Σάββατο, 31 Μαρτίου 2018

Η εκλογική φάρσα της Αιγύπτου και ο μακρύς αραβικός χειμώνας



Του Ishaan Tharoor (*), Washington Post
Ο πρόεδρος Αμπντέλ Φάταχ αλ-Σίσι εξασφαλίζει μια νέα θητεία στις προεδρικές εκλογές, αφού η κυβέρνησή του συνέλαβε, τρομοκράτησε ή εξουδετέρωσε με άλλους τρόπους κάθε πραγματικό αντίπαλό της.
Με τον τρόπο αυτό, ο Σίσι διέλυσε και τις τελευταίες ελπίδες για δημοκρατική αλλαγή που είχαν δημιουργηθεί από τις μαζικές διαδηλώσεις του 2011. Πολλοί αναλυτές πιστεύουν ότι επί διακυβέρνησής του η Αίγυπτος διολισθαίνει σε μια κατάσταση χειρότερη και από το καθεστώς του πρώην προέδρου Χόσνι Μουμπάρακ που ανετράπη σε εκείνες τις διαδηλώσεις.

«Η νίκη του Σίσι θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο τον έλεγχο της κυβέρνησης, της πολιτικής και της κοινωνίας», παρατηρούν οι ανταποκριτές της Washington Post Σούνταρσαν Ραγκάβαν και Χέμπα Φαρούκ Μαχφούζ στο Κάιρο. «Θα αυξηθούν όμως ταυτόχρονα και οι προσδοκίες των 100 εκατομμυρίων ανθρώπων που ζουν στην Αίγυπτο, οι περισσότεροι σε κατάσταση φτώχειας. Αν και η οικονομία δείχνει σημάδια ανάκαμψης, τα αυστηρά μέτρα λιτότητας, η άνοδος των τιμών και η μείωση των επιδομάτων έχουν επιδεινώσει το βιοτικό επίπεδο της πλειοψηφίας των Αιγυπτίων, περιλαμβανομένης της μεσαίας τάξης».
Όπως και ο Βλαντίμιρ Πούτιν, ο Σίσι ενδιαφέρεται πολύ για το ποσοστό συμμετοχής. Μετά το πραξικόπημα του 2013 που τον έφερε στην εξουσία, ο Σίσι εμφανίστηκε ως ο σωτήρας του έθνους, ο ηγέτης που θα έφερνε πίσω τη σταθερότητα στη χώρα πατάσσοντας τον ισλαμικό κίνδυνο. Τα τελευταία χρόνια όμως, καθώς η τρομοκρατική απειλή δεν υποχωρεί και η οικονομική κατάσταση δεν βελτιώνεται, η απήχησή του έχει υποχωρήσει. Μια μεγάλη συμμετοχή λοιπόν θα τον ωφελήσει.
«Ο Σίσι και το επιτελείο του δεν στηρίχθηκαν στο χάρισμά του για να φέρουν τον κόσμο στις κάλπες, αλλά στην υποδομή της εποχής Μουμπάρακ», λέει ο Τίμοθι Κάλντας, ένας αναλυτής από το Ινστιτούτο Ταχρίρ για τη Μεσανατολική Πολιτική που ζει στο Κάιρο. Σε μια περιοχή της νοτιοδυτικής Αιγύπτου, για παράδειγμα, ο κυβερνήτης ανακοίνωσε ότι θα παρασχεθούν υπηρεσίες αξίας 113.000 δολαρίων στις τρεις περιοχές με τη μεγαλύτερη συμμετοχή, υπό τον όρο η συμμετοχή αυτή να είναι άνω του 75%.
Την ίδια στιγμή, το καθεστώς ενέτεινε την καταστολή εναντίον της κοινωνίας των πολιτών και της αντιπολίτευσης. «Εκατοντάδες ιστοσελίδες που ήταν επικριτικές προς το καθεστώς έκλεισαν, ενώ επιβλήθηκαν ταξιδιωτικοί και άλλου τύπου περιορισμοί σε ακτιβιστές», σημειώνουν οι ανταποκριτές της Washington Post. «Πολλοί αντίπαλοι του καθεστώτος έχουν φυλακιστεί ή `εξαφανιστεί`, ενώ οι δολοφονίες αυξάνονται. Ο πληθυσμός παραμένει στο σκοτάδι και πιστεύει ότι το κράτος τον προστατεύει.»
Η κριτική από το εξωτερικό είναι πολύ μικρή. Ο αιγύπτιος πρόεδρος υποστηρίζεται από τους βασιλικούς οίκους του Κόλπου. Οι Σαουδάραβες και τα Εμιράτα ανησύχησαν πολύ από τις εξεγέρσεις που επέτρεψαν σε ισλαμιστές όπως η Μουσουλμανική Αδελφότητα να κερδίσουν την εξουσία και στηρίζουν τον Σίσι. Ο τελευταίος υποστηρίζεται θερμά και από τον πρόεδρο Τραμπ.
Με άλλα λόγια, η απόσταση δεν θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη από την Αραβική Ανοιξη του 2011. «Τα γεγονότα εκείνα οδήγησαν σε καταστροφή», είπε σε συνέντευξή του στο Sputnik News ο Μούσα Μοστάφα Μούσα, ένας σκοτεινός πολιτικός που στην αρχή υποστήριξε τον Σίσι και στη συνέχεια στράφηκε εναντίον του. «Το αμερικανόφερτο σχέδιο εφαρμόστηκε από την ομάδα της [πρώην υπουργού Εξωτερικών] Κοντολίζα Ράις, με στόχο την ανατροπή των ηγεσιών όλων των αραβικών χωρών και την πολυδιάσπαση αυτών των χωρών».
Μετά τις εκλογές, ο Σίσι θα επιχειρήσει να αλλάξει το Σύνταγμα για να ενισχύσει ακόμη περισσότερο την εξουσία του. Αλλά αυτό μπορεί να αποδειχθεί δυσκολότερο από την εκλογική του νίκη. «Η συζήτηση για τις συνταγματικές αλλαγές ίσως να αποτελέσει τη μοναδική ευκαιρία να οργανωθεί μια εγχώρια και διεθνής αντιπολίτευση στο καθεστώς», τονίζει ο Μάικλ Ουαχίντ Χάνα από το Century Foundation. «Όπως οι προσπάθειες του Μουμπάρακ να επιβάλει ως διάδοχο τον γιο του ενίσχυσαν την κατακραυγή εναντίον του που οδήγησε στην πτώση του, έτσι και η προσπάθεια να χριστεί ο Σίσι ισόβιος πρόεδρος ενδέχεται να προκαλέσει έκρηξη σε πολλούς τομείς της αιγυπτιακής κοινωνίας, καθώς και στους ξένους προστάτες του».
(*) Ο Ισχαάν Ταρούρ είναι αρθρογράφος της Washington Post
(Πηγή: Washington Post)
militaire.gr