Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018

Ακούστε καρντάσια ΠΑΟΚτσήδες

Του Δημήτρη Καμπουράκη
Ως γνωστόν, εγώ κρητικός είμαι. Στην Αθήνα ζω και δουλεύω, στα Χανιά κατεβαίνω σχεδόν κάθε βδομάδα, στο χωριό μου κάνω διακοπές και στο χωριό μου θα καταλήξω λίαν συντόμως να ζω μόνιμα. Άρα, ούτε έχω να χωρίσω τίποτα μαζί σας, ούτε να σας κολακέψω έχω κανένα συμφέρον. Σας γράφω δυο λόγια από καρδιάς κι άμα θέλετε πιστέψτε τα.
Το μόνο που ζητώ είναι να τελειώσετε πρώτα την ανάγνωση αυτού του κειμένου κι έπειτα να με κρίνετε. Εγώ ούτε πολιτευτής Θεσσαλονίκης είμαι, ούτε η επαγγελματική μου δραστηριότητα είναι στα μέρη σας, ούτε υπάλληλος του Μαρινάκη, του Αλαφούζου ή του Μελισσανίδη είμαι. Δεν τους γνωρίζω καν τους ανθρώπους, δεν εργάστηκα ποτέ σε μέσα που τους ανήκουν, ούτε τον δικό σας τον Σαββίδη έτυχε να συναντήσω. Πέντε όλους κι όλους φίλους και φίλες από την Θεσσαλονίκη έχω, σπάνια τους βλέπω, δεν υπάρχει περίπτωση να τους συναντήσετε και να τους ρωτήσετε αν είμαι βρώμικος ή καθαρός τύπος.
Με το ποδόσφαιρο δεν ασχολούμαι, στο γήπεδο δεν πάω, αγώνες στην τηλεόραση δεν βλέπω, δεν ξέρω παίχτες, προπονητές, παράγοντες, ούτε τα χούγια, τα συναισθήματα και την ορολογία όσων ασχολούνται. Ολυμπιακός είμαι γιατί ήταν κι ο πατέρας μου, αλλά ως εκεί. Τα τελευταία δέκα χρόνια, έχω πάει σε δυο αγώνες του Champions League στο Καραϊσκάκη και μάλιστα έχασα και κάποια γκολ γιατί έφυγα ένα τέταρτο πριν τελειώσει το παιχνίδι για να μην με πιάσει η κίνηση. Τόσο φανατικός είμαι… Στις τηλεοπτικές και στις ραδιοφωνικές μου εκπομπές, πάντα άφηνα τον συμπαρουσιαστή μου να μιλά για τα γήπεδα, τις ομάδες και τα παιχνίδια κάθε Κυριακής, παρεμβαίνοντας μόνο για να κάνω πλάκα, αυτοσαρκαζόμενος μάλιστα για την άγνοια μου περί τα ποδοσφαιρικά. Για να μην πολυλογώ, το ποδόσφαιρο δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου. Μ’ ενδιαφέρει η κοινωνία, η πολιτική, η ιστορία, η λογοτεχνία, η οικονομία, αλλά με το ποδόσφαιρο ουδέποτε ασχολήθηκα, πολύ δε περισσότερο δεν είχα ποτέ την φιλοδοξία να γράψω ποδοσφαιρικό κείμενο και ανάλυση.
Γιατί σας τα γράφω όλα αυτά; Μα διότι προσπαθώ να σας εξηγήσω ότι το κείμενο της Δευτέρας ‘’αμάν πια μ’ αυτή την Θεσσαλονικιώτικη κλάψα’’ που τόσο σας ενόχλησε και μου την πέσατε, ήταν ένα πολιτικό και όχι ποδοσφαιρικό κείμενο. Τώρα, σε όποιο σημείο αυτού του κειμένου παρείσφρησε ποδοσφαιρική ορολογία, τα ‘κανα μαντάρα, αλλά –πιστέψτε με- από πλήρη και απόλυτη άγνοια μου. Τι εννοώ…
Δεν ήξερα πως όταν τον ΠΑΟΚ τον πεις ή τον γράψεις ΜΠΑΟΚ, αυτό θεωρείται υβριστικό. Μα την Παναγία, σας λέω, την Τρίτη το ‘μαθα από τις αντιδράσεις σας. Θα πείτε τώρα ‘’μα είναι δυνατόν; Αυτό το ξέρουν και τα μικρά παιδιά.’’ Ναι, τώρα πια το κατάλαβα ότι το ξέρουν και τα μικρά παιδιά, εγώ πάντως όταν έγραφα το κείμενο δεν το ‘ξερα. Σας το εξομολογούμαι ευθέως. Εγώ –εν’ τη αφελεία μου- νόμιζα πως την ομάδα τη λέμε κι έτσι, τη λέμε κι αλλιώς δίχως να υπάρχει διαφορά ή πρόβλημα. Καλά, όσο για το «τσ» και το «τζ», ειλικρινά σας λέω έπαθα την πλάκα μου. Που να φανταστώ ο άμοιρος, ότι το ΠΑΟΚτσής είναι κανονικό, αλλά ότι το ΠΑΟΚτζής ή ΜΠΑΟΚτζής είναι προσβλητικό; Όταν μου το ‘πε ο Λυριτζής (διότι απ’ αυτόν που έχει ζήσει Θεσσαλονίκη το ‘μαθα) έμεινα στήλη άλατος.
Οπότε, γι αυτά τα Μ-ΠΑΟΚ και τα ΜΠΑΟΚτζής που έγραψα, σας ζητώ και μια, και δύο, και εκατό συγνώμες. Και το γράφω με πάσα ειλικρίνεια, διότι καρντάσια μου, ούτε να χωρίσω έχω τίποτα μαζί σας, ούτε κάποια συμφέροντα που είναι εναντίον του ΠΑΟΚ μου τα χώνουν, ούτε να σας βλάψω μπορώ, ούτε να με βλάψετε. Με τα επιχειρηματικο-ποδοσφαιρικά δεν ασχολούμαι ως δημοσιογράφος, στα πολύ νότια ζω, στα βόρεια ζείτε, το πιθανότερο είναι να μην βρεθούμε ποτέ πρόσωπο με πρόσωπο. Απλώς δεν θέλω να είμαι δίχως λόγο τσακωμένος με ανθρώπους ή μάλλον δεν θέλω να είμαι τσακωμένος με ανθρώπους από ένα δικό μου λάθος που έγινε δίχως πρόθεση. Τώρα, αυτά που γράφω, άμα θέλετε τα πιστεύετε. Το ξέρω, αλλά αυτό μπορούσα εγώ να κάνω με τούτο το κειμενάκι. Αν σας έπεισα για την καλή μου πρόθεση, χαίρομαι ειλικρινά. Αν δεν σας έπεισα, καλή καρδιά και σε σας και σε μένα.
Όσον αφορά τα υπόλοιπα που έγραψα για την κλάψα και την Θεσσαλονίκη, θα συμπληρώσω μερικά διότι την πολιτική ή ιστορική ουσία αυτών που υποστηρίζω στο προηγούμενο κείμενο, δεν την παίρνω πίσω. Μα τώρα, ειλικρινά θέλετε εσείς οι Θεσσαλονικείς να κάνετε την πόλη σας Αθήνα; Τι στο διάβολο ζηλέψατε απ’ αυτό το πανάσχημο και φρικτό τέρας; Ζείτε σε μια καταπληκτική πόλη, πανέμορφη, με χαρακτήρα, με στυλ, με πλούτο, με αγροτική ενδοχώρα, με τουρισμό, με προοπτικές απέραντες και τα βάζετε μ’ αυτό το εξάμβλωμα των πέντε εκατομμυρίων, όπου χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα; Η Αθήνα απέχει πέντε ώρες από σας και σεις απέχετε τρεις ώρες απ’ όλες τις πρωτεύουσες των Βαλκανίων. Ποιος από τους δυο είναι ο απομονωμένος; Θα μου πείτε τώρα ότι στην Αθήνα είναι το κέντρο εξουσίας της χώρας και οι μάγκες που μοιράζουν τα κρατικά λεφτά. Σύμφωνοι, αλλά εν’ τοιαύτει περιπτώσει μην τα βάζετε με την Αθήνα γενικώς, αλλά με το τρίγωνο Μαξίμου – Βουλή – Κολωνάκι, όπου διαχρονικά συχνάζει, ζει και δραστηριοποιείται η πολιτική και οικονομική νομενκλατούρα της χώρας. Σ’ αυτό να συνυπογράψω μαζί σας, όμως μην βάζετε απέναντι σας τον ταλαίπωρο που ζει στην Δυτική Αττική ή στις συνοικίες του Πειραιά, διότι το ίδιο αποξενωμένος και παραμελημένος με σας νιώθει. Και είναι.
Σας ενημερώνω όμως ότι σ’ αυτό το αμαρτωλό τριγωνάκι της εξουσίας, χώνονται κατ’ ευθείαν και οι δικοί σας που στέλνετε με την ψήφο σας να σας εκπροσωπήσουν. Από παλιά ως και σήμερα. Έχετε ανθρώπους αξιολογότατους και δημιουργικούς και πανέξυπνους σε όλους τους χώρους, που αντί να έρθουν στην Αθήνα και να σας εκπροσωπήσουν διεκδικώντας αυτά που πρέπει, ενσωματώνονται μια χαρά στα κόλπα της πρωτεύουσας και την περνάνε μπέικα αφήνοντας εσάς να φωνάζετε ότι ‘’οι άλλοι’’ σας αδικούν. Εγώ ένα σας λέω: Όσο ο Θεσσαλονικιός και ο βορειοελλαδίτης επιχειρηματίας, πολιτικός, καλλιτέχνης, επιστήμονας, έμπορος ή αθλητής, νιώθει πιο ευτυχής πίνοντας καφέ στο Κολωνάκι απ’ ότι στην πλατεία Αριστοτέλους, εκτόξευση της πόλης σας όπως την ονειρεύεστε δεν θα δείτε. Αν η δημιουργικότητα και η αυτοπεποίθηση σας έχουν έδρα την πόλη σας, τότε δεν θα ‘χετε κανέναν ανάγκη και ούτε θα τολμήσει κανείς να σας αδικήσει ή να σας κλέψει. Αυτά σε ό,τι αφορά τα πολιτικά και τα οικονομικά. Αν τώρα κάποιοι αξιολογούν αλλιώς τα πράγματα και πιστεύουν ότι το πρόβλημα δεν είναι το τρίγωνο Μαξίμου – Βουλή – Κολωνάκι, αλλά το τρίγωνο Καραϊσκάκη – Λεωφόρος – Φιλαδέλφεια, τότε δεν ανακατώνομαι πια διότι το θέμα καταλήγει πάλι ποδοσφαιρικό, οπότε θα ξαναπώ καμιά μπούρδα και θα με κυνηγήσετε.
Κι αυτά τα «αφού μας αδικούν να σηκωθούμε να φύγουμε απ’ την Ελλάδα» και «θα σκίσουμε τα φύλλα επιστράτευσης» που λένε κάποιοι λίγοι εκεί πάνω, μην νομίζετε ότι είναι μόνο δικό σας προνόμιο. Έχω κι εγώ κάμποσους αποτρελαμένους συμπατριώτες μου στο νησί που φωνάζουν τα ίδια, αλλά με άλλες αφορμές, όχι το ποδόσφαιρο. Και «μας αδικεί η Αθήνα» και «δίνουμε το 15% του ΑΕΠ ενώ παίρνουμε το 5% των δημοσίων δαπανών» και «αν αποσχιστούμε θα ζούμε ζωή χαρισάμενη με τα αγροτικά μας, τον τουρισμό μας, την γεωπολιτική μας θέση και τα πετρέλαια στο νότιο μας». Αυτό θα κάνουμε τώρα καρντάσια απ’ τον βορά και συμπατριώτες απ’ τον νότο; Επειδή ο καθένας μας νιώθει αδικημένος σε κάτι, αντί να πάμε να το διορθώσουμε, θα κόψουμε τη χώρα δέκα κομμάτια; Να ‘ χει η κάθε πόλη την πρωταθλήτρια ομάδα της, τον πρωθυπουργό της και τον υπουργό οικονομικών της;
Τελειώνω με μια αναφορά στον Ιβάν. Πιστεύω ακράδαντα αυτά που έγραφα και στο προηγούμενο κείμενο. Με 1,6 δις ρευστό (ποσό που λένε ότι είναι μόνο το ένα δέκατο της συνολικής του περιουσίας) τι ανάγκη θα έχει ο ΠΑΟΚ; Έχει Πρόεδρο και ηγέτη τον μακράν πιο πλούσιο Έλληνα. Κι αν το ποδόσφαιρο –όπως λένε οι γνώστες- είναι συνδυασμός budget και δίψας για διάκριση, τότε η επόμενη πενταετία ανήκει στον ΠΑΟΚ. Ξένη επιτήρηση θα ‘χουμε άρα μια κάποια στοιχειώδη αξιοκρατία, η πολιτική εξουσία δεν σας αδικεί, λεφτά έχετε, όρεξη έχετε, το μέλλον σας λοιπόν διαγράφεται λαμπρό.
Αυτά είχα να πω. Είπα, ελάλησα και αμαρτίαν ουκ έχω. Κι αν με ξαναδείτε εμένα να γράφω για τα ποδοσφαιρικά, σας επιτρέπω προκαταβολικά να μου ρίξετε μια κατραπακιά να δω τον ουρανό σφοντύλι.

liberal.gr