Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ ΧΩΡΙΣ ΔΑΦΝΕΣ




      Ὁ Καρλ Χάϊνριχ Μαρξ (Karl Heinrich Marx) ἐγεννήθη τὴν 5ην Μαΐου τοῦ 1818 εἰς τὴν Τρήρ τῆς Γερμανίας ἀπὸ ἀστικὴν οἰκογένειαν μεγαλοδικηγόρου.
Οἱ πρόγονοι του ἧσαν ἑβραϊκοῦ θρησκεύματος καὶ ἡ οἰκογένεια τοῦ πατρὸς του ἀπὸ τὸ 1723 ἀσκεῖ κληρονομικὰ τὸ λειτούργημα τοῦ ῥαβίνου εἰς τὴν πόλιν Τρήρ. Το ἴδιο καὶ ἡ οἰκογένεια τῆς μητρὸς του, Ἐριέττας, ἧσαν ῥαβίνοι εἰς τὴν Δανίαν.

      Ὁ πατὴρ τοῦ Μάρξ, Χίρσελ, ἀποφάσισε νά ἐνστερνιστὴ τὴν λουθηρανικὴν θρησκείαν, τὸ ἴδιος καὶ ὁ Κάρλ, παρ’ ὅτι δήλωνε ἄθεος, ἐνστερνὶζεται τὸν Λου-θηρανισμὸν καὶ ἀλλάζει τὸ ὄνομά του εἰς Χάϊνριχ.
      Ὁ Μάρξ σπούδασε φιλοσοφίαν, ἂν καὶ ὁ πατήρ του τὸν ἤθελε δικηγόρον. Θὰ ἐκπονήση τὴν διδακτορικὴν του διατριβήν μέ θέμα τὸν Δημόκριτον καὶ τὸν Ἐπίκουρον. Οι πανεπιστημιακὲς σπουδὲς τοῦ Μάρξ ἄρχισαν εἰς τὸ Πανεπι-στήμιον τῆς Βόννης (Rheinische Friedrich-Wilhelms-Universitat) τὸ 1833, ὅπου σπούδαζε νομικά.
      Ὠστόσον, οἱ συναναστροφὲς του εἰς τὸ Πανεπιστήμιον τῆς πόλεως τὸν ἀπέσπασαν ἀπό τίς σπουδὲς του καὶ περνοῦσε τὸ μεγαλύτερον μέρος τοῦ χρόνου του, τραγουδώντας εἰς μπυραρίες.
      Ὁ πατέρας του τὸν ἀναγκασε νά ἀλλάξῃ Πανεπιστήμιον τὸ ἑπόμενον ἔτος καὶ οὕτως ὁ Καρλ μετεφέρθη εἰς τὸ σοβαρὸν καὶ ἀκαδημαϊκοῦ ὕφους Πανεπι-στήμιον Humboldt Universitat (πρῴην Friedrich-Wilhelms-Universitat) εἰς τὸ Βερολίνον.
      Ὁ Μάρξ ἀπὸ τὴν παιδικὴν του ἡλικίαν ἧτο νας ἀπαράμιλλος παραμυθάς, ὅπως ἀναφέρει ἡ κόρη του Ἐλεονόρα: «ἔχω ἀκούσει τις θεῖες μου νά λένε», συνεχίζει ἡ Ἐλεονόρα, «πὼς ὅταν ἧτο μικρὸς τυραννοῦσε εἰς ἀπίστευτον  βαθμόν τίς ἀδελφὲς του. Τις πήγαινε βόλτα.. ἐπέμενε νά τὶς ἀναγκάζῃ να τρῶνε τὰ γλυκά πού ἔφιαχνε μὲ βρώμικην ζύμην καὶ ἀκόμα πιὸ βρώμικα   χέρια. Αυτές, ὅμως, ὑπέμεναν τίς βόλτες καὶ ἔτρωγαν ἀδιαμαρτύρητα τὰ γλύκα διά τὶς ἱστορίες, ποὺ θὰ τοὺς ἔλεγε ὁ Κάρλ ὡς ἀνταμοιβὴν διὰ τὸ θάρ-ρος τους.
      Εἰς ἡλικίαν 25 χρόνων παντρεύεται τὴν 29 ἐτῶν βαρώνην Ἰωάνναν Βέρθα Ἰουλία Τζένη φόν Βεστφάλεν. Εἰς τὸν γάμον παρεβρέθη μόνον ἡ μήτηρ τῆς Τζένης, καὶ ἐλάχιστοι φίλοι καθὼς ὁ Μὰρξ ἧτο ἀνεπιθύμητος εἰς τὴν οἰκογὲ-νειαν τῆς συζύγου του. Τό γαμήλιον δῶρον τῆς μητρὸς τῆς Τζένης ἧτο μία συλλογή κοσμημάτων καὶ ἀσημικῶν, ἡ ὁποία θὰ εὑρίσκεται περισσότερον εἰς χεῖρας ἐνεχυροδανειστῶν παρὰ εἰς τὸν οἶκον τῶν Μάρξ.
      Ἀρχικώς, μετακομίζουν εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ ὁ Μάρξ στρέφεται πρὸς τὸν πολιτικὸν ἀκτιβισμόν, καὶ ἐργάζεται ὡς δημοσιογράφος. Εἰς τὴν Γαλλίαν, ἐπα-νεκτιμὰ τὴν σχέσιν του μέ τὸν Μπάουερ καὶ τοὺς ἀριστεροὺς Χεγκελιανούς, καὶ γράφει τὸ «Ἑβραϊκὸν ζήτημα», ποὺ ἧτο μία κριτική εἰς τίς ἔννοιες τῶν  πολιτικῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς πολιτικῆς ἀπελευθερώσεως.
      Εἰς Παρισίους ἐγνώρισε καὶ ἄρχισε νά συνεργάζεται μέ τὸν Φρὶ-ντριχ Ἔνγκελς, (Γερμανὸν φιλόσοφον), ποὺ ἐπεξεργάσθη μαζί με τὸν Κάρλ Μάρξ τὴν θεωρίαν τοῦ ἐπιστημονικοῦ Κομμουνισμοῦ καὶ τοῦ  διαλεκτικοῦ ὑλισμοῦ. Συνέγραψεν ἐπίσης, μαζί μέ τὸν Μάρξ, τὸ Κομ-μουνιστικὸν Μανιφέστον καὶ τὸ Κεφάλαιον.
      Ὁ Μάρξ ἐκδιώχθη ἐκ Παρισίων καὶ με τὸν Ἔνγκελς ἐγκατεστά-θησαν εἰς τις Βρυξέλλες. Ἐκεῖ συνέγραψαν τὴν «Γερμανικὴν Ἰδεολο-γίαν», μίαν κριτικὴν μελέτην τῆς φιλοσοφίας τοῦ Χέγκελ καὶ τῶν ἀριστερῶν Χεγκελιανῶν, ἐνῶ ἀργότερον γράφει τὴν «Ἀθλιότηταν τῆς Φιλοσοφίας». Αὐτὰ τὰ δύο ἔργα ἀπετέλεσαν τίς βάσεις διὰ τὸ ἐπικεῖ-μενον «Κομμουνιστικὸν μανιφέστον», ποὺ πρωτοεξεδώθη τὴν 21ην Φεβρουαρίου τοῦ 1848, μὲ ἐντολὴν τῆς «Communist League», μίας ὀργανώσεως Γερμανὼν μεταναστῶν (διαβαζε Σιωνιστών), συναντώ-ντας τὸν Μάρξ εἰς τὸ Λονδίνον.
      Ἡ πρώτη θυγατέρα, ἡ Τζένη ἔχει γεννηθεῖ εἰς τὴν Γαλλίαν. Ἡ Λόρα καὶ ὁ Ἐνγτκὰρ εἰς τὸ Βέλγιον, ἐνῶ εἰς τὸ Λονδίνον θὰ γεννηθῇ ὁ Χάϊνριχ Γκουίντο.
Ὅλοι εἰς τὴν οἰκογένειαν Μαρξ, εἴχαν ψευδώνυμα καὶ προσωνύμια. Ὁ Μάρξ εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπέγραφεν, ὡς Ῥαμπόζ, ἐνῶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὡς Α. Οὐίλιαμς.
      Περιπαικτικὸν ῥόλον εἴχαν τὰ προσωνύμια, ποὺ εἴχαν οἱ Μάρξ ἐντὸς τῆς οἰκογενείας. Ὁ Μάρξ ἧτο γνωστός, ὡς «Μαυριτανός», λόγῳ τῆς μαύρης γενειάδος καὶ τῆς ἀκτενίστου κώμης. Ὁ ἴδιος προέτρεπε τὰ τέκνα του νά τὸν ἀποκαλοῦν «γερὸ Νίκ» καὶ «Τσάρλι».
      Τὸ 1849, ὅταν ἡ κυβέρνησις τῶν ἐργατικῶν κατέρρευσεν, ὁ Μάρξ μετα-ναστεύει εἰς τὸ Λονδίνον, ὅπου καὶ θὰ παραμείνῃ μέχρι τὸν θάνατόν του. Τούς πρώτους μῆνες εἰς τὸ Λονδίνον, ἡ οἰκία τοῦ Μάρξ ἧτο Φροντιστήριον Μαθη-μάτων κομμουνισμοῦ.
      Ὁ ἴδιος ὁ Μάρξ δίδασκε, τοὺς Γερμανοὺς πρόσφυγες: Ἱσπανικά, Ἀρχαία Ἑλληνικά, λατινικά, φιλοσοφίαν, πολιτικὴν οἰκονομίαν. Από τὸ 1852 ἕως τὸ 1861, (ὅσον ζοῦσεν εἰς τὸ Λονδίνον), ὁ Μάρξ ὑπῆρξεν εὐρωπαϊκὸς ἀπεσταλμέ-νος τῆς ἐφημερίδος New York Tribune.
      Τὸ 1851 ἡ Τζένη εἶναι καὶ πάλι ἔγκυος, ἂν καὶ ἂρρωστη θὰ ταξιδέψη μέχρι  τὴν Ὀλλανδίαν, διὰ νά ζητήσῃ χρήματα ἀπὸ τὸν θεῖον της Λίον Φίλιπς (ἰδιο-κτήτην τῆς πασίγνωστης ἑταιρείας ἠλεκτρικῶν συσκευῶν Philips).
      Κατὰ τήν διάρκειαν αὐτῆς τῆς ἀπουσίας ὁ Κάρολος θὰ συνάψῃ σχὲσεις μὲ τὴν ὑπηρέτριάν του καὶ θὰ ἀποκτήσῃ ἔναν υἱόν, πού ποτέ δέν θὰ τὸν ἀνα-γνωρίση. Το τέκνον θὰ δοθῇ διὰ υἱοθεσίαν, ἐνῶ ἡ ὑπηρέτρια θὰ παραμείνῃ εἰς τὴν οἰκίαν, ἂν καὶ ἡ σχέσις της θὰ γίνη γνωστὴ εἰς τὴν Τζένη Μάρξ.
      Μέχρι τὸ 1852 θὰ πεθάνουν δύο τέκνα τοῦ Κάρλ Μάρξ, λόγῳ ἀθλίων συνθηκῶν διαβιώσεως. Ἡ ὑπόθεσις τοῦ ἀθλίου βίου τοῦ Μὰρξ ἔχει ἀπασχολή-σει πολλοὺς μελετητές, διότι ἧτο γεμάτη ἀντιφάσεις: Ἡ ἀθλιότης συνοδευόταν ἀπὸ περιττὰ μικροαστικὰ ἔξοδα. Τὸ 1851, ποὺ ἧτο ἀπὸ τὰ πτωχότερα ἔτη, ὁ Μάρξ ἔλαβεν ἀπὸ τὸν Ἔνγκελς (μόνιμον οἰκονομικὸν του ὑποστηρικτὴν) καὶ  ἄλλους ὑποστηρικτὰς του, τὸ ποσὸν τῶν 150 λιρῶν. Ἐπί πλέον, τὴν περίοδον, ἐκείνην ἔβγαζε 50 λίρες τὸ ἔτος ἀπὸ τὴν συνεργασίαν του μέ τὴν Neue Oder-Zeitung.Τὴν ἰδίαν ἐποχὴν τὸ ἐτήσιον ἐνοίκιόν του ἧτο 22 λίρες. Τότε διατὶ ζοῦσεν εἰς ἀπόλυτον ἀθλιότηταν;
      Ἡ ἀπάντησις κρύβεται εἰς τίς μικροαστικὲς ἀντιλήψεις, ποὺ ἔκρυβεν ἐντός του ὁ «μέγας ἐπαναστάτης»: εἰς τὴν πραγματικότηταν ἧτο ἔνας «καλοπερα-σάκιας», ποὺ δέν ἐγκατέλειψε ποτέ τίς ἀστικὲς του συνήθειες. Ἐνῶ δέν διέ-θετε χρήματα διὰ τὸ φαγητὸν τῶν τέκνων του, τά ποία πέθαιναν λόγῳ  νθυγιεινῶν συνθηκῶν, πέμενε νά διατηρή γραμματέαν, ἂν καί σύζυγός   του το πρόθυμη νά ναλάβη τήν ἰδίαν ργασίαν.      
      Ἐπέμενε νά πηγαίνη διακοπές, νά κάνουν τὰ τέκνα του μαθήματα πιάνου καὶ νά τηρῇ ὅλα τὰ προσχήματα τοῦ καθωσπρεπισμοῦ. Δεν ἠδύνατο νά δεχθῇ  τὸν τρόπον ζωῆς τοῦ «ὑποπρολεταριάτου», ὅπως ὁ ἴδιος τὸν ἀποκαλοῦσεν...
      Ἧτο ὑπερήφανος, ποὺ εἶχε νυμφευθεῖ μίαν ἀριστοκράτισσαν. Τῆς εἶχε τυπώσει ἐπισκεπτήρια, πού ἔγραφαν: «Τζένη Μάρξ, nee (γεννημένη) βαρώνη ντέ Βεστφάλεν».
      Αὐτὰ τὰ ἐπισκεπτήρια θὰ τὸν σώσουν ἀπὸ τὴν ἀστυνομίαν, ὅταν θὰ τὸν συλλάβουν καθ’ ὁδόν, μὲ τὰ ἀσημικὰ τῆς οἰκογενείας τῆς συζύγου του, καθὼς θὰ πηγαίνη εἰς τὸ ἐνεχυροδανειστήριον. Θὰ τὸν κρατήσουν μία νύκταν εἰς τὴν φυλακήν, διατὶ δέν ἠδύνατο νά πείσῃ τοὺς ἀστυνομικοὺς ὅτι ἓνας ἀπένταρος Γερμανὸς πρόσφυγας ἔχει εἰς τὴν κατοχὴν του ἀσημικά μέ τὸ οἰκόσημον τῶν Ἄργκιλ. Τελικώς, ἡ Τζένη θὰ πείσῃ διὰ τὴν ἀριστοκρατικὴν της καταγωγήν.
      Τὶς μικροαστικὲς του ἀντιλήψεις τίς συναντῶμεν καὶ τὸ 1865, ὅταν θὰ μετακομίσῃ εἰς μίαν ἔπαυλην τοῦ βορείου Λονδίνου. Γράφει εἰς τὸν Ἔνγκελς: «…εἶναι ἀλήθεια πώς ἡ οἰκία εἶναι πέρα ἀπό τίς δυνάμεις μου, μὰ εἶναι ὁ μόνος τρόπος διὰ να καταξιωθοὺν κοινωνικὰ τὰ τέκνα, προκειμένου νά ἑξασφαλί-σουν τὸ μέλλον τους».
      Οἱ κόρες τοῦ Μαρξ κατὰ τὴν ἐφηβείαν τους παρακολούθησαν σεμινάριον διὰ κυρίες, ποὺ στοίχιζε 8 λίρες τὸ τέταρτον τῆς ὥρας.
      Ὁ Μάρξ δέν ἀναζήτησεν ποτέ μίαν συστηματικὴν ἐργασίαν. Το 1862, ὅταν τὸν ἐπνιγαν τὰ χρέη, ὑπέβαλεν αἴτησιν νά προσληφθῇ ὡς ὑπάλληλος τῶν σιδηροδρόμων, ἀλλὰ τὸν ἀπέρριψαν λόγῳ τοῦ δυσανάγνωστου γραφικοῦ χαρακτῆρος του. 28 Ἀπριλίου 1882 καὶ ἐνῶ εὑρίσκετο εἰς τὸ Ἀλγέριον, ξύρισε τὴν γενειάδαν του: «ξεφορτώθηκα τὴν προφητικὴν γενειάδαν καὶ τὸ τιμημὲ-νον στέμμα», ἔγραψεν εἰς τὸν ‘Ἐνγκελς. Εἶναι τὰ ἔτη, ποὺ μᾶλλον περνὰ γεροντικὴν ὑπαρξιακὴν κρίσιν. Οἱ ἰδέες του δέν παίρνουν σάρκαν καὶ ὀστᾶ. Τὰ βιβλία του δέν πωλοῦνται, ἡ οἰκογένεια του ἀποδεκατίζεται ἀπὸ τὸν θάνατον καὶ ἡ ζωὴ του νοιώθει ὅτι φθάνει εἰς τὸ τέλος.
      Τὶ νόημα ἔχει πιὰ ὁ Ὑλισμὸς καὶ ἡ Διαλεκτική; Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τοῦ ἀρέσει παρὰ πολὺ ἕνα ἀραβικὸ παραμύθι, τὸ ὁποῖον γράφει εἰς τὴν θυγατέραν του:
Φιλόσοφος: Βαρκάρη, ξέρεις ἀπὸ Ἱστορίαν;
Βαρκάρης: ὄχι.
Βαρκάρης: τότε ἔχεις χαραμίσει τήν μισήν σου ζωήν. Γνωρίζεις μάθηματικά;
Βαρκάρης: ὄχι.
Φιλόσοφος: τότε ἔχεις χαραμίσει πάνω ἀπὸ τὴν μισήν σου ζωήν.
      Σὲ λίγο ἕνα δυνατὸς ἄνεμος ἀναποδογυρίζει τὴν βάρκαν καὶ ῥίχνει τὸν βαρκάρην καὶ τὸν φιλόσοφον εἰς τὴν θάλασσαν…
Βαρκάρης: Φιλόσοφε, ξέρεις κολύμπι;
Φιλόσοφος: ὄχι.
Βαρκάρης: Τότε ἔχεις χαραμίσει ὅλην σου τὴν ζωήν… 
      Ὅσον ζοῦσε ὁ Μαρξ κυκλοφόρησεν μόνον ὁ Α΄τόμος τοῦ «Κεφαλαίου». Τὸν δεύτερον τόμον θὰ τὸν ἐκδώσῃ ὁ Ἔνγκελς δύο ἔτη μετὰ τὸν θάνατόν τοῦ Μάρξ καὶ ὁ τρίτος τόμος, πάλι ἀπὸ τὸν Ἔνγκελς θὰ ἐκδοθῇ τὸ 1894.


      Τὸ 1890 κυκλοφοροὺν εἰς τὴν Ἀμερικήν, εἰς ἀγγλικὴν μετάφρασιν, οἱ δύο πρῶτοι τόμοι τοῦ «Κεφαλαίου», ὅπου πωλήθησαν 5000 ἀντίτυπα ἐντὸς ὀλὶ-γων ἡμερῶν, διότι, ὁ ἐκδότης ἀπέστειλεν εἰς τοὺς τραπεζίτες τῆς Γουὸλ στρήτ ἕνα διαφημιστικὸν φυλλάδιον, μὲ τὸ «Κεφάλαιον» τοῦ Κάρλ Μαρξ, ποὺ ἀπεκά-λυπτε τὸν τρόπον «διά νά συσσωρεύσουν κεφάλαια».
      Ὁ Κάρλ Μάρξ κηδεύθη εἰς τὸ νεκροταφεῖον τοῦ Χαϊγκέϊτ, 17 Μαρτίου 1883. Τέσσαρα τέκνα τοῦ Μαρξ πέθαναν πρὶν ἀπὸ αὐτόν.Τὰ δύο, ποὺ ἀπέ-μειναν (Ἐλεονόρα καὶ ἡ Λόρα) αὐτοκτόνησαν καὶ τὰ δύο.
      Ἡ Ἐλεονόρα, μάλιστα, εἶχε σχεδιάσει μίαν κοινὴν αὐτοκτονίαν με τὸν ἀγα-πημένον της (γνωστὸν τυχοδιώκτην). Ἡ ἴδια ἤπιε τὸ δηλητήριον, ποὺ τῆς  ἔδωσεν ὁ «ἀγαπημένος» της, ἐνῶ αὐτός, ἀφοῦ τὴν εἶδε νά πεθαίνη, τὸ μετά-νιωσε καὶ γύρισε εἰς τὴν ἐρωμένην του.
      Ἡ Λόρα καὶ ὁ Πὸλ Λαφάργκ, ἀφοῦ ἔζησαν μέχρι τὸ 1911 μὲ τὰ χρήματα τοῦ Ἔνγκελς, ἀποφάσισαν νά αὐτοκτονήσουν. Στήν κοινὴν κηδείαν τους τὸν ἐπικήδειον ἐκφώνησε ἔνας ἄσημος ἐκπρόσωπος τῶν Ῥώσων Κομμουνιστῶν: ὁ  Βλαντίμηρ Ἰλγὶτς Λένιν.
      Ὁ μόνος ἀπόγονος του, ποὺ ἔζησε μίαν φυσιολογικὴν ζωὴν ἧτο, ὁ νόθος υἱὸς του, Φρέντι, τὸν ὁποῖον ὁ Μάρξ ποτὲ δέν ἀναγνώρισεν. Ὁ Φρέντι, ποτὲ δεν ἔμαθε ὅτι ὁ Μάρξ ἧτο πατέρας του, ἀφοῦ ἔζησεν υἱοθετημένος μακριὰ ἀπὸ τὴν οἰκογένεια τῶν Μάρξ.

Πηγές: 1.Κάρλ Μαρξ, ἡ ζωὴ του, Φρανσις Γουίν, μετ.ἐκδ. Ὠκεανίδα, μετ. Θεοφίλος Ξ. Τραμπούλης.
2.Gian Mario Bravo: Da Weitling Ταὐτὸν Marx. La lega dei comunisti. ed. La Pietra (ἰταλικὴ ἔκδοση).
3. Franz Mehring, Karl Marx: The Story of His Life (Routledge, 2003).

Κώστας Μαυρόπουλος
Δημοσιογράφος-συγγραφεύς                         Νέα Σμύρνη, 6 Νοεμβρίου 2017