Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2017

Ο Κυριάκος και οι δύο βάρκες


Η ήττα της ΝΔ τον Ιανουάριο 2015 μπορεί να μην ήταν συντριπτική, αλλά ήταν στρατηγικού χαρακτήρα. Η πλειονότητα του εκλογικού σώματος (μικρομεσαία στρώματα που λόγω των μνημονιακών πολιτικών είχαν πέσει στον γκρεμό ή ήταν στο χείλος του) είχε με οργή γυρίσει την πλάτη στα κόμματα που συγκροτούσαν την κυβέρνηση Σαμαρά. Αυτό φάνηκε καθαρά στο δημοψήφισμα του 2015, όταν το OXI συνέτριψε το μέτωπο των κατεστημένων πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που είχε συσπειρωθεί στο NAI με σημαία το «μένουμε Ευρώπη».

Η συνέχεια είναι γνωστή. Παρά την εντυπωσιακή μνημονιακή κωλοτούμπα του, ο Τσίπρας κέρδισε τις εκλογές του Σεπτεμβρίου, σχεδόν χωρίς απώλειες. Ο κύριος λόγος ήταν πως είχε υπογράψει και ψηφίσει, αλλά δεν είχε τότε ακόμα αρχίσει να εφαρμόζει Μνημόνιο. Όταν άρχισε να έρχεται ο λογαριασμός σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις άρχισε και ο ΣΥΡΙΖΑ να χάνει εκλογικό έδαφος.
Οι καθυστερήσεις στην πραγματοποίηση του δεύτερου γύρου και οι συμμαχίες που συνήψε ακόμα και με τον Σαμαρά είχαν παίξει ρόλο στην εκλογή του Κυριάκου. Η βασική αιτία, όμως, ήταν η εκδήλωση σε κοινωνικό επίπεδο μίας συσπείρωση των εύπορων αστών υπέρ της υποψηφιότητας Μητσοτάκη. Από τις εκλογές του 2012 οι ψηφοφόροι αυτής της κατηγορίας έχουν κατά κανόνα καταφύγει εκλογικά στη ΝΔ με λογική ανάσχεσης του ΣΥΡΙΖΑ. Αρκετοί από αυτούς παραδοσιακά ψήφιζαν ΠΑΣΟΚ, ακόμα και Συνασπισμό όταν αυτός ήταν ένα μικρό ακίνδυνο κόμμα.

Από τον αντι-Ανδρέα στον αντι-Τσίπρα

Αυτοί οι ψηφοφόροι έδωσαν τον τόνο στην κομματική εκλογή στις αρχές του 2016, επειδή θεωρούν ότι ο Κυριάκος τους εκφράζει όχι μόνο ιδεολογικά, αλλά και ως προφίλ. Όπως ο πατέρας Μητσοτάκης είχε στη δεκαετία του 1980 εκλεγεί αρχηγός της ΝΔ σαν αντι-Ανδρέας, έτσι και ο υιός, τριάντα τόσα χρόνια μετά, εξελέγη σαν αντι-Τσίπρας.
Ο Μεϊμαράκης είχε αφήσει να εννοηθεί πως θα ακολουθούσε μία ήπια αντιπολιτευτική στρατηγική και δεν απέκλειε να δίνει τη συναίνεσή του όπου ήταν αναγκαίο. Αντιθέτως, ο Κυριάκος είχε εξαρχής υψώσει τη σημαία της μετωπικής αντιπολίτευσης. Με τον τρόπο αυτό ευθυγραμμίστηκε και εξέφρασε τα “θέλω” όχι μόνο του σκληρού πυρήνα των δεξιών ψηφοφόρων, αλλά και των  αστών με (νεο)φιλελεύθερη ιδεολογία.
Τηρουμένων των αναλογιών, στην εκλογή του Κυριάκου λειτούργησε κάτι αντίστοιχο που είχε συμβεί στη δεκαετία του 1990, όταν και (νεο)φιλελεύθεροι εύποροι δεξιοί ψηφοφόροι είχαν υποστηρίξει την εκλογή του Σημίτη στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ και στη συνέχεια δεν είχαν δυσκολία να ψηφίσουν ένα κόμμα που μέχρι πριν λίγο καιρό λοιδορούσαν.
Αυτοί έχουν όχι μόνο ιδεολογικό και πολιτικό πρόβλημα με τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και αισθητικό. Θεωρούν τους συριζαίους περίπου σαν τυχάρπαστους επιβήτορες της εξουσίας που πρέπει να εκδιωχθούν το ταχύτερο δυνατόν. Κατά μία έννοια, το κλίμα θυμίζει τον τρόπο που οι δεξιοί αντιμετώπιζαν το ΠΑΣΟΚ τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1980.
Η συναινετική στρατηγική των καραμανλικών εκείνη την περιόδο είχε ως στόχο να διευκολυνθεί η κυβέρνηση Τσίπρα να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά, εφαρμόζοντας το 3ο Μνημόνιο. Πίστευαν ότι στο τέλος αυτής της διαδικασίας ο ΣΥΡΙΖΑ θα είχε υποστεί ανήκεστο πολιτικοεκλογική βλάβη, γεγονός που θα καθιστούσε δεδομένη την επάνοδο της ΝΔ. Αν και δεν το είχε πει ποτέ, ο Καραμανλής δεν θα έλεγε, βεβαίως, όχι εάν οι δικοί του τον καλούσαν να οδηγήσει τον περίπατο προς την εξουσία με τον αέρα του έμπειρου ηγέτη που έχει διδαχθεί από τα λάθη του.
Αυτό που τότε δεν κατάλαβαν οι καραμανλικοί είναι ότι όταν ψηφίζουν εκατοντάδες χιλιάδων πολίτες ούτε η εσωκομματική εκλογή μπορεί να εξασφαλισθεί με όρους κομματικών μηχανισμών. Αυτό, άλλωστε, είχε φανεί στην εσωκομματική αναμέτρηση του 2009. Τότε, παρότι η Ντόρα έλεγχε σε μεγάλο βαθμό το συνέδριο, είχε ηττηθεί από τον Σαμαρά.

Ο κοινός μνημονιακός παρονομαστής

Η εκλογή του Κυριάκου εκ των πραγμάτων ισοδυναμούσε με γύρισμα σελίδας. Διέλυσε το κλίμα ηττοπάθειας, προκάλεσε συσπείρωση, τροφοδότησε προσδοκίες νίκης και κατ’ επέκτασιν δημιούργησε μία πολιτική δυναμική. Όλα αυτά, όμως, ήταν η μία μόνο όψη του νομίσματος. Η άλλη όψη ήταν και παραμένει ότι ο Μητσοτάκης προσπαθεί να συνδυάζει τη μετωπική αντιπολίτευση με το γεγονός ότι θεωρεί μονόδρομο την εφαρμογή του Μνημονίου.
Με άλλα λόγια, μετά την υπογραφή του 3ου Μνημονίου ανάμεσα στον Τσίπρα και στον Μητσοτάκη υπάρχει ένας μεγάλος κοινός παρονομαστής. ο οποίος δεν μπορεί να επικαλυφθεί ακόμα και εάν οι δύο πλευρές υιοθετούν στη μεταξύ τους αντιπαράθεση πολεμικούς τόνους. Δεν είναι τυχαίο ότι το ευρωιερατείο και οι ομοϊδεάτες του Κυριάκου στην Ευρώπη προτιμούν τον Τσίπρα στην κυβέρνηση όσο αυτός εφαρμόζει το Μνημόνιο. Πολλοί εξ αυτών, μάλιστα, δεν το κρύβουν. Τον προτιμούν για δύο λόγους:
  • Πρώτον, επειδή αποδεικνύεται ότι τουλάχιστον προς το παρόν μπορεί να αποτρέπει την κοινωνική αναταραχή.
  • Δεύτερον, επειδή σήμερα έχουν και μνημονιακή κυβέρνηση και ως εναλλακτική λύση τη επίσης μνημονιακή αξιωματική αντιπολίτευση.

Πατώντας σε δύο βάρκες

Στα δύο σχεδόν χρόνια που βρίσκεται στην ηγεσία της ΝΔ, ο Μητσοτάκης πατάει σε δύο βάρκες. Από τη μία κατηγορεί την κυβέρνηση Τσίπρα ότι καθυστέρησε να κλείσει τις αξιολογήσεις (κυρίως την 1η και τη 2η) με αποτέλεσμα, όπως ισχυριζόταν, το τίμημα να ανεβεί. Για να έκλειναν, όμως, οι αξιολογήσεις στην ώρα τους, έπρεπε η κυβέρνηση να αποδεχθεί τις απαιτήσεις των δανειστών.
Ούτε η ΝΔ, ούτε το ΠΑΣΟΚ κάλεσαν την κυβέρνηση να αποδεχθεί τις απαιτήσεις των δανειστών. Εάν την είχαν καλέσει θα ήταν πολιτικά συνεπείς. Δεν ήθελαν, όμως, να αναλάβουν το πολιτικό κόστος μίας τέτοιας θέσης. Γι’ αυτό, όχι μόνο δεν έπραξαν κάτι τέτοιο, αλλά και καταψήφισαν τα προαπαιτούμενα για το κλείσιμο των αξιολογήσεων.
Την ίδια τακτική ακολουθεί ο Κυριάκος σ’ όλα σχεδόν τα ζητήματα. Παρακάμπτει τα διλήμματα που προκύπτουν από την πραγματικότητα και από τις μνημονιακές δεσμεύσεις με ρητορείες. Οι γενικόλογες επαγγελίες για μείωση της φορολογίας και των δημοσίων δαπανών, όπως και ότι οι δανειστές θα αλλάξουν τις απαιτήσεις τους εάν έχουν απέναντί τους κυβέρνηση της ΝΔ είναι επιταγές χωρίς αντίκρισμα.
Και από ό,τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις το τελευταίο διάστημα, φαίνεται ότι οι ψηφοφόροι το καταλαβαίνουν. Προς το παρόν τουλάχιστον, η ΝΔ διατηρεί ένα καθαρό προβάδισμα, αλλά αδυνατεί να διαμορφώσει δυναμική πλειοψηφικού ρεύματος.
 slpress.gr