Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2018

Επιλογές αποτρεπτικής στρατηγικής για την Ελλάδα και την Κύπρο!

Γράφει ο Παναγιώτης Ήφαιστος
 Σ’ όλες τις πιθανές κλίμακες πιθανών αντιπαραθέσεων ή πιθανών ένοπλων εμπλοκών, η κρισιμότερη έννοια που βελτιώνει την αποτροπή είναι η αξιοπιστία της στρατηγικής της χώρας. Κρίσιμοι όροι είναι το «σχετικό συμφέρον».
Οι μηχανισμοί μιας αποτρεπτικής στρατηγικής είναι, μεταξύ άλλων, τα διάφορα πολεμικά, πολιτικά, οικονομικά, και
διπλωματικά μέσα που διαθέτουν οι δύο αντίπαλοι. Έννοιες όπως «αποτρεπτικές παραστάσεις» και «σχετικά συμφέροντα» είναι κρίσιμες. Πώς οι αντιπαρατιθέμενοι συγκροτούν και συνδυάζουν μέσα και σκοπούς και τι αποτρεπτικές παραστάσεις εκπέμπονται;
Μεταξύ ορθολογιστικών αντιπάλων η λειτουργία της αποτροπής συνίσταται στην σύνθετη αλληλεπίδραση μεταξύ των εκατέρωθεν προσλαμβανουσών παραστάσεων και εκτιμήσεων ως προς τους κινδύνους, το κόστος, τα οφέλη, την αβεβαιότητα του αποτελέσματος τυχόν ενεργειών, και τις επιπτώσεις στο εσωτερικό και εξωτερικό της χώρας. Η αξιοπιστία της αποτροπής είναι συνάρτηση πάρα πολλών παραγόντων, μεταξύ των οποίων και τα εξής:
-Ποσοτική και ποιοτική επάρκεια πολεμικών μέσων.
-Αξιόμαχη στρατιωτική ηγεσία.
-Επεξεργασμένα επιτελικά σχέδια.
-Υποστηρικτική οικονομική υποδομή.
-Εθνική συναίνεση όσον αφορά το εθνικό συμφέρον και ιδιαίτερα τις έσχατες λογικές της εθνικής επιβίωσης και της ασφάλειας και ακεραιότητας της Επικράτειας που ορίζεται από τις διεθνείς συνθήκες.
-Υποστηρικτικό εθνικό φρόνημα.
-Ικανή, αξιόπιστη και σοβαρή πολιτική ηγεσία.
-Σταθερότητα και συνέπεια πολιτικών και στρατιωτικών στόχων ανεξάρτητα εσωτερικών πολιτικών διακυμάνσεων.
-Πλήρης συνεργασία πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας.
-Υποστηρικτικές πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις γύρω από τους εξωτερικούς στόχους και το αμυντικό δόγμα.
-Τόσο στο επίπεδο της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας όσο και στο επίπεδο της κοινωνίας, αποδεδειγμένη αποφασιστικότητα και ετοιμότητα προάσπισης των ζωτικών εθνικών συμφερόντων.
-Εξωτερικές διασυνδέσεις και συμμαχίες, μερικές επίσημες και άλλες (συνήθως οι σημαντικότερες συγκλίσεις συμφερόντων και ενεργειών που συγκροτούνται μέσα στα γνωστά «κλειστά κουτιά της διπλωματίας»).
-Διπλωματική υπηρεσία υψηλής ποιοτικής στάθμης και επιτελικές ομάδες κρατικών λειτουργών ή συμβεβλημένων υψηλής στάθμης ειδικών με σκοπό την παρακολούθηση, ανάλυση, στάθμιση, εκτίμηση και συγκρότηση προτάσεων για εναλλακτικές αποφάσεις όπως εξελίσσονται τα πράγματα.
-Η φήμη της χώρας ως προς τις παρελθούσες επιδόσεις της να αποτρέπει τους αντιπάλους της.
-Το επίπεδο τεχνολογικής ανάπτυξης της χώρας οικονομικής ισχύος και βαθμού αυτοτέλειας στα πεδία της βιομηχανικής παραγωγής αμυντικού χαρακτήρα.
-Η συμμετοχή σε Στρατιωτικά ή άλλα Σύμφωνα και οργανισμούς και γενικά οι συμμαχίες της χώρας. Με υπογράμμιση πάντα του ήδη αναφερθέντος, ότι αυτό που κυρίως μετρά είναι τα συμφέροντα και οι συμφωνίες συχνά τελείως αθέατες.
-Ως προς το τελευταίο, ξεχνούμε κάθε όφελος εάν «ανήκουμε» («ανήκουμε στην Δύση», «πρέπει να ανήκουμε στην Ανατολή» ή και «δεν πρέπει να ανήκουμε οπουδήποτε παρά μόνο στον πλανήτη μιας και το κράτος είναι λάθος, το εθνικό συμφέρον εθνικισμός και η κρατική κυριαρχία άχρηστη»). Ένα ανεξάρτητο κράτος δεν ανήκει πουθενά παρά μόνο συμμετέχει ισότιμα, διαπραγματεύεται με όρους εθνικών συμφερόντων, επιδιώκει αδιάλειπτα συναλλαγές με τα ισχυρότερα κράτη με τρόπο που η ανισορροπία ισχύος δεν εμποδίζει ισόρροπες σχέσεις κάθε είδους και σε κάθε συμμετοχή ή διαπραγμάτευση προτάσσεται το εθνικό συμφέρον και τίποτα άλλο.
Ο αμυνόμενος-αποτρέπων, θα πρέπει, όχι μόνο να οικοδομήσει πολιτική που να αξιοποιεί αποτελεσματικά το πιο πάνω σύνθετο πλέγμα παραγόντων-και των άπειρων συνδυαστικών συναρτήσεων-αλλά θα πρέπει, επίσης, να επιδεικνύει αδιάλειπτη και άψογη ικανότητα μετάδοσης, την κατάλληλη στιγμή και με τον κατάλληλο τρόπο, των μηνυμάτων με τα οποία επιδιώκει να επηρεάσει τον αντίπαλο.
Η αποτροπή λειτουργεί ικανοποιητικά, ενόσω το αναμενόμενο κόστος για την άλλη πλευρά, σε περίπτωση αμφισβήτησης του status quο, είναι μεγαλύτερο από την αποδοχή του. Αυτό σχετίζεται με την σημαντικότερη ίσως έννοια της στρατηγικής θεωρίας, το ορθολογισμό: Πάνω στην πλάστιγγα με τους δύο δίσκους εναλλακτικών αποφάσεων και κόστους/οφέλους για κάθε μια από αυτές, δεν κάνουν οτιδήποτε που θα τους επιφέρει μεγαλύτερο κόστος από ότι όφελος. Και το αντίστροφο.
Για κράτη όπως η Ελλάδα, που υπερασπίζονται το status quο, ενυπάρχει ο κίνδυνος υποτίμησης του βαθμού αξιοπιστίας της αποτρεπτικής απειλής που θα πρέπει να επιτευχθεί για να αναιρεθούν τα επιθετικά σχέδια του αντιπάλου.
Οι εκατέρωθεν παραστάσεις «σχετικού συμφέροντος» (και του τρόπου που αυτό δυνατό να εξελιχθεί), σχετίζεται άμεσα με την εκατέρωθεν εκτίμηση των πραγματικών διαθέσεων των δύο αντιπάλων. Για ένα κράτος το διακυβευόμενο συμφέρον μπορεί να είναι μεγάλο για κάποια άλλη όμως να είναι απλά μικρή αύξηση της ισχύος.
Υψηλού βαθμού αξιοπιστία της αποτρεπτικής απειλής, είναι συνάρτηση όχι μόνο της ικανότητας της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, αλλά και της γενικότερης οργάνωσης και λειτουργίας του κράτους και του κοινωνικοπολιτικού συστήματος με τρόπο που επιτυγχάνεται νομιμοποιημένη διανεμητική δικαιοσύνη, κοινωνική συνοχή και συντριπτική υποστηρικτική κοινωνική συναίνεση για τα εθνικά συμφέροντα, την κρατική ισχύ και την εθνική στρατηγική που εκπληρώνει τα συμφέροντα.
Γενικά, η αξιοπιστία του κράτους και της εθνικής του στρατηγικής είναι συνάρτηση της εθνικής ισχύος, της ικανότητας να εκτελεσθούν οι αποτρεπτικές απειλές εάν το απαιτήσουν οι συνθήκες και της ικανότητας του αποτρέποντος να αμυνθεί στην αντεπίθεση της άλλης πλευράς σε όλα τα επίπεδα της πολεμικής αναμέτρησης που όπως ήδη αναφέρθηκε δεν είναι μόνο ένοπλα.
Στο ίδιο πλαίσιο, η γενικότερη συμπεριφορά της πολιτικής ηγεσίας δεν μπορεί παρά να έχει αντίκτυπο στις προσλαμβάνουσες παραστάσεις και αντιλήψεις του αντιπάλου και άλλων ενδιαφερομένων.
Για παράδειγμα, συμπεριφορές ή δηλώσεις που υποδηλώνουν φόβο, δέος μπροστά στους κινδύνους, αδυναμία και υποχωρητικότητα, καθώς και παλινδρομήσεις στην εξωτερική πολιτική που δίνουν την εικόνα σύγχυσης και αβεβαιότητας, δεν μπορεί παρά να αποδυναμώνουν τον «δείκτη αξιοπιστίας» μιας χώρας.
Η αξιοπιστία της αποτρεπτικής απειλής σχετίζεται επίσης και με διάφορες κινήσεις ή αποφάσεις που μεταδίδουν στον αντίπαλο μήνυμα ισχυρού και αν το επιβάλλουν οι περιστάσεις ασυμβίβαστου συμφέροντος και ενδιαφέροντος για το δικό μας συμφέρον κατά του οποίου εκπέμπει απειλή. Ενδεικτικά αναφέρονται τα πιο κάτω ενώ τονίζεται ότι η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία αναπτύσσει πάνω στο τραπέζι του στρατηγικού σχεδιασμού και των στρατηγικών αποφάσεων πολλά άλλα ή συνδυασμούς τους:
-Κινήσεις στρατευμάτων,
-Ανάπτυξη ενόπλων δυνάμεων στις ευαίσθητες περιοχές,
-Στρατιωτικές ασκήσεις, και έργα στρατιωτικής υποδομής.
-Επίσης, κινήσεις ή αποφάσεις πολιτικής ή ψυχολογικής σημασίας, όπως δηλώσεις προθέσεων,
-Οριοθέτηση της ανοχής του αμυνόμενου έναντι των πράξεων του αντιπάλου πέραν των οποίων αρχίζουν οι εχθροπραξίες (casus belli),
-Διπλωματικές κινήσεις κάθε είδους,
-Εμπράγματη ενεργοποίηση εξισορροπητικών αποφάσεων με άλλα κράτη των οποίων τα συμφέροντα συγκλίνουν με τα δικά  μας,
-Συμφωνίες με τους εκάστοτε «εχθρούς του εχθρού»,
-Αξιοποίηση των ερεισμάτων σε όλα τα Σύμφωνα και οργανισμούς στου οποίους συμμετέχει το κράτος,
-Επίδειξη αξιόπιστης ισχύος για αντίκρουση «μικρών» ενεργειών αλλά και αποτελεσματικής νικηφόρας κλιμάκωσης εάν ο απειλών τολμήσει να προχωρήσει σε τετελεσμένα,
-Βήματα αναθεώρησης του στρατηγικού δόγματος και των ιεραρχήσεων που θέτει για να μεταδοθεί στον απειλών ισχυρότερο μήνυμα με έμφαση στην ικανότητα αντεπίθεσης και πρόκλησης μεγάλων ζημιών στον επιτιθέμενο, ικανότητες που κάνουν τον αντίπαλο να πιστέψει πως εάν αρχίσει σύρραξη θα ελέγξουμε την κλιμάκωση, και η με διάφορους τρόπους ενίσχυση του εθνικού φρονήματος.
Ζήτημα μείζονος σημασίας στην εκτίμηση της αξιοπιστίας της αποτρεπτικής απειλής, σχετίζεται με την «φήμη» του αποτρέποντος σε σχέση με παρελθούσες επιδόσεις του αλλά κάθε νέο γεγονός που επιβεβαιώνει ή διαψεύδει τις παρελθούσες στάσεις και συμπεριφορές.
Ανεξάρτητα των ενεργειών στις οποίες προβαίνει κάποιος, το κρίσιμο ερώτημα είναι τι πιστεύει η άλλη πλευρά για τις ικανότητές του, τις προθέσεις του, και την πιθανή συμπεριφορά του ως προς συγκεκριμένες καταστάσεις.
Όπως ήδη αναφέρθηκε, μερικώς αυτό εξαρτάται από τα μηνύματα που με διάφορους τρόπους, σκόπιμα ή άθελα, αποστέλλονται στον αντίπαλο. Είναι γενικά αποδεκτό ότι η αποτρεπτική φήμη ενός κράτους ή μιας κοινωνίας είναι περισσότερο συνάρτηση του τι πράττεται παρά του τι λέγεται, και ότι η εικόνα αυτή είναι αποτέλεσμα μακρόχρονης συστηματικής συμπεριφοράς και ενεργειών.
Επίσης, η φήμη ενός κράτους θα μπορούσε να εξετασθεί με βάση επιμέρους κριτήρια, όπως το Εθνικό φρόνημα, οι τεχνολογικές δυνατότητες, η αποφασιστικότητα της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας όταν υπεραμύνονται των ζωτικών εθνικών συμφερόντων, η ετοιμότητα όπως ήδη υπογραμμίσαμε της κοινωνίας να υποστεί θυσίες, και η γενναιότητα καθώς και ο ηρωισμός των πολιτών όταν στο παρελθόν αγωνίσθηκε για τα εθνικά συμφέροντα.
Γενικότερα η αξιοπιστία της αποτρεπτικής απειλής είναι συνάρτηση του συνόλου των παραγόντων που υπεισέρχονται στο αποτρεπτικό παιχνίδι. Σε κάποιο βαθμό, η αξιοπιστία σχετίζεται με την ποσοτική επάρκεια των μέσων που συνθέτουν την εθνική ισχύ.
Κυρίως, όμως, η αξιοπιστία της αποτροπής είναι συνάρτηση πολλών άλλων παραγόντων, αρκετοί από τους οποίους είναι υποκειμενικοί και αστάθμητοι, και οι οποίοι δυνατόν να τύχουν μυριάδων συνδυασμών μεταξύ τους:
-Το φρόνημα με τα όπλα,
-Τα διάφορα οπλικά συστήματα μεταξύ τους,
-Τα όπλα με τους γεωπολιτικούς συντελεστές,
-Η διπλωματία με τις στρατιωτικές κινήσεις,
-Η οικονομία με τον στρατιωτικό ανεφοδιασμό,
-Η διπλωματία με τον στρατιωτικό ανεφοδιασμό,
-Το αμυντικό δόγμα και οι δηλώσεις της πολιτικής ηγεσίας,
-Η αποφασιστικότητα της στρατιωτικής ηγεσίας με τις διαθέσιμες πληροφορίες των μυστικών πληροφοριών,
-Η διπλωματία και οι εξωτερικές συμμαχίες,
-Και πολλά άλλα τα οποία εμπεριέχονται σε κάθε στρατηγικό σχεδιασμό.
Είναι φανερό ότι όσο περισσότερο είναι ποιοτικά βελτιωμένοι, επεξεργασμένοι και βέλτιστα συνδυασμένοι είναι αυτοί –και πολλοί άλλοι– συντελεστές ισχύος τόσο περισσότερο αξιόπιστη είναι η αποτρεπτική απειλή. Κάθε λάθος ή παράλειψη λειτουργεί αντίστροφα αποδυναμώνοντας την αποτρεπτική αξιοπιστία οδηγώντας σε ζημιές ή πόλεμο. Το δηλητήριο της αποτροπής είναι ο κατευνασμός ο οποίος η διαχρονική πείρα δείχνει ότι οδηγεί σε μεγάλες ζημιές και ή πόλεμο.
Ένα άλλο κεντρικό αλλά και στοιχειώδες ζήτημα που αφορά την αξιοπιστία της στρατηγικής μας είναι όπως ήδη αναφέρθηκε η έννοια του «σχετικού συμφέροντος». 
Η πτυχή είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την αποτροπή απειλών μικρότερης έντασης. Στην θεωρία της αποτροπής, υποστηρίζεται ότι η ύπαρξη ή μη ύπαρξη ζωτικού συμφέροντος είναι κρίσιμης σημασίας για την αποτελεσματικότητα των αποτρεπτικών μας μεθοδεύσεων, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις κρίσεων.
Η επικρατέστερη θεωρητική υπόθεση στην στρατηγική ανάλυση είναι ότι, στην αποτροπή, όπως σε κάθε διαπραγμάτευση, ο ανταγωνιστής με το μεγαλύτερο συμφέρον (ή το μεγαλύτερο «πιστεύω» ότι διακυβεύεται ζωτικό του συμφέρον), αναμένεται να υπερισχύσει.
Δηλαδή, σύμφωνα πάντοτε με στοιχειώδη έννοιες της στρατηγικής ανάλυσης, η υπεράσπιση εθνικών αγαθών που είναι εξ αντικειμένου ζωτικής σημασίας στο αποτρεπτικό παιχνίδι δύο αντιπάλων, είναι περισσότερη αξιόπιστη από την διεκδίκηση αγαθών ήσσονος σημασίας.
Η αξιόπιστη στρατηγική θεωρία διακρίνει μεταξύ «εγγενούς ή πρωταρχικού συμφέροντος» (intrinsic interest οr values) και «συμφέροντος δυνάμεως» (pοwer interest οr values). Οι «εγγενείς ή πρωταρχικές αξίες και συμφέροντα» είναι αυτόνομης και καταληκτικής σημασίας («end values»).
Ιεραρχούνται ανάλογα με το τι πραγματικά αξίζουν παρά για το τι ρόλο παίζουν στον συσχετισμό ισχύος των πρωταγωνιστών. Αντίθετα, οι «αξίες ή τα αγαθά δυνάμεως», είναι εργαλειακής σημασίας, δηλαδή, ιεραρχούνται όχι τόσο ως προς το τι αξίζουν, όσο ως προς το τι συνεισφέρουν στην ασφάλεια των αξιών (ή αγαθών) πρωταρχικής σημασίας.
Στην βάση των πιο πάνω συλλογισμών, έχει μεγάλη σημασία η ιεράρχηση των εθνικών συμφερόντων στην κλίμακα εθνικών προτεραιοτήτων, με κριτήριο τον βαθμό που αυτά είτε «διαμεσολαβούν» στην προώθηση των αξιών (ή αγαθών) πρωταρχικής σημασίας, είτε είναι τα ίδια μείζονος και πρωταρχικής σημασίας.
Ένα παράδειγμα ιεράρχησης συμφερόντων θα μπορούσε να είναι το πιο κάτω: μια λωρίδα γης ή μια διώρυγα, για κάποιον, εάν την καταλάμβανε στρατιωτικά, δυνατό να σημαίνει μια οριακή αύξηση των γεωπολιτικών του ερεισμάτων. Για κάποιον άλλο, όμως, το ίδιο αγαθό δυνατό να είναι μεγάλης συναισθηματικής ή θρησκευτικής αξίας, ή ακόμη η επανάκτησή του να θεωρείται τεραστίας σημασίας για λόγους γοήτρου, φήμης και διεθνούς κύρους της χώρας.
Το πρόβλημα όσον αφορά την εκτίμηση του ζωτικού συμφέροντος στην περίπτωση αυτή –όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση– έγκειται στο γεγονός ότι υπεισέρχονται υποκειμενικά κριτήρια, ρευστές πολιτικές πτυχές, και αμφιλεγόμενα νομικά δεδομένα.
Παραταύτα, είναι δυνατό, συνυπολογίζοντας διάφορους παράγοντες, να εκτιμηθεί συγκριτικά ο τρόπος με τον οποίο ένα διαφιλονικούμενο αγαθό εντάσσεται στην κλίμακα των εθνικών συμφερόντων και αξιών, ούτως ώστε, στην συνέχεια, να εκτιμηθεί ο ρόλος του στο αποτρεπτικό παιχνίδι.
Οι πιο κάτω παράγοντες είναι σχετικοί:
Η σημασία για τον κάθε αντίπαλο από τυχόν μεταβολή του status quο.
-Tο κατά πόσο πρόκειται για κατάκτηση ή επανάκτηση εδάφους.
-Η συναισθηματική, ιστορική, και θρησκευτική αξία του διαφιλονικούμενου αγαθού.
-Η οικονομική του σημασία για την εθνική οικονομία του καθενός.
-Η σημασία του για το εθνικό γόητρο των αντιπάλων.
-Ο βαθμός και η έκταση που επηρεάζει την Εθνική ισχύ των αντιμαχομένων.
-Η θέση του στην εσωτερική πολιτική ζωή.
-Η στρατηγική και γεωπολιτική του αξία.
-Ο αριθμός του πληθυσμού που επηρεάζεται.
-Ο βαθμός ψυχολογικής και συναισθηματικής δέσμευσης της πολιτικής ηγεσίας και του λαού.
Σε μια διακρατική αντιπαράθεση, η πλευρά που έχει το μεγαλύτερο σχετικό συμφέρον ως προς το διαφιλονικούμενο αγαθό, συγκριτικά θα έχει σχετικό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα, και αντιστρόφως.
Εάν αυτό ισχύει, σε μια διένεξη όπου και οι δύο αντίπαλοι γνωρίζουν επαρκώς τους λεπτούς μηχανισμούς της αποτροπής, τα περιθώρια «μπλόφας» (bluffing) της πλευράς που έχει το μικρότερο σχετικό συμφέρον μειώνονται σημαντικά, και αντίστροφα.
Παρά το ότι θα ήταν σκόπιμο να τύχουν λεπτομερούς εμπειρικής διερεύνησης, οι παράγοντες αυτοί ενέχουν σχεδόν αυτονόητη σημασία στις διενέξεις Ελλάδος – Τουρκίας στο Αιγαίο, στην Θράκη, και στην Κύπρο:
  1. Η Ελλάδα υπερασπίζεται το status quο ενώ η Τουρκία προσπαθεί να το μεταβάλει.
  2. Επικράτηση των θέσεων της Τουρκίας επαυξάνει μόνον οριακά τους δείκτες της Εθνικής της ισχύος, ενώ για την Ελλάδα σημαίνει αισθητή μείωσή τους
  3. Σε καμία από τις τρεις περιπτώσεις δεν επηρεάζεται μεγάλος αριθμός Τουρκικού πληθυσμού, ενώ για την Ελλάδα συμβαίνει το αντίθετο.
  4. Ως προς τους ιστορικούς και ψυχολογικούς παράγοντες, ισχύουν περίπου οι ίδιες αναλογίες.
Γενικά, σε σχέση με πλείστες όσες «διαφορές» με την Τουρκία, αναφερόμαστε σε Τουρκικό «συμφέρον δυνάμεως» και πρωταρχικά συμφέροντα για την Ελλάδα. Δηλαδή, όσον αφορά την Ελλάδα, αναφερόμαστε σε συμφέροντα και αξίες πρωταρχικής σημασίας που ιεραρχούνται ως προς το τι πραγματικά αξίζουν, και όχι ως προς το τι προσθέτουν στον συσχετισμό δυνάμεως.
Δηλαδή, ενώ για την Ελλάδα διακυβεύονται ζωτικά κυριαρχικά και εθνικά συμφέροντα, για την Τουρκία είναι «διαμεσολαβητικής σημασίας», εντασσόμενα στο παιχνίδι δυνάμεως που ασκεί η Άγκυρα στην προσπάθεια, όπως πολλάκις διακηρύσσουν Τούρκοι ηγέτες, να επεκτείνει την επιρροή της στην περιοχή ή και ευρύτερα (το βιβλίο του πρώην Τούρκου πρωθυπουργού Αχμέτ Νταβούτογλου «Το στρατηγικό βάθος της Τουρκίας» είναι θησαυρός ανάλυσης για τους σκοπούς της Τουρκίας).
Διάφορες ενέργειες της Τουρκίας τις οποίες η Ελλάδα αποτυγχάνει να αποτρέψει –μερικές από αυτές στρατιωτικές, όπως οι παραβιάσεις του Ελληνικού εναέριου χώρου ή τοπικές κρίσεις– έχουν εξελιχθεί σε εργαλεία προώθησης των γεωπολιτικών της επιδιώξεων, δηλαδή μέσον για την αύξηση της δυνάμεώς της. Όπως πάντοτε ισχύει τα χειρότερα έπονται.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η Άγκυρα, πρωτίστως, αποσκοπεί στην πολιτική νομιμοποίηση ενός νέου πολιτικού και κυριαρχικού status quο στο Αιγαίο (καθώς επίσης στην Θράκη και στην Κύπρο), βελτιώνοντας έτσι προς όφελός της τον συσχετισμό ισχύος μεταξύ των δύο χωρών ως πρώτο στάδιο εκπλήρωσης πιο μακροχρόνιων σκοπών που ακυρώνουν το Ελληνικό κράτος.
Αντίθετα, για την Ελλάδα, υπεισέρχεται ζωτικό συμφέρον μείζονος αξίας, δηλαδή, η διαφύλαξη της κυριαρχίας και ακεραιότητας του Εθνικού χώρου. Όμως, θα πρέπει να τονισθεί ότι η καθιερωμένη πλέον πρακτική των συνεχών Τουρκικών προκλήσεων δυνατό να οδηγούν στην πιο κάτω κατάσταση:
Πρώτο, επικράτηση της αντίληψης ότι τα συμφέροντα που διακυβεύονται ενέχουν μικρότερη για την Ελλάδα αξία απ’ ότι συνήθως θεωρείται ως δεδομένο στις διακρατικές σχέσεις ή απ’ ότι σήμαινε στο παρελθόν.
Δεύτερο, για λόγους γοήτρου, λόγους εσωτερικής πολιτικής, ή λόγω μεταβολής των παραμέτρων του προβλήματος, σταδιακά, τα «διαφιλονικούμενα» αγαθά θα μετατραπούν και να καθιερωθούν σε αντικείμενα μείζονος σημασίας για την Τουρκία, ανεξάρτητα των αντιστοίχων Ελληνικών ιεραρχήσεων.
Συντάκτης: Παναγιώτης Ήφαιστος, Ομότιμος Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων & Στρατηγικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών.
Πηγή: HUFFPOST