Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

«Μεγάλος συμβιβασμός» στο Βερολίνο


Θετικές ήταν οι πρώτες αντιδράσεις από την ανακοίνωση συμφωνίας για τον σχηματισμό κυβέρνησης «μεγάλου συνασπισμού» στην Γερμανία. Η πρώτη μάλιστα ήρθε από τις αγορές και ήταν άμεση, με το ευρώ να σκαρφαλώνει στο υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας τριετίας. Ωστόσο, ο «λευκός καπνός» που βγήκε από το κτίριο των διαπραγματεύσεων δεν ήταν εύκολη υπόθεση για την Άγγελα Μέρκελ  και ακόμη περισσότερο για τον Μάρτιν Σουλτς.

Σχεδόν τέσσερις μήνες μετά τις γερμανικές εκλογές (24 Σεπτεμβρίου 2017), οι οποίες δεν άφησαν αλώβητο κανένα από τα κόμματα που εμπλέκονται στην διακυβέρνηση της Γερμανίας και ενίσχυσαν φυγόκεντρες τάσεις, κυρίως προς την ακροδεξιά, Μέρκελ και Σουλτς ανακοίνωσαν ότι έλαβαν από τα ανώτατα όργανα των κομμάτων τους εντολή για ουσιαστικές διαπραγματεύσεις.
Η ανακοίνωση συμφωνίας ανάμεσα στην Χριστιανική Ένωση (CDU-CSU) και τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD) έρχεται να βάλει τέλος στην πολιτική αβεβαιότητα που επικρατεί εδώ και μήνες στο Βερολίνο, αποδυναμώνοντας, πολιτικά, τον ρόλο της Γερμανίας στην ευρωπαϊκή και διεθνή σκηνή. Παραλλήλως σταματά, για την ώρα, την συζήτηση που άνοιξε στην Γερμανία σχετικά με το μέλλον της Μέρκελ, αλλά και γενικώς για τα χρονικά όρια συνεχούς παραμονής του ίδιου προσώπου στην καγκελαρία. Και γι αυτόν τον λόγο η Μέρκελ έχει κάθε λόγο να χαίρεται.
«Ο κόσμος δεν περιμένει εμάς. Έχουμε ανάγκη από μία νέα εκκίνηση στην Ευρώπη», δήλωσε περιχαρής η καγκελάριος, δίνοντας την υπόσχεση ότι «η Γερμανία θα βρει λύσεις μαζί με τη Γαλλία» για την επίτευξη του στόχου αυτού. Για ομοφωνία των στελεχών του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος έκανε λόγο από την πλευρά του ο Μάρτιν Σουλτς, ο οποίος πιέστηκε ιδιαίτερα για υπαναχώρηση από την αρχική του θέση που ήταν «όχι άλλη συμμετοχή σε κυβερνητικό σχήμα με την Χριστιανική Ένωση».

Με το βλέμμα στο Παρίσι  

Το έγγραφο, που συντάχθηκε από τους διαπραγματευτές προβλέπει πρώτα απ’ όλα ότι η μελλοντική κυβέρνηση συνασπισμού της Γερμανίας θα εργασθεί μαζί με τη Γαλλία για να «ενισχύσει» και να «μεταρρυθμίσει» την ευρωζώνη.
Πρόκειται για ένα ζήτημα στο οποίο οι Σοσιαλδημοκράτες επέμειναν ιδιαίτερα και συστηματικά, ενώ οι Συντηρητικοί εξέφραζαν αρχικά επιφυλάξεις. Η δήλωση της Μέρκελ για μια «νέα εκκίνηση» δείχνει ότι οι Σοσιαλδημοκράτες κέρδισαν κάποιους πόντους σε αυτό το σημείο. Απομένει ωστόσο να καταδειχθεί και στην πράξη, αν η Μέρκελ θα ομώσει  τελικά με τον Μακρόν έναν νέο «όρκο του Στρασβούργου».
Στο κείμενο της συμφωνίας πάντως τα τρία κόμματα του μεγάλου συνασπισμού (CDU/CSU, SPD) εκφράζουν την επιθυμία τους για τον  μετασχηματισμό του μηχανισμό διάσωσης ESM σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο υπό κοινοβουλευτικό έλεγχο. Συμφωνούν επίσης στην διάθεση κονδυλίων του προϋπολογισμού για την κοινωνική σύγκλιση και την στήριξη των μεταρρυθμίσεων στην ευρωζώνη, ενώ  υποστηρίζουν ότι τα κεφάλαια αυτά θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση ενός μελλοντικού «επενδυτικού προϋπολογισμού» για την ευρωζώνη.
Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις οι Βρυξέλλες έσπευσαν να χαιρετήσουν την συμφωνία, με τον πρόεδρο της Κομισιόν να εκφράζει από την Σόφια την «πλήρη ικανοποίησή του», τουλάχιστον σε ότι προβλέπεται για την Ευρώπη.

Η «καυτή ανάσα» της ακροδεξιάς

Δεύτερο μεγάλο αγκάθι των διαπραγματεύσεων ήταν το μεταναστευτικό και η χορήγηση ασύλου. Η Μέρκελ πλήρωσε ακριβά την πολιτική της να δεχθεί μεγάλο αριθμό προσφύγων στην χώρα, από το 2015 και μετά, και οι «χριστιανοί αδελφοί» της στην Βαυαρία προέβαλαν μετεκλογικά σημαντικές διαφοροποιήσεις σε αυτήν την πολιτική.  Η άνοδος άλλωστε της ακροδεξιάς (AfD), που επικέντρωσε στην αντιπαράθεση με αυτήν την πολιτική, προβλημάτισε την Χριστιανική Ένωση, από την οποία υπήρξαν οι περισσότερες διαρροές.
Στην συμφωνία για τον «μεγάλο συνασπισμό» οι δυνητικοί κυβερνητικοί εταίροι προβλέπουν περιορισμό των αιτούντων άσυλο στην Γερμανία και προσδιορίζουν ότι αυτοί θα πρέπει να κυμαίνονται από 180 έως 200 χιλιάδες τον χρόνο. Η συμφωνία προβλέπει επίσης αλλαγές και νέους όρους στην υποδοχή προσφύγων, ενώ οδεύει προς την κατάργηση της συστηματικής χορήγησης οικονομικής βοήθειας και την αντικατάστασή της, κατά περιπτώσεις, από υλική βοήθεια.
Στο ζήτημα αυτό φαίνεται ότι κερδίζουν πόντους οι Συντηρητικοί της Μέρκελ, παρότι το κείμενο προβλέπει μια ευελιξία ως προς την αύξηση του αριθμού των μεταναστών.

Είναι όμως σίγουρο;

Η συμφωνία που επιτεύχθηκε σε επίπεδο ηγεσίας και η εντολή που έδωσαν σε Μέρκελ και Σουλτς τα επιτελεία των κομμάτων τους, ανοίγει  τον δρόμο των ουσιαστικών διαπραγματεύσεων. Έχουν όμως λόγο και τα κόμματα.
Ιδιαίτερα σε ό, τι αφορά τους Σοσιαλδημοκράτες, η απόφασή τους να μπουν και πάλι σε κυβέρνηση «μεγάλου συνασπισμού» θα πρέπει να εγκριθεί από τους αντιπροσώπους του κόμματος στη διάρκεια έκτακτου συνεδρίου, το οποίο έχει προγραμματιστεί για τις 21 Ιανουαρίου. Στο κόμμα υπάρχει έντονος προβληματισμός μετά το ταπεινωτικό αποτέλεσμα στις εκλογές, που οι περισσότεροι χρεώνουν στην κυβερνητική φθορά που υπέστησαν στην σκιά της Μέρκελ. Φθορά από την προηγούμενη κυβερνητική συνεργασία με τους Χριστιανοδημοκράτες έχει υποστεί όμως προσωπικά και ο Σούλτς, τον οποίο πρόσφατη δημοσκόπηση ανέδειξε ως τον μεγάλο χαμένο του 2017.
Οι Σοσιαλδημοκράτες θα πρέπει να ζυγίσουν και την φυγή ψηφοφόρων προς τα «άκρα». Ένας νέος «μεγάλος συνασπισμός» είναι πιθανόν να δυναμώσει αυτές τις τάσεις, όχι μόνο προς το κόμμα Αριστερά, το οποίο ενισχύθηκε, αλλά κυρίως προς το ακροδεξιό AfD, που ήταν ο μεγάλος κερδισμένος της τελευταίας εκλογικής αναμέτρησης.
Στην καλύτερη των περιπτώσεων πάντως, με βάση το χρονοδιάγραμμα, η νέα κυβέρνηση δεν αναμένεται να αναλάβει καθήκοντα πριν από τα τέλη Μαρτίου.