευόντως, γινόταν κοσμογονία στο σπίτι.
Καθαριότητα πριν μία ολόκληρη εβδομάδα και το σπίτι κυριολεκτικώς πήγαινε κι’ ερχότανε από τις προετοιμασίες. Κι’ εκεί κατά την παραμονή, άρχισαν να βγαίνουν από την κουζίνα οι γαργαλιστικές μυρωδιές.
Και πρώτη η ευωδία του γλυκού. Κάποιος μπακλαβάς ή κανταΐφι, ή οτιδήποτε τέλος πάντων που να μπορεί να σερβιριστεί άφοβα στη γιορτή χωρίς τον φόβο αλλοιώσεων. Και η μεγάλη μέρα άρχιζε από πολύ πρωί, με τις τελευταίες πινελιές στην καθαριότητα και με την προετοιμασία του φαγητού, συνήθως ψητό με πατάτες, το οποίο όδευε προς τον γειτονικό φούρνο, με τις απαραίτητες συστάσεις στον φούρναρη: «Πρόσεξέ το κυρ Θανάση, γιατί έχω τραπέζι το βράδυ». Το ψητό, που θα αποτελούσε και το επιστέγασμα της γιορτής και το οποίο θα απολάμβαναν οι στενοί συγγενείς (όσοι δεν είχαν τσακωθεί με τον εορτάζοντα…) και φίλοι.
Και ερχόταν η μεγάλη μέρα. Οι πάντες σε συναγερμό. Κάποιο πρόχειρο φαγητό το μεσημέρι (συνήθως τα καμένα μέρη του ψητού…) και σιγά- σιγά άρχιζε το ντύσιμο για το βράδι. Όλη η οικογένεια με τα «καλά» της (τα παιδιά, στο μέσα δωμάτιο να μη μπερδεύονται στα πόδια της μαμάς ή της μεγάλης αδελφής που θα βοηθάει τη μαμά), περιμένει τις επισκέψεις.
Και πραγματικά. Νωρίς το απόγευμα, άρχισαν να έρχονται οι πιο μακρινοί, με πρώτο πάντα τον θείο Μάρκο με τη θεία Γεωργία, που πάντοτε κοιμόνταν νωρίς και δεν εννοούσαν ούτε σήμερα να χαλάσουν την συνήθειά τους. Και σιγά – σιγά ακολουθούσαν οι υπόλοιποι. Η σκηνή ήταν η ίδια. Κουδούνι, υποδοχή από τον εορτάζοντα, που στην συνέχεια οδηγούσε τους νεοφερμένους στη «σάλα». Ακολουθούσαν οι συστάσεις με τους ήδη αφιχθέντες και τα «χαίρω πολύ» μεταξύ ανθρώπων, που πιθανότατα δεν θα ξανασυναντιόντουσαν, έδιναν και έπαιρναν. Η αμηχανία ήταν διάχυτη, όταν οι επισκέπτες ήταν μάλλον άγνωστοι μεταξύ τους, με κύριο θέμα συζητήσεως τον καιρό. «Βρέχει σήμερα» έλεγε ο ένας, για να παρατηρήσει ευστόχως ο άλλος «Ναι βρέχει».
Και κάπου εκεί, έσκαγε μύτη το πρώτο κέρασμα από την απαστράπτουσα νοικοκυρά, το οποίο σχεδόν πάντοτε αποτελούνταν από φοντάν και λικέρ. Και το μεν λικέρ, συνήθως κουαντρώ ή μπανάνα, είναι γνωστό. Το φοντάν όμως; Αυτό ήταν ένα μικροσκοπικό γλύκισμα, με λεπτή επικάλυψη σοκολάτας και μία γέμιση απροσδιορίστου υφής, (κάτι σαν σκληρό μπαμπάκι) και γεύσεως (κάτι σαν ζαχαρωμένο αφράτο ψωμί). Νόστιμο ήταν όμως. Ακολουθούσε το κυρίως γλυκό, το οποίο ήταν πάντα ταψιού, αφού αυτά άντεχαν στις οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες, με τα ηλεκτρικά ψυγεία μόλις να κάνουν την εμφάνισή τους. Θα ήσουν πολύ τυχερός, αν το γλυκό ήταν κανταΐφι, διότι τόφερνες εύκολα βόλτα με το πιρούνι. Θα ήσουν άτυχος αν ήταν μπακλαβάς, διότι πώς να τον κόψεις με το μαχαίρι στα γόνατά σου; Τέλος θα ήσουν εξαιρετικά γκαντέμης, αν η σπιτονοικοκυρά τιμώντας τον εορτάζοντα σύζυγό της, είχε φτιάξει αυτή το γλυκό, το οποίο σχεδιάστηκε για ραβανί και στο δρόμο βγήκε στρατιωτικό κάττυμα, δηλαδή σόλα. Κι’ ενώ εσύ δίνεις τον υπέρ όλων αγώνα προσπαθώντας να κόψεις με το πιρούνι το γλυκό, για το οποίο όμως χρειάζεσαι κοπτικό μπετόν, προσέχοντας να μη τα κάνεις όλα μούσκεμα, ακούς δίπλα σου τη γυναικά σου να λέει και να σε αποτελειώνει: «Πολύ ωραίο το γλυκό σου Μαρία μου, να μου δώσεις τη συνταγή».
Κάπως έτσι κυλούσε η ανιαρή βραδιά και βρισκόταν και κάποιος, κατά την γνώμη του χιουμορίστας που έλεγε τα αστεία του, τα οποία ήταν τόσο νόστιμα, όσο και το ραβανί της οικοδέσποινας.
Εκεί κατά τις 10, είχε αραιώσει ο κόσμος κι είχαν μείνει μόνο οι «μιλημένοι» για το φαγητό, που θα ακολουθούσε. Το ψητό που λέγαμε, ζεσταμένο πρόχειρα στη γκαζιέρα και γρήγορες κινήσεις. Το «καλό» τραπεζομάντηλο και τα «καλά» σερβίτσια στρώνονται και ο ορισμός των θέσεων. Εδώ ο θείος ο Σταύρος, εκεί η θεία Μαριγώ, εκεί η Μαιρούλα και δίπλα της ο κύριος Γιώργος (καλό παλικάρι και δουλεύει και στον ΟΤΕ, άντε μπας και γίνει τίποτις). Κάπου στην μέση ο μπάρμπα Θοδώσης να σερβίρει το κρασί (ένα σπατανέϊκο μούρλια…). Αφού ακουστούν τα γνωστά «Μα ήταν ανάγκη να μπείτε σε φασαρίες», ενώ αν δεν είχαν μπει σε φασαρίες, ποιος τους ξέπλενε (τους σπάγκους κ.λπ.), στρώνονται όλοι και τα πιρούνια παίρνουν φωτιά, με την σπιτονοικοκυρά να συμβουλεύει: «Πάρτε λίγη ρωσική, την έφτιαξε η Μαιρούλα» και κρυφές ματιές στον Γιώργο που έχει καμακώσει έναν κεφτέ και ποσώς τον ενδιαφέρει ο κατασκευαστής της ρωσικής.
Σε μία μιάμιση ώρα, η σεμνή τελετή έχει ολοκληρωθεί. Λασκάρονται ζώνες, ξεσφίγγονται γραβάτες (τότε φορούσαν γραβάτες) και υποβάλλονταν αθρόα αιτήματα για σόδες, ενώ κάποια κυρία κάποιων Μαΐων και κάποιας στριμάδας, εννοεί να βγάλει από την μύτη του Θανασάκη της, το ψητό που μόλις περιδρόμιασε: «Πάλι έφαγες σαν βόας Θανασάκη μου», με τον Θανασάκη να προβάλει το αφοπλιστικό επιχείρημα: «Άσε με ρε Μαριάνθη. Μια φορά γιορτάζει ο Μιχαλάκης» και την συμβία να αντεπιτίθεται: «Ναι Θανάση μου, αλλά και ο νταμπλάς μια φορά έρχεται»! Ορθόν.
Τότε ακριβώς ήταν που ο κατά την άποψή του καλλίφωνος της παρέας, ο Νώντας, που ονειρευόταν να σπουδάσει τενόρος, αλλά τελικά δεν μπόρεσε να σπουδάσει μήτε άλογο, άρχιζε σιγανά - σιγανά: «Ετίναξε την ανθισμένη αμυγδαλιά…». Σε λίγο ξεθαρρεύουν και άλλοι επίδοξοι τροβαδούροι και το γλέντι έπερνε φωτιά. Κάποιος έχει και μία κιθάρα. Κάποιος, που πήγαινε για Σεγκόβια και έμεινε απλός Αρτέμης. Προσπαθεί ο Αρτέμης να ακομπανιάρει, αλλά δεν βαριέσαι. Ή οι χορωδοί είναι φάλτσοι ή δεν μπορεί το παλικάρι Μάλλον και τα δύο.
Έτσι κύλαγε η νύχτα και εκεί κατά τις δύο, αν μάλιστα η επομένη ήταν αργία, ίσως τράβαγε και λίγο παραπάνω και αφού είχε εξαντληθεί το ρεπερτόριο και είχε ξυλευθεί αγρίως η «Ανθισμένη αμυγδαλιά», είχε δολοφονηθεί στυγνώς η «Γκαρσόνα», είχαν ψηθεί στη σχάρα της φαλτσαδούρας τα «Καβουράκια» και αφού μερικοί είχαν ρίξει πίσω το κεφάλι τους και τον είχαν πάρει του καλού καιρού ψιλοροχαλίζοντας μάλιστα (μεταξύ τους και ο βόας ο Θανασάκης), κάποιος έριχνε το σύνθημα: «Ε, τι λέτε τώρα να πηγαίνουμε;»
Φιλιά, αγκαλιές, ευχές, σαν κάτι νάγινε και με την Μαιρούλα και τον Γιώργο (καλό παιδί, δουλεύει και στον ΟΤΕ) και πάμε για φρέσκα.
Τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Τα οικογενειακά τραπέζια έσβησαν λίγο πριν σβήσουν τα…καλοριφέρ. Οι επισκέψεις αντικαταστάθηκαν με τα SMS ή τα τηλεφωνήματα, τα οποία πολλές φορές είναι βασανιστικά. Διότι οι τηλεφωνούντες για να ευχηθούν είναι διαφόρων ειδών και …αγενειών. Όπως οι πολυλογάδες που πιάνουν το τηλέφωνο και δεν εννοούν να σταματήσουν, ενώ ξέρουν ότι εκείνη την ώρα προσπαθούν και άλλοι συνάνθρωποι να ευχηθούν στον εορτάζοντα. Επίσης οι παιχνιδιάρηδες, που μέσα στο χαλασμό των τηλεφωνημάτων, έχουν όρεξη για κουίζ, αφού σου μιλάνε τόση ώρα κι ενώ τους απαντάς μάλλον μηχανικά σε κατακεραυνώνουν «Δε με γνώρισες ρε μπαγάσα και μου κάνεις και το φίλο».
Για τους πιο νέους υπάρχουν πιά και τα e-mails.
O tempora o mores, που έλεγε κι ο μακαρίτης ο Κικέρων.
Και εις έτη πολλά.


Εφημερίδα Δημοκρατία