Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

Ποιό θα είναι το κόστος; Οι σχέσεις Τουρκίας-ΗΠΑ μετά την καταδίκη του “ταμία” του Ερντογάν

Ο Χακάν Αττίλα σε σκίτσο του δικαστηρίου της Νέας Υόρκης. Via TwitterΟ Χακάν Αττίλα σε σκίτσο του δικαστηρίου της Νέας Υόρκης. Via Twitter


Του ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΖΟΥΠΑΝΙΩΤΗ
Η απόφαση των ενόρκων του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου του Μανχάταν να βρουν ένοχο τον αναπληρωτή γενικό διευθυντή της τουρκικής κρατικής τράπεζας Halkbank, Χακάν Ατίλα, στις 5 από τις 6 σε βάρος του κατηγορίες για παραβίαση των διεθνών και αμερικανικών κυρώσεων σε βάρος του Ιράν, ανοίγει ένα νέα κεφάλαιο στην “κόντρα” μεταξύ των ΗΠΑ και της Τουρκίας, ιδίως μετά τις έντονες αντιδράσεις Τούρκων επισήμων.

Σε καθαρά νομικό επίπεδο, σε λίγες μέρες ο δικαστής θα κληθεί να αποφασίσει για την ποινή που θα επιβληθεί στον Χακάν Ατίλα, στη βάση των οδηγιών που καθορίζει ο κώδικας ποινικής δικονομίας και των ελαφρυντικών που υπάρχουν, με κυριότερο το γεγονός ότι δεν δωροδοκήθηκε.
Από την άλλη, ο Ατίλα είναι πιθανόν να ασκήσει έφεση στην απόφαση, στην βάση των πολλών ενστάσεων που υποβλήθηκαν από την υπεράσπιση στη διάρκεια της δίκης, ξεκινώντας από την χρησιμοποίηση αποδεικτικού υλικού το οποίο είχε μεταφερθεί με μη ενδεδειγμένους τρόπους εκτός Τουρκίας, από τον πρώην Τούρκο αστυνομικό Χουσεΐν Κορκμάζ, ο οποίος μάλιστα διέφυγε λαθραία από τη χώρα του. Για το υλικό και την παρουσία του στις ΗΠΑ, ο Κορκμάζ έλαβε ως αποζημίωση για «έξοδα παραμονής και εγκατάστασης» το ποσό των 50.000 δολαρίων από τις αμερικανικές αρχές. Ωστόσο, δεδομένου του υψηλού κόστους των δικηγορικών υπηρεσιών, ο Ατίλα θα χρειαστεί ξανά την οικονομική κάλυψη της Τουρκίας, που μέχρι στιγμής καταβάλλει όλες τις νομικές δαπάνες.
Για το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, που ήταν η κατηγορούσα αρχή μέσω του αναπληρωτή ομοσπονδιακού εισαγγελέα της Νότιας Νέας Υόρκης, Joon Kim, υπάρχει η πιθανότητα μετά την καταδίκη να κινηθούν δικαστικά και σε βάρος της ιδίας της τουρκικής τράπεζας Halkbank, η οποία δεν ήταν ως νομική οντότητα μέρος της δίκης, καταδικάστηκε το στέλεχός της, ενώ φυγοδικεί ο πρώην γενικός διευθυντής της Σουλεϊμάν Ασλάν, για τον οποίο καταγγέλθηκε ότι δωροδοκήθηκε με ποσό πλέον των 1,5 εκατομμυρίων δολαρίων.
Χαρακτηρίζοντας την καταδίκη του Ατίλα “προειδοποίηση” όσους χρησιμοποιούν παρόμοιες μεθόδους για παραβίαση κυρώσεων, ο ομοσπονδιακός εισαγγελέας Κιμ είπε πως όσοι ενεργούν με τον ίδιο τρόπο θα πρέπει να είναι έτοιμοι να πληρώσουν το κόστος. Ωστόσο, μετά την Παρασκευή ο Κιμ δεν θα εκτελεί αυτά τα καθήκοντα, καθώς ήδη ο Πρόεδρος Τραμπ ανακοίνωσε το διορισμό του Τζέφρι Μπέρμαν στη θέση του ομοσπονδιακού εισαγγελέα. Ο Μπέρμαν εργάστηκε ως βοηθός του Ρούντι Τζουλιάνι στις αρχές της δεκαετίας του `90 κι αργότερα στο ίδιο δικηγορικό γραφείο ως συνεταίρος του. Ο κ. Τζουλιάνι είχε χρησιμοποιηθεί από τον επίσης κατηγορούμενο στη δίκη (παραδέχθηκε ενοχή και συνεργάστηκε με τις αμερικανικές αρχές) Ρεζά Ζαράμπ, για να κλείσει συμφωνία που θα έπρεπε να σταματήσει η δίωξη.
Βάση της συμφωνίας αυτής – η οποία επιδιώχθηκε και σε πολιτικό επίπεδο με παρεμβάσεις του ίδιου του Ταγίπ Ερντογάν προς τους Ομπάμα και Μπάιντεν και αργότερα τον Πρόεδρο Τραμπ και του Πρωθυπουργού Μπιναλί Γιλντιρίμ προς τον αντιπρόεδρο Πενς – θα απελευθερώνονταν οι κρατούμενοι για την υπόθεση των κυρώσεων και σε αντάλλαγμα η Τουρκία θα άφηνε ελεύθερους τον πάστορα Μπράνσον κι άλλους κρατούμενους ω συνεργάτες του Γκιουλέν Αμερικανούς υπηκόους. Βέβαια, τους ίδιους είχε προσφέρει ως αντάλλαγμα και για την παράδοση του ίδιου του Γκιουλέν.
Ανεξαρτήτως των προθέσεων της κυβέρνησης Τραμπ, το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης είχε ξεκαθαρίσει ότι η δίκη θα προχωρούσε. Αναφέροντας ως παράδειγμα την άσκηση δίωξης σε βάρος του Προέδρου του Παναμά Μανουέλ Νοριέγκα. Τώρα όμως, που υπάρχει καταδίκη του Ατίλα και απόδειξη της ενοχής της τράπεζας, εκτιμάται ότι θα ενταθούν οι συνομιλίες για τους όρους αποφυλάκισης/απέλασης του Ατίλα. Και σ` αυτούς θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν, ή ένα πολύ μεγάλο χρηματικό πρόστιμο, κάτι που συνηθίζεται σε περιπτώσεις χωρίς πολιτικές προεκτάσεις, ή διαπραγματεύσεις για την αποφυλάκιση των Αμερικανών καθώς και των τουρκικής υπηκοότητας υπαλλήλων του αμερικανικού προξενείου Κωνσταντινούπολης που κρατούνται στην Τουρκία σχεδόν υπό καθεστώς ομηρίας, χωρίς να έχουν παρουσιαστεί σε βάρος τους στοιχεία.
Το πόσο γρήγορα θα ξεκινήσουν αυτές οι διαπραγματεύσεις, είναι αβέβαιο, αν και κάποιες κρούσεις είναι πιθανόν να έγιναν σε διπλωματικό επίπεδο από κάποια εκ των δύο πλευρών. Στην πραγματικότητα και οι δύο επιθυμούν να κλείσει αυτό το κεφάλαιο των σχέσεών τους, ιδίως όταν υπάρχουν πολλά άλλα ανοιχτά προβλήματα στις σχέσεις των δύο χωρών.
Πάντως στη δίκη, μέσω των καταθέσεων του Ρεζά Ζαράμπ και του Χουσεΐν Κορκμάζ, αναδείχθηκε ότι η πολιτική εντολή για την παραβίαση των κυρώσεων δόθηκε από τον ίδιο τον Ταγίπ Ερντογάν, κι ότι τουλάχιστον 4 μέλη της κυβέρνησής του συμμετείχαν έμπρακτα στο σύστημα παραβίασης των κυρώσεων και δωροδοκήθηκαν.
Με πρώτο τον πρώην Υπουργό Οικονομικών Ζαφίρ Τσαγκλαγιάν, ο οποίος φέρεται να έλαβε συνολικά 52 εκατομμύρια δολάρια. Δέκα εκατομμύρια δολάρια φέρεται να έλαβε ο τότε Υπουργός Εσωτερικών Μουαμέρ Γκιουλέρ και 1,5 εκατομμύρια ο πρώην υπεύθυνος για τις ενταξιακές με την Ε.Ε. Εγκεμέν Μπαγίς. Με διάφορα ποσά φέρονται να δωροδοκήθηκαν οι γιοί των Γκιουλέρ και Τσαγκλαγιάν, ενώ για το γιό του Τούρκου Προέδρου Μπιλάλ Ερντογάν, καταγγέλθηκε ότι έλαβε, μέσω του φιλανθρωπικού οργανισμού του οποίου είναι πρόεδρος, 100 εκατομμύρια δολάρια από λογαριασμό του Ζαρέμπ στο Ντουμπάι.
  • Ανταποκριτής ΚΥΠΕ – ΗΠΑ, Νέα Υόρκη
  • mignatiou.com