Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

Ξεκινά το δεκαπενθήμερο των διαπραγματεύσεων



ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΕΔΟΣ 
Η διαδικασία απευθείας επαφών ανάμεσα στους δύο υπουργούς Εξωτερικών Ελλάδας και ΠΓΔΜ, Νίκο Κοτζιά και Νικόλα Ντιμιτρόφ, θα επαναληφθεί στις αρχές Φεβρουαρίου.
Δεκαπενθήμερο το οποίο μπορεί να αποδειχθεί εν πολλοίς καθοριστικό για τη συνολική πορεία των συζητήσεων ανάμεσα σε Αθήνα και Σκόπια είναι αυτό που ξεκινάει την ερχόμενη Τετάρτη 17 Ιανουαρίου, όταν ο Μάθιου Νίμιτς, προσωπικός απεσταλμένος του γ.γ. του ΟΗΕ, θα συναντηθεί με τους διαπραγματευτές των δύο χωρών στη Νέα Υόρκη. Η συνάντηση αναμένεται να λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς για τη διαδικασία, καθώς τότε θα παρουσιαστούν συγκεκριμένες προτάσεις για την επίλυση της ονοματολογικής διαφοράς.

Παράλληλα, ξεκίνησε μια διαδικασία απευθείας επαφών ανάμεσα στους δύο υπουργούς Εξωτερικών Ελλάδας και ΠΓΔΜ Νίκο Κοτζιά και Νίκολα Ντιμιτρόφ, η οποία θα επαναληφθεί στις αρχές Φεβρουαρίου. Η πρακτική σημασία των επαφών Κοτζιά - Ντιμιτρόφ έχει βασικό σκοπό να «ξεμπλοκάρει» τη διαδικασία όποτε αυτή αντιμετωπίζει προβλήματα. Εν ολίγοις, οι κ. Κοτζιάς και Ντιμιτρόφ εκτιμούν ότι δεν υπάρχει η πολυτέλεια του χρόνου και επιθυμούν να υπάρχει πρόταση για το όνομα το αργότερο έως τον Απρίλιο (ει δυνατόν ακόμη και πριν από το Πάσχα), χρονοδιάγραμμα το οποίο έθεσε δημοσίως και ο, προερχόμενος από την αλβανική μειονότητα, αναπληρωτής πρωθυπουργός της ΠΓΔΜ Μπουγιάρ Οσμάνι.
Ενημέρωση
Μετά την –αιφνιδιαστική– συνάντησή του με τον κ. Ντιμιτρόφ στη Θεσσαλονίκη, ο κ. Κοτζιάς ενημέρωσε με κάθε λεπτομέρεια τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα. Αν και δεν υπήρξε ενημέρωση για την ουσία της συνάντησης, το γενικότερο κλίμα αποτιμάται ως θετικό. Εφόσον η ατμόσφαιρα αυτή αποτυπωθεί και κατά τη συνάντηση του κ. Νίμιτς με τους διαπραγματευτές στη Νέα Υόρκη, δεν θα πρέπει να αποκλείεται, στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός (23-26 Ιανουαρίου), οι δύο πρωθυπουργοί Ελλάδος και ΠΓΔΜ να συναντηθούν. Επ’ αυτού, πάντως, η Αθήνα παραμένει επιφυλακτική.
Ο πρωθυπουργός της ΠΓΔΜ Ζόραν Ζάεφ είναι ένθερμος υπέρ μιας συνάντησης με τον κ. Τσίπρα. Ωστόσο στο Μέγαρο Μαξίμου εκτιμάται ότι μια τέτοια συνάντηση δεν θα πρέπει να έχει χαρακτήρα δημοσίων σχέσεων, αλλά ουσιαστικό. Ως εκ τούτου, δίχως πρόταση στο τραπέζι επί της οποίας να υπάρχει συμφωνία και από τις δύο πλευρές, μια συνάντηση κρίνεται κάπως παρακινδυνευμένη, σύμφωνα πάντα με την οπτική
γωνία της κυβέρνησης. Τόσο στο Μέγαρο Μαξίμου όσο και στο υπουργείο Εξωτερικών επιθυμούν να αποφύγουν την επικοινωνιακή «έκρηξη» αισιοδοξίας και παραπέμπουν στο προηγούμενο της υπερβολικά θετικής ατμόσφαιρας, η οποία είχε καλλιεργηθεί και πριν από τις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό, το οποίο, όμως, «ναυάγησε» τον περασμένο Ιούλιο στην Ελβετία.
Εκείνο που κατά βάση ανησυχεί την Αθήνα είναι πιθανή υπαναχώρηση της τελευταίας στιγμής για λόγους εσωτερικής πολιτικής κατάστασης στην ΠΓΔΜ. Εμπειροι παρατηρητές ανέφεραν, μάλιστα, ότι έως τώρα υπάρχει μια εξαιρετικά εντυπωσιακή ρητορική δέσμευση, αλλά καμία πρακτική χειρονομία. Η πρόσφατη ψηφοφορία στη Βουλή της ΠΓΔΜ, για την καθιέρωση της αλβανικής ως δεύτερης επίσημης γλώσσας στη γειτονική χώρα, θεωρείται από τους διεθνείς παρατηρητές ως ένα θετικό προηγούμενο. Η κυβέρνηση Ζάεφ έχει οριακή πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο (το οποίο έχει συνολικά 120 έδρες), αλλά η συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία στηρίχθηκε από 69, προσθέτοντας, δηλαδή, τους εκπροσώπους και των αλβανικών κομμάτων που δεν συμμετέχουν στον κυβερνητικό συνασπισμό.
Για την Αθήνα είναι ιδιαίτερα κρίσιμο να φανεί αν η κυβέρνηση Ζάεφ είναι ικανή να προχωρήσει σε συνταγματική αναθεώρηση, ώστε να κατοχυρώσει ότι η αλβανική γλώσσα θα παραμείνει ως δεύτερη επίσημη της ΠΓΔΜ, ακόμη και αν στα Σκόπια αλλάξει κυβέρνηση. Τονίζεται ότι κατά την ψηφοφορία, το VMRO-PDMNE κατήγγειλε την κυβέρνηση Ζάεφ για τη νομοθετική πρωτοβουλία της, που, μεταξύ άλλων, επρόκειτο και για συμβατική υποχρέωση στο πλαίσιο της διατήρησης της ΠΓΔΜ σε ευρωπαϊκή τροχιά. Η δυνατότητα της κυβέρνησης Ζάεφ να αλλάξει το Σύνταγμα της ΠΓΔΜ θεωρείται κρίσιμη από την Αθήνα για την πιθανή πορεία των διαπραγματεύσεων, εφόσον τελικά υπάρξει συμφωνία για το ονοματολογικό. Εν ολίγοις, για την Αθήνα θεωρείται κρίσιμο να φανεί εάν οι ίδιες οι πολιτικές δυνάμεις της ΠΓΔΜ συμφωνούν μεταξύ τους. Στα θετικά της τρέχουσας συγκυρίας εγγράφεται και η εξαιρετικά εποικοδομητική στάση των αλβανικών
κομμάτων και ιδιαίτερα του κ. Οσμάνι, ο οποίος είναι αρκετά δραστήριος.
Το παράδειγμα του 2000
Στο διπλωματικό... υποσυνείδητο είναι ακόμη ζωντανές οι αναμνήσεις της παρ’ ολίγον συμφωνίας στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Μέσω ενός εντατικού διαύλου που είχε δημιουργήσει ο τότε πρέσβης της Ελλάδας στα Σκόπια Γιώργος Κακλίκης, είχε διαφανεί ότι μια λύση ήταν πιθανή. Σε συνεννόηση με τον Θεόδωρο Σωτηρόπουλο, διπλωματικό σύμβουλο του τότε πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη, και, βέβαια, τον υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Παπανδρέου, είχαν φθάσει να καταθέσουν στην ηγεσία της ΠΓΔΜ φάκελο με τρεις πιθανές ονομασίες. Μάλιστα, η ηγεσία της γειτονικής χώρας είχε προκρίνει μία από τις τρεις. Και όταν η συζήτηση, στα τέλη του 2001, έφθασε στο «κατώφλι» της συμφωνίας, ο τότε πρόεδρος της ΠΓΔΜ Μπόρις Τραϊκόφσκι υπαναχώρησε.
Αν και η σημερινή κατάσταση –ιδιαίτερα μετά την καταστροφική για τις διμερείς σχέσεις ηγεμονία του Νίκολα Γκρούεφσκι– είναι εντελώς διαφορετική, στην Αθήνα υπάρχει πάντα η επιφύλαξη για ένα βαλκανικό «παζάρι», το οποίο στο τέλος μπορεί να οδηγήσει σε παιχνίδι επίρριψης ευθυνών.
Δημοψήφισμα πριν από τη λύση στα Σκόπια
Η πλέον κρίσιμη λεπτομέρεια για την επίτευξη συμφωνίας για το Μακεδονικό, ανάμεσα σε Αθήνα και Σκόπια, είναι ο τρόπος νομιμοποίησης που θα επιλέξει η κυβέρνηση στην ΠΓΔΜ. Στη γειτονική χώρα έχει κυκλοφορήσει η πληροφορία ότι, προκειμένου να μην απομακρυνθεί απολύτως από την προηγούμενη πολιτική γραμμή δημοψηφισματικής έγκρισης πιθανής συμφωνίας με την Ελλάδα, η κυβέρνηση εξετάζει μια ενδιάμεση λύση. Τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος προτού ανακοινωθεί η λύση, με ερώτημα το οποίο θα έχει θετικό πρόσημο για την ευρωατλαντική πορεία της χώρας (π.χ. ένα υποθετικό παράδειγμα θα ήταν: «Επιθυμείτε να εισέλθει η χώρα μας σε ΝΑΤΟ - Ε.Ε., αλλάζοντας ονομασία;»).
Κάτι τέτοιο προϋποθέτει ταχεία κινητοποίηση από τη γειτονική χώρα. Αν οι συγκεκριμένες πληροφορίες ευσταθούν, τότε το δημοψήφισμα θα πρέπει να γίνει πριν από τον Απρίλιο, τουλάχιστον με βάση όσα έχουν γνωστοποιηθεί έως αυτή τη στιγμή.
Μετά, βεβαίως, και αφού προταθεί το όνομα, θα αρχίσουν τα «αγκάθια» των υπόλοιπων κριτηρίων. Κατ’ αρχάς το εύρος χρήσης πιθανής νέας ονομασίας που, για την Ελλάδα τουλάχιστον, συνδέεται και με την αλλαγή του Συντάγματος της ΠΓΔΜ. Επειτα ακολουθούν τα παράγωγα του νέου ονόματος, τα εμπορικά σήματα, αλλά και πιο ακανθώδη ζητήματα όπως η γλώσσα. Αυτό προϋποθέτει συμφωνία που, όπως μεταδίδεται από την Αθήνα, δεν υπάρχει ακόμα.
Από την Αθήνα προωθούνται, επίσης, δράσεις που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν «καλλωπιστικά» στη γενικότερη συζήτηση γύρω από την πιθανή λύση. Οπως η διυπουργική απόφαση που γνωστοποιήθηκε προχθές, για άμεση ενεργοποίηση των δυνατοτήτων που δίνουν τα ευρωπαϊκά διασυνοριακά προγράμματα (Interreg), ώστε να ανοίξει η διασυνοριακή διάβαση Ελλάδας, ΠΓΔΜ και Αλβανίας στη λίμνη Πρέσπα. Το άνοιγμα των περασμάτων στην Πρέσπα αποτελεί πάγιο αίτημα των τοπικών κοινωνιών τα τελευταία χρόνια.
kathimerini.gr