Τρίτη, 3 Απριλίου 2018

Ήταν 1η Απριλίου!!

Εικόνα: Χρήστος Μπολώσης

1η Απριλίου 1955 και η Κύπρος ξυπνάει από τις εκρήξεις που συγκλονίζουν κάθε γωνιά του νησιού.
Προκηρύξεις με το μήνυμα του Αρχηγού της Εθνικής Οργανώσεως Κυπρίων Αγωνιστών (ΕΟΚΑ) Διγενή ενημερώνουν τους Έλληνες, ότι η ώρα του αγώνα για την λευτεριά έφτασε: «Με την βοήθειαν του Θεού, με πίστιν εις τον τίμιον αγώνα μας, με τη συμπαράστασιν ολοκλήρου του Ελληνισμού και με την βοήθειαν των Κυπρίων, αναλαμβάνομεν τον αγώνα δια την αποτίναξιν του Αγγλικού ζυγού, με σύνθημα εκείνο το οποίον μας κατέλιπαν οι πρόγονοί μας ως ιεράν παρακαταθήκην: Η ΤΑΝ Η ΕΠΙ ΤΑΣ».

Είχε προηγηθεί το ιστορικό δημοψήφισμα της 15ης Ιανουαρίου 1950, με το οποίο ο Ελληνισμός της Κύπρου, είχε εκφράσει τους πόθους του, με το 97% να αξιώνει την ένωση με την Ελλάδα και την απαλλαγή από την βρετανική αποικιοκρατία.
Η αξίωση για ένωση ξεκίνησε με το κίνημα του Οκτωβρίου του 1931. Την αποτυχία του κινήματος ακολουθεί μία εποχή στυγνής τρομοκρατίας εν μέρους των Άγγλων δυναστών. Επιχειρείται να πνιγεί το εθνικό φρόνημα και η συστηματική φίμωση του λαού. Απαγορεύεται η ανάρτηση της Ελληνικής σημαίας και η ανάκρουση του Εθνικού Ύμνου. Το σύνθημα «Την Ελλάδα θέλομεν και ας τρώγωμεν πέτρες» κυριαρχεί.
Ο αγώνας του 1955-59, ήταν ένας αγώνας σκληρός, πεισματικός και πολυμέτωπος. Ήταν ένας αγώνας που έγινε στα κρησφύγετα τις ενέδρες στα κρατητήρια μα την βαναυσότητα των «πολιτισμένων» Άγγλων ανακριτών, στις αγχόνες που τις ανέβηκαν οι αγωνιστές με το τραγούδι και το χαμόγελο στα χείλη, στις πόλεις με τους κατ’ οίκον περιορισμούς, τα φυλλάδια και τοις μαχητικές διαδηλώσεις.
Με την παγκόσμια κοινή γνώμη, ως συνήθως, παγερά αδιάφορη. Με την παγκόσμια διπλωματία, ως συνήθως, να αλληθωρίζει προς τον ισχυρό. Ο Κύπριος ποιητής Γιάννης Παπαδόπουλος περιγράφει εκείνη την εποχή: «Όταν πιά είδαμε και αποείδαμε με τα τηλεγραφήματα και τις πρεσβείες, κλείσαμε τη μικρή μας ζωή σ’ ένα φάκελλο μικρό που να χωράει στη φούχτα μιας μαθητριούλας, στον προβολέα ενός ποδηλάτου, στη ράχη ενός βιβλίου και γράψαμε με κόκκινο μελάνι τη διεύθυνση: Αξιότιμον Ελληνικόν Λαόν, οδός Ελευθερίας ή Θανάτου, Χωριά και Πόλεις Κύπρον».
Οι σελίδες δόξας πολλές. Οι ηρωικές πράξεις ατελείωτες. Τα έπη αμέτρητα. Οι τόποι θυσίας άπειροι. Μαχαιράς, Λιοπέτρι, Δίκωμο. Ο κατάλογος των νεκρών ηρώων μεγάλος. Καραολής, Δημητρίου, Αυξεντίου, Λένας, Κάρυος Πίττας, Μάτσης.
Και ανάμεσά τους ένας 18χρονος μαθητής από την Πάφο, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, που εγκαταλείπει το σχολείο για ν΄ ανέβει στο βουνό και γράφει στους συμμαθητές του: «Παλιοί συμμαθηταί. Αυτή την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας, κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγο ελεύθερο αέρα, κάποιος που μπορεί να μη τον ξαναδείτε παρά μόνο νεκρό. Μην κλάψετε στον τάφο του, Δεν κάνει να τον κλαίτε. Λίγα λουλούδια του Μαγιού σκορπάτε του στον τάφο. Του φτάνει αυτό ΜΟΝΑΧΑ. Θα πάρω μιαν ανηφοριά, θα πάρω μονοπάτια, να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά…».
Απαγχονίστηκε στις 14 Μαρτίου 1957, σε ηλικία μόλις 19 ετών. Ήταν ο νεαρότερος αλλά και ο τελευταίος αγωνιστής που απαγχονίστηκε από τους Άγγλους. Ο τάφος του βρίσκεται στα Φυλακισμένα Μνήματα στη Λευκωσία.
Συγκλονιστικό είναι το ποίημα, του Ροδίτη Φώτη Βαρέλη, που μετέδωσε ο ραδιοφωνικός σταθμός της Λευκωσίας :
Εψές πουρνό μεσάνυχτα στης φυλακής τη μάντρα.
μες στης κρεμάλας τη θελιά, σπαρτάραγε ο Βαγόρας.
Σπαρτάρησε, ξεψύχησε, δεν τ’ άκουσε κανένας.
Η μάνα του ήταν μακριά, ο κύρης του δεμένος,
οι νιοί συμμαθητάδες του μαύρο όνειρο δεν είδαν.
Η νια που τον ορμήνευε δεν είχε νυχτοπούλι.
Εψές πουρνό μεσάνυχτα θάψαν τον Ευαγόρα.
Σήμερα Σάββατο ταχιά όλη η ζωή σαν πρώτα.
Ετούτος πάει στο μαγαζί, εκείνος πάει στον κάμπο,
ψηλώνει ο χτίστης εκκλησιά, πανί απλώνει ο ναύτης,
και στο σκολειόν ο μαθητής συλλογισμένος πάει.
Χτυπά κουδούνι, μπαίνουνε στην τάξη του ο καθένας.
Μπαίνει κι η πρώτη η άταχτη κι η τρίτη που διαβάζει,
μπαίνει κι η πέμπτη αμίλητη, η τάξη του Ευαγόρα.
- Παρόντες όλοι;
- Κύριε, ο Ευαγόρας λείπει.
- Παρόντες, λέει ο δάσκαλος. Και με φωνή που τρέμει:
- Σήκω, Ευαγόρα, να μας πεις ελληνική ιστορία.
Ο δίπλα, ο πίσω, ο μπροστά, βουβοί και δακρυσμένοι,
αναρωτιούνται στην αρχή, ώσπου η σιωπή τους κάμνει
να πέσουν μ’ αναφιλητά ετούτοι κι όλη η τάξη.
- Παλληκαρίδη, άριστα, Βαγόρα, πάντα πρώτος,
στους πρώτους πρώτος, άγγελε πατρίδας δοξασμένης,
συ μέχρι χθες της μάνας σου ελπίδα κι αποκούμπι,
και του σχολειού μας σήμερα Δευτέρα Παρουσία.
Τα ‘πε κι απλώθηκε σιωπή πα’ στα κλαμένα νιάτα,
που μπρούμυτα γεμίζανε της τάξης τα θρανία,
έξω απ’ εκείνο τ’ αδειανό, παντοτινά γεμάτο.
Φίλοι μου, σκουπίστε το δάκρυ. Οι Ευαγόρες δεν πεθαίνουν. Οι Ευαγόρες μας δείχνουν τον δρόμο τον καλό. Τον δρόμο της τιμής.


 http://www.dimokratianews.gr